You are currently browsing Δημητρης Μπούρας’s articles.

Ο «Υπουργός» του Γάλλου σκηνοθέτη Πιερ Σελέρ έχει μία δραματική και μία κυνική όψη. Η πρώτη αφορά την ανθρώπινη πλευρά του ήρωα της ταινίας, του φανταστικού υπουργού Μεταφορών της Γαλλίας, Μπερτράν Σαν Ζαν, που βιώνει κρίση μέσης ηλικίας. Η δεύτερη, η κυνική όψη του υπουργού, θολώνει την εικόνα ενός ιδεαλιστή πολιτικού, ο οποίος πέφτει σε υπαρξιακή κρίση μετά την πτώση ενός λεωφορείου σε χαράδρα. Το φιλμ αρχίζει μπουνιουελικά: μια γυμνή κοπέλα χώνεται λάγνα στο στόμα ενός κροκοδείλου. Η σκηνή υπαινίσσεται την αφοπλιστική γοητεία μιας εξουσίας που έχει μεταλλάξει τους πολιτικούς σε executives συμφερόντων άσχετων με τους λόγους για τους οποίους εξελέγησαν.
Ο Βέλγος ηθοποιός Ολιβιέ Γκουρμέ δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία ως υπουργός Μεταφορών που καλείται να απεμπολήσει και τα τελευταία ψήγματα των αξιών που κάποτε τον έστρεψαν στην πολιτική. «Δεν θα αλλάξεις τον κόσμο, αλλά θα κερδίσεις τις 5 μονάδες που χάσαμε στις δημοσκοπήσεις λόγω της μεταρρύθμισης που ιδιωτικοποιεί τους σιδηροδρόμους», λέει με αυστηρό τόνο στον υπουργό Μεταφορών ο πρωθυπουργός του. Οι πολιτικοί, διαπλεκόμενοι με ισχυρά οικονομικά κέντρα, προωθούν πολιτικές αντίθετες προς το δημόσιο συμφέρον και νοιάζονται μονάχα για την επιβίωσή τους.
Το οπτικό στυλ του «Υπουργού» δανείζεται στοιχεία από το θρίλερ (πολιτικό και ψυχολογικό), το περιεχόμενό του αφορά ένα σχόλιο γύρω από τη λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη σημερινή Ευρώπη. Τον Γκουρμέ πλαισιώνει ο Μισέλ Μπλανκ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 26-4-2012

Οι «Προσδοκίες» («Mildred Pierce») δεν είναι κινηματογραφική ταινία, αλλά μίνι τηλεοπτική σειρά του HBO, που προκάλεσε αίσθηση σε Βρετανία και ΗΠΑ την περασμένη χρονιά. Η πρωταγωνίστριά τους, η Κέιτ Γουίνσλετ, ενσαρκώνει τη Μίλντρεντ Πιρς, μια υπερήφανη μεσοαστή ζωντοχήρα που προσπαθεί να επιβιώσει στο Λος Αντζελες αμέσως μετά το μεγάλο κραχ. Η πολυσυζητημένη ερμηνεία της θριάμβευσε στα ΕΜΜΥ, θα μπορούσε να έχει επικρατήσει και στα πρόσφατα Οσκαρ εάν αφορούσε ταινία και όχι τηλεσειρά. Θα το διαπιστώσετε εάν αναζητήσετε στα βιντεοκλάμπ τις «Προσδοκίες» – η ψηφιακή τους έκδοση κυκλοφορεί σε box set, που περιλαμβάνει πέντε επεισόδια συνολικής διάρκειας 328΄. Μπορείτε επίσης να απολαύσετε τη Γουίνσλετ και στην ταινία που την έκανε ευρέως γνωστή, στον «Τιτανικό» του Τζέιμς Κάμερον, που ξαναβγήκε αυτές τις μέρες στις αίθουσες σε τρισδιάστατη έκδοση.

Μέχρι το πλοίο

Προσπαθώντας κάποιος να ξεχωρίσει την εικόνα της Γουίνσλετ ανάμεσα σε εικόνες των σταρ της γενιάς της (Σαρλίζ Θέρον, Γουινόνα Ράιντερ, Αντζελίνα Τζολί, Χίλαρι Σουόνκ, Γκουίνεθ Πάλτροου κ.ά.) θα θυμηθεί την πιο ταιριαστή κινηματογραφική σύντροφο του Λεονάρντο ντι Κάπριο στο κατάστρωμα του «Τιτανικού» αλλά και στον «Δρόμο της επανάστασης». Θα ανακαλύψει και μια ηθοποιό που, όταν βρίσκεται μακριά από τα πλατό, δεν έχει τη λάμψη μιας ντίβας, αλλά τη γοητεία μιας γυναίκας, η οποία δεν νοιάζεται αν οι καμπύλες της ταιριάζουν στο περίγραμμα μοντέλου πασαρέλας.
Η Γουίνσλετ ξεκίνησε τρομακτικά και ρομαντικά το 1994, στα «Ουράνια πλάσματα» του Πίτερ Τζάκσον: ένα μακάβριο παραμύθι, βασισμένο σε αληθινά γεγονότα που συγκλόνισαν τη Νέα Ζηλανδία στις αρχές του ’50, με ηρωίδες δύο έφηβες που έχουν δημιουργήσει έναν φανταστικό κόσμο και, προκειμένου να διασφαλίσουν τη σταθερότητά του, μπορούν ακόμη και να σκοτώσουν. Στη συνέχεια, η νεαρή Γουίνσλετ, που είχε μια φυσικότητα και έναν αυθορμητισμό παράταιρα με τα πρότυπα που καλλιεργούσαν το λάιφ-στάιλ της εποχής και το σταρ σίστεμ, επιβιβάστηκε στον «Τιτανικό» του Κάμερον.
Μετά το εντυπωσιακό ναυάγιο, που ανέβασε τον πήχυ των απαιτήσεων ψηλά, η Γουίνσλετ συνέχισε μεθοδικά με προσεγμένες επιλογές και χαμηλούς τους τόνους, όπως οι ηθοποιοί που αποκτούν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους πατώντας γερά στο σανίδι του θεάτρου.

Εμμονή και υπερηφάνεια

Ο πήχυς ήταν πολύ ψηλά και στις «Προσδοκίες», που βασίζονται στην κινηματογραφική ταινία του 1945. Η προηγούμενη Μίλντρεντ Πιρς, η Τζόαν Κρόφορντ, είχε εντυπωσιάσει, κέρδισε και Οσκαρ, στον πιο ιδιαίτερο γυναικείο ρόλο που εμφανίστηκε ποτέ στο κλασικό φιλμ νουάρ. Αυτήν τη φορά, η γυναίκα δεν ήταν μοιραία σύμφωνα με τα κλισέ του είδους, ούτε εύθραυστη ούτε δηλητηριώδης αράχνη, αλλά ένα υπερήφανο και εμμονικό πλάσμα που θα ταίριαζε καλύτερα σε μελοδραματικά φιλμ. (Οι γυναίκες στα μελοδράματα που γύρισε ο Ντάγκλας Σερκ στη δεκαετία του ’50 έχουν κάτι από αυτόν τον τύπο που δημιούργησε η Κρόφορντ με την ερμηνεία της.) Αυτή η γυναίκα θα πάρει τη θέση του σκληρού άντρα αλλάζοντας τους ρόλους στο νουάρ.
Σήμερα, η Γουίνσλετ δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας ως Μίλντρεντ Πιρς, ενώ ο σκηνοθέτης Τοντ Χέινς («Ο παράδεισος είναι μακριά») παρουσιάζει μια «φεμινιστική» ταινία γύρω από χίμαιρες της λευκής Αμερικής στα χρόνια του ’30. Το πρώτο επεισόδιο αρχίζει με έναν πολιτισμένο χωρισμό, καθώς ο κτηματομεσίτης σύζυγος της Mίλντρεντ πτωχεύει και την εγκαταλείπει για να ζήσει με την ερωμένη του. Η Μίλντρεντ πέφτει κοινωνικά, γίνεται σερβιτόρα. Εκμεταλλεύεται όμως τις ευκαιρίες, τις ικανότητές της (και τους άντρες γύρω της) και οσονούπω ξαναστέκεται στα πόδια της. Κερδίζει εκεί που μόλις έχασε ο σύζυγός της, στο επιχειρηματικό πεδίο, γίνεται ιδιοκτήτρια πολυτελών εστιατορίων. Στο δεύτερο επεισόδιο χτυπιέται αλύπητα και από τη μοίρα (πεθαίνει η μικρή από τις δύο της κόρες), αλλά ξανασηκώνεται όρθια. Η Μίλντρεντ Πιρς είναι δυνατή, θα αποδειχτεί όμως ευάλωτη όταν θα αρχίσουν να προβάλλονται οι μύχιες φιλοδοξίες της στο πρόσωπο της κακομαθημένης και νευρωτικής κόρης της, της Βίντα, η οποία σπουδάζει πιάνο. Το φινάλε του πέμπτου επεισοδίου προσδίδει μια ειρωνική χροιά στον επιτυχημένο ελληνικό τίτλο της σειράς, «Προσδοκίες».

Δείτε

Προσδοκίες (Mildred Pierce, 2011)

Μία από τις καλύτερες μίνι σειρές της περασμένης σεζόν σε Βρετανία και ΗΠΑ κυκλοφορεί σε dvd από την Audio Visual. Σε πέντε επεισόδια παρουσιάζεται η ζωή μιας μεσοαστής νοικοκυράς, της Μίλντρεντ Πιρς, στο Λος Αντζελες της δεκαετίας του ’30. Ο σκηνοθέτης Τοντ Χέινς άλλαξε σημαντικά την κλασική ταινία του 1945, έδιωξε τη σκοτεινή ατμόσφαιρα του φιλμ νουάρ, βγάζοντας τη Μίλντρεντ Πιρς στο φως και στα φαντεζί χρώματα ενός μελοδράματος. Δεν ενδιαφέρθηκε τόσο για το κοινωνικό δράμα, όσο για ένα διακριτικό ψυχολογικό πορτρέτο της ηρωίδας του, την οποία όμως σκιαγραφεί σφαιρικά. Είναι και εδώ εμφανής η ικανότητά του να εμβαθύνει στη γυναικεία ψυχολογία, αλλά και η εμμονή του να δημιουργεί μικρά ή μεγάλα ρήγματα σε μια επίπλαστη εικόνα ευτυχίας.

Mildred Pierce (1945)

Φιλμ νουάρ γυρισμένο από τον Μάικλ Κέρτιζ τρία χρόνια μετά τη μυθική «Καζαμπλάνκα». Η Τζόαν Κρόφορντ (φωτ.) που πρωταγωνιστεί βραβεύτηκε με Οσκαρ. Το σενάριο βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα του Τζέιμς Μ. Κέιν. (Αναζητήστε το σε dvd στο Διαδίκτυο).

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 14-4-2012

Η τριλογία της Αμερικανίδας Σούζαν Κόλινς («Αγώνες πείνας», «Φωτιά», «Κοτσυφόκισσα») έγινε μια αιχμή της σύγχρονης ποπ κουλτούρας, όπως οι περιπέτειες του «Χάρι Πότερ» ή η σειρά του «Λυκόφωτος». Το περασμένο Σαββατοκύριακο η κινηματογραφική διασκευή του πρώτου βιβλίου της Κόλινς αποδείχτηκε μάννα εξ ουρανού για το Χόλιγουντ. Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας απέφερε 214 εκατ. δολάρια στα ταμεία (στην Ελλάδα την είδαν μόνον 26.574 θεατές).
Οι «Αγώνες πείνας» είναι μια δυστοπία με φόντο ένα μακρινό(;) μέλλον, αλλά και μια παραβολή για τον παρόν. Δεκάδες δάνεια ή αναφορές ανακυκλώνονται στο σενάριο ή εμπνέουν τον σκηνοθέτη της ταινίας, τον Γκάρι Ρος, τον οποίο πρωτογνωρίσαμε το 1998 με το ενδιαφέρον «Plesantville». Η πρωταγωνίστριά του, η Τζένιφερ Λόρενς, είναι σαν να έχει βγει από το περυσινό «Στην καρδιά του χειμώνα», που την έκανε γνωστή πλασάροντάς την στις υποψηφιότητες των Οσκαρ. Εχει το ίδιο πείσμα για ζωή, αλλά και συνείδηση του κόσμου από τον οποίο προέρχεται. Για τη δεύτερη κινηματογραφική της περιπέτεια ο Ρος της έχτισε έναν κόσμο με υλικά από ριάλιτι τύπου «Survival» ή από ταινίες σαν το «The Truman Show». Στην καρδιά αυτού του κόσμου εμφυτεύτηκαν ο ζόφος του Οργουελ, αλλά και φουτουριστικοί εφιάλτες, σαν το «Rollerball», που σημάδεψαν στο παρελθόν τον αμερικανικό κινηματογράφο.

Το τέλος της δημοκρατίας

Στο μέλλον η πλούσια Βόρεια Αμερική έχει μετατραπεί σε αυτοκρατορία, όπως η αρχαία Ρώμη στα χρόνια της παρακμής της. Μια τάξη πατρικίων έχει επιβληθεί στους πληβείους, που πριν από χρόνια επαναστάτησαν, και έχει εφαρμόσει έναν ολοκληρωτισμό σταλινικού τύπου. Η εικόνα στον χάρτη άλλαξε, δεν υπάρχουν τα σύνορα που ξέρουμε σήμερα αλλά περιοχές αριθμημένες από το 1 μέχρι το 12, που πληρώνουν φόρο υποτέλειας προς γνώση και συμμόρφωση. Ενας φόρος αίματος όπως στον μύθο του Μινώταυρου. Η πρωτεύουσα, η Κάπιτολ, όπου ζει η κυρίαρχη τάξη, μοιάζει με σημερινή μακέτα ιδανικής πολιτείας του μέλλοντος.
Κάθε χρόνο, κάθε μία από τις 12 περιοχές στέλνει δύο μονομάχους, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, στη φουτουριστική ρωμαϊκή αρρένα της Κάπιτολ για τους «Αγώνες πείνας». Μια εφιαλτική σπαρτακειάδα που διεξάγεται σε σκηνικό εικονικής πραγματικότητας. Ο νικητής πρέπει να εξοντώσει τους 23 αντιπάλους του. Οι κάτοικοι και των 12 περιοχών είναι αναγκασμένοι να παρακολουθήσουν τον αγώνα, που μεταδίδεται ζωντανά, για να θυμούνται την ήττα τους και την αυγή της νέας εποχής στην ήπειρο.

Αρτος και θεάματα

Το ζευγάρι των βασικών ηρώων της ταινίας, η Κάτνις και ο Πίτα, προέρχονται από την περιοχή 12 που θυμίζει τις πόλεις των ανθρακωρύχων στα Αππαλάχια όρη της δεκαετίας του ’30. Το πρώτο κομμάτι της ταινίας είναι και το καλύτερο, η δυστοπική φαντασία περιγράφει ρεαλιστικά την οικονομική και πολιτική κατάσταση. Ο δυτικός κόσμος έχει μετατραπεί σε αχανές στρατόπεδο συγκέντρωσης φτωχών και εξαθλιωμένων. Οι πιο τολμηροί από αυτούς μπαίνουν παράνομα στα εναπομείναντα δάση και κυνηγούν με τόξα όπως στην εποχή του Ρομπέν των δασών. Ο Πίτα, που από παλιά είναι σιωπηρά ερωτευμένος με την πεινασμένη Κάτνις, θυμάται τη μέρα που της πέταξε στη βροχή ένα καρβέλι ψωμί. Η περιπέτεια θα φέρει τον έναν δίπλα στον άλλο, θα έχει όμως και εκπλήξεις.
Στους φετινούς αγώνες ο άρχοντας της Κάπιτολ και «παραγωγός» του ριάλιτι θα αποφασίσει να βγουν για πρώτη φορά δύο νικητές. Αν πέθαινε η Κάτνις θα γινόταν μάρτυρας για τα εκατομμύρια των απελπισμένων θεατών, γιατί η «ελπίδα είναι πιο ισχυρή από τον φόβο». Αν σκοτωνόταν ο Πίτα το θέαμα δεν θα είχε χάπι έντ για να επενεργήσει σαν υπνωτικό άρλεκιν στις μάζες.
Στο «Λυκόφως», που πολλοί το παρομοιάζουν με την τριλογία της Κόλινς, η βασική ηρωίδα παραπέμπει στην εύθραυστη μελαγχολική γενιά της σύγχρονης και διαλυμένης δυτικής οικογένειας. Επιλέγει ρομαντικά τον θάνατο, τον έρωτα στο πρόσωπο ενός μοντέρνου, μετροσέξουαλ βρικόλακα. Στους «Αγώνες πείνας», η Κάτνις παραπέμπει στη γενιά που προσπαθεί με πείσμα να επιβιώσει πάνω στα ερείπια μιας διαλυμένης δυτικής κοινωνίας. Η ερωτική επιθυμία εκφράζεται τρυφερά, αλλά δεν είναι το κέντρο βάρους της ταινίας.

Δείτε

Αγώνες πείνας (The Hunger Games, 2012)

Το φανταστικό γίνεται mainstream. Το διαπιστώσαμε και πρόσφατα με την επιτυχία της τηλεοπτικής σειράς του HBO, «Game of Thrones», ο δεύτερος κύκλος της οποίας ξεκινάει στις 3/4 στο συνδρομητικό Nova. Το διαπιστώνουμε ξανά και με τους «Αγώνες πείνας». Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας της Σούζαν Κόλινς μεταφέρθηκε υποδειγματικά στην οθόνη από τον Γκάρι Ρος. Στον μελλοντικό χάρτη της Βορείου Αμερικής υπάρχει μία χώρα, η Πάνεμ, που αποτελείται από 12 περιοχές υποταγμένες στην Κάπιτολ, μια μητρόπολη στην οποία ζει η άρχουσα τάξη της Πάνεμ. Κάθε χρόνο, οι 12 περιοχές στέλνουν στην Κάπιτολ, σαν φόρο, από δύο νέους, ένα αγόρι και ένα κορίτσι 12 – 18 ετών, για να συμμετάσχουν σε τηλεοπτικό ριάλιτι από το οποίο βγαίνει μόνον ένας ζωντανός. Στην περιοχή 12 κληρώνονται ο Πίτα και ένα μικρό φοβισμένο κορίτσι. Η αδελφή της μικρής, η θαρραλέα Κάτνις, προσφέρεται εθελοντικά να πάρει τη θέση της. Παίζουν: Τζένιφερ Λόρενς, Τζος Χάτσερσον, Γούντι Χάρλεσον, Ντόναλντ Σάδερλαντ, Στάνλεϊ Τούτσι.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1-4-2012

Η ζωή κάτω από τον θρόνο της δυστυχίας…


Μια αληθινή ιστορία ενέπνευσε τους «Αθικτους», μια δραματική κομεντί με τεράστια εμπορική επιτυχία στη χώρα της, τη Γαλλία. Οι σκηνοθέτες Ερίκ Τολεντανό και Ολιβιέ Νακάς έφεραν ένα χολιγουντιανό μοτίβο δοκιμασμένο στην περιπέτεια και στην κωμωδία (ένα ετερόκλητο και αταίριαστο δίδυμο σε απίθανες καταστάσεις) στα μέτρα μιας ευχάριστης και συγκινητικής ταινίας για την ανθρώπινη αξία. Ενας θησαυρός υπάρχει κάτω από προκαταλήψεις και στερεότυπα που συναντάμε στη βάση αλλά και στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Οι «Αθικτοι», που θα μπορούσαν να εκληφθούν και σαν ύμνος στη διαφορετικότητα, αποτελούν αφορμή για ένα σχόλιο γύρω από την αυθεντικότητα του ανθρώπου.
Ο μεσήλικας Φιλίπ είναι ένας κροίσος σε ένα μικρό παλάτι στο κέντρο του Παρισιού. Τα έχει όλα στα πόδια του, ο θρόνος του όμως είναι μια αναπηρική πολυθρόνα, έχει μείνει τετραπληγικός έπειτα από ένα ατύχημα. Ο Ντρις είναι ένας νεαρός μαύρος άντρας από τα προάστια, που μόλις έχει εκτίσει μια ποινή για μικροκλοπές. Είναι υγιής, αθλητικός και έχει μάθει να επιβιώνει κάτω από αντίξοες καταστάσεις, θα ήθελε κάτι καλό στη ζωή του δεν βλέπει όμως καμιά προοπτική. Ενα πρωινό ο Ντρις χτυπάει την πόρτα του Φιλίπ, ο οποίος ψάχνει για έναν αποκλειστικό νοσοκόμο. Δεν περιμένει παρά μια υπογραφή που του είναι απαραίτητη για το ταμείο ανεργίας. Παραδόξως ο Φιλίπ, που όλοι προσβλέπουν στο πορτοφόλι του, τον προσλαμβάνει. Οι καταστάσεις που θα ζήσουν μαζί θα αλλάξουν ριζικά τις ζωές τους.
Οι δύο σκηνοθέτες παίζουν διαρκώς με αντιθέσεις: ανάπηρος-ρωμαλέος, λευκός-μαύρος, πλούσιος-φτωχός, φιλότεχνος-ακαλλιέργητος, αυθεντικός-δήθεν. Πίσω από την ιστορία τους θα μπορούσε να δει κανείς και μια ευχή για κοινωνική συνοχή.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29-3-2012

Ο μεγάλος αποχαιρετισμός…

Η τελευταία ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου, τα «Δεσμά αίματος», είναι ένα ερωτικό νουάρ με ηρωίδα μια «μοιραία» γυναίκα με επιπόλαιη ερωτική ζωή: οι γνωριμίες της είναι άντρες με ονόματα που αντιστοιχούν σε γράμματα του αλφάβητου. Ταυτόχρονα είναι και ένα μελόδραμα με στυλ, μια ιστορία για μια νεαρή αεροσυνοδό που πέφτει σε επικίνδυνες, πιθανόν και μοιραίες αναταράξεις κατά την τελευταία της πτήση. Το ειδικό βάρος των εικόνων συμπυκνώνεται σε μια αίσθηση του ανάλαφρου (ή και του παράλογου) που αποτρέπει μια ταινία γύρω από τον θάνατο να γίνει καταθλιπτική.
Tα «Δεσμά αίματος» στέκουν με άνεση δίπλα σε ό,τι καλύτερο έχει δημιουργήσει ο Παναγιωτόπουλος από το 1974 μέχρι σήμερα, δίπλα στο «Delivery», στο «Μελόδραμα;» και στα «Χρώματα της Ιριδος» που παραμένει ζωντανή όσο λίγες ταινίες του πάλαι ποτέ «σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου».

Το νουάρ και ο θάνατος

«Η ζωή και έρωτας έχουν πάντα δίκιο», ο Παναγιωτόπουλος νομίζω το είχε πει κάποτε, συνεπώς ο θάνατος, που περιπλέκει μοιραία τα πράγματα, δικαιολογεί εν μέρει και την ύπαρξη της τέχνης. Το σημερινό ερωτικό νουάρ του Παναγιωτόπουλου δεν είναι παρά ένα καλλιτεχνικό «τέχνασμα», αποστασιοποιημένο από την ιδεατή εικόνα της ζωής και του έρωτα, που σε προσγειώνει στην πραγματικότητα. Εκεί όπου κυριαρχεί ο θάνατος. Η παρουσία του βρίσκεται παντού στα «Δεσμά αίματος» κυριολεκτικά και μεταφορικά. Είναι στη σκιά του νεκρού πατέρα της ηρωίδας, της Μαργαρίτας, που βαραίνει τρυφερά πάνω στη ζωή της. Είναι και έρωτας που βιώνεται φαντασιακά, ψυχρά και χωρίς συναίσθημα.
Η Μαργαρίτα μεγάλωσε ανάμεσα σε χάρτες που σχεδίαζε μια ζωή ο χαρτογράφος πατέρας της. Τίποτα περισσότερο για το παρελθόν. Ούτε νύξεις για τραύματα της παιδικής ή εφηβικής ηλικίας που θα επέτρεπαν ψυχαναλυτικές ερμηνείες. Είπαμε, η ταινία δεν είναι παρά μόνον ό,τι φαίνεται στην οθόνη μέχρι να ανάψουν τα φώτα στην αίθουσα. Η Μαργαρίτα μιλάει διαρκώς για τον πατέρα της, τον οποίο μόλις έχει θάψει, πού και πού ζητάει από τον νεκροθάφτη της γειτονιάς της να της πει πώς ήταν το πρόσωπο της μητέρας της γιατί δεν έχει ούτε μια της φωτογραφία. Από αυτό το νουάρ δεν λείπει το χιούμορ.

Η ταυτότητα μιας γυναίκας

Ο τίτλος της ταινίας, ο οποίος δεν ταιριάζει σε κωμωδίες, ίσως και να μπλοφάρει όταν υπαινίσσεται και μια φυλακή. Η Μαργαρίτα δεν είναι σαν μια παλαιότερη ηρωίδα του Παναγιωτόπουλου, που έβλεπε όνειρα ίσως γιατί ήθελε να διαφύγει από τη συμβατικότητα και τη φαινομενική τελειότητα ενός γάμου μέσα από το τούνελ του υποσυνειδήτου. Ζει σε ένα φρεσκοβαμμένο πεντάκαθαρο σπίτι, σε μια «καθαρότητα που δεν ξέρει πού θα τη βγάλει». Μια γυναίκα, φαινομενικά ελεύθερη ανάμεσα σε πολλούς εραστές, τους οποίους έχει κωδικοποιήσει (ο Κάπα, ο Εψιλον, ο Βήτα…), νιώθει την ανάγκη να επαναπροδιορίσει το στίγμα της στη ζωή χρησιμοποιώντας σαν συντεταγμένη και τον πατέρα της. «Τι θα ’λεγε ο μπαμπάς αν καταλάβαινε πως η κόρη του δεν αξίζει την αγάπη κανενός;»
Ο Παναγιωτόπουλος αντιστρέφει το τετριμμένο, την καταπιεστική σχέση πατέρα – κόρης. Θέλει ν’ αντιστρέψει όμως και τον άξονα της ταινίας χωρίς να γίνει αντιληπτός. Τα «Δεσμά αίματος» παλαντζάρουν διαρκώς ανάμεσα στη γυναίκα, που πετάει ανάλαφρα από εραστή σε εραστή, και στον άντρα. Ο άντρας άλλοτε είναι σαν βάρος που προοιωνίζεται τον θάνατο (ο πατέρας καθηλωμένος σε μια πολυθρόνα) κι άλλοτε σαν φευγαλέα σκιά (ο εργένης ή ο άπιστος σύζυγος) σε «νεκρούς» έρωτες σε δωμάτια ξενοδοχείων.
Μερικές φορές το στοιχείο που διώχνει την πλήξη από το σινεμά, ακόμη και από τις κοινότοπες ιστορίες του, είναι ότι φώτα ανάβουν στην αίθουσα και η ταινία τελειώνει χωρίς να έχει αποκαλυφθεί πλήρως το μυστικό της, ο βαθύτερος λόγος της ύπαρξής της. Εδώ ίσως να πρόκειται για την επιθυμία μιας γυναίκας που θέλει έναν άντρα για να την ταξιδέψει πέρα από τους χαρτογραφημένους ορίζοντες του πατέρα της. Ισως, και για τον ψίθυρο ενός πατέρα που ονειρεύεται την κόρη του.

Δείτε

Δεσμά αίματος (2012)

Η Μαργαρίτα, μια νεαρή ανεξάρτητη γυναίκα, αεροσυνοδός, ζει στην Αθήνα σε μια μονοκατοικία που μόλις ανακαίνισε για να διώξει τη σκιά από τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα της. Η μητέρα της έχει πεθάνει πριν από πολλά χρόνια και έχει σβηστεί από τη μνήμη της. Ο πατέρας της δεν έχει κρατήσει ούτε μια φωτογραφία της γυναίκας του. Η Μαργαρίτα έχει παράλληλες ερωτικές σχέσεις με δυο τρεις άνδρες. Εμείς την βλέπουμε μόνον με έναν απ’ αυτούς, τον Κάπα. Είναι ένας μυστηριώδης τύπος, που ζει στα Τρίκαλα και έχει έναν αποτυχημένο γάμο. Ο λόγος που δεν χωρίζει είναι η μικρή του κόρη. Ο Κάπα, που ταξιδεύει διαρκώς για δουλειές, έχει μπλέξει με τον υπόκοσμο λόγω του πάθους του για τον τζόγο. Οι συνθέσεις του Ρώσου ρομαντικού Αλεξάντερ Σκριάμπιν εντείνουν τη συναισθηματική ρευστότητα της ταινίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τη φωτογραφία του Γιώργου Φρέντζου. Το σενάριο βασίζεται στο μυθιστόρημα της Μαρίας Πάουελ.
Παίζουν: Μαρκέλλα Γιαννάτου, Γιάννης Στάνκογλου, Νικήτας Τσακίρογλου.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 24-3-2012

Μπλεγμένη στο αλφάβητο…

Μια τρυφερή ταινία, ονειρικά μελαγχολική για μια πραγματικότητα που θα μπορούσε πεζά να περιγραφεί ως κατάθλιψη ή και ως εφιάλτης. Ενα ερωτικό νουάρ, σε φόντο… λευκό και σε ρυθμό που υπαγορεύεται από τις σονάτες για πιάνο του Ρώσου ρομαντικού Αλεξάντερ Σκριάμπιν. Για λειτουργικούς λόγους, αφού έχουν θέμα τους τον θάνατο σε διάφορες παραλλαγές του, τα «Δεσμά αίματος» είναι μια «μαύρη» ταινία… Οι δεσμοί αίματος έγιναν δεσμά αίματος για να υπαινιχθούν τη σχέση μιας γυναίκας με τον πατέρα της, αλλά και έναν μοιραίο της έρωτα. Με κύκλο αίματος μοιάζει και η ταινία. Κύκλος, που ανοίγει με τον θάνατο του πατέρα της ηρωίδας και κλείνει πάλι με έναν θάνατο. Το τέλος θα μπορούσε να είναι και μια νέα αρχή.
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος μετέφερε στην οθόνη το μυθιστόρημα της Μαρίας Πάουελ (από τις εκδόσεις «Κέδρος») με κομψότητα και ιδιαίτερο στυλ. Η ηρωίδα του, η αεροσυνοδός Μαργαρίτα, βάφει το σπίτι της σε αποχρώσεις του λευκού για να καλύψει μια σκιά του θάνατου – το χώμα που σκεπάζει τον πατέρα της είναι ακόμη νωπό.
Η αδέσμευτη Μαργαρίτα, που είχε επιλέξει τις σύντομες πτήσεις του εσωτερικού για να είναι κοντά στον άρρωστο πατέρα της, πέφτει ξαφνικά σε ένα κενό αέρος και τότε αντιλαμβάνεται ότι η σκιά του θανάτου, μεταφορικά και ανεπαίσθητα, πλακώνει και την ερωτική της ζωή. Οι σχέσεις της με τους άντρες μοιάζουν με έρωτες συνοδού πολυτελείας που αρχίζουν και τελειώνουν σε δωμάτια ξενοδοχείων. Ο Παναγιωτόπουλος παρακολουθεί αδιάκριτος τις σύντομες συναντήσεις της με τον Κάπα (οι εραστές της Μαργαρίτας αντί για ονόματα έχουν γράμματα του αλφάβητου). Εναν παντρεμένο που ταξιδεύει διαρκώς για δουλειές και έχει μπλεξίματα με τον υπόκοσμο. Η φωτογραφία είναι του Γιώργου Φρέντζου.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22-3-2012

Οι «Ακακίες», μια μικρή ευχάριστη έκπληξη από την Αργεντινή, έχουν μαζί τους σαν συστατική επιστολή τη Χρυσή Κάμερα του περσινού φεστιβάλ των Καννών. Πρόκειται για ένα ρόουντ μούβι με ήρωες έναν εσωστρεφή οδηγό φορτηγού και μια ανύπαντρη μητέρα ινδιάνικης καταγωγής, η οποία ταξιδεύει από την Παραγουάη με προορισμό το Μπουένος Αϊρες όπου ζουν μέλη της οικογένειάς της. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Πάμπλο Τζιορτζέλι σπάζει τον πάγο ανάμεσα σε δυο «ξένους» με εξαιρετική αίσθηση οικονομίας και εσωτερικού ρυθμού.
Μερικές αράδες αρκούν για να περιγράψουν μια ταινία χωρίς ίχνος δράσης. Ο φορτηγατζής Ρούμπεν δέχεται να μεταφέρει την Τζασίντα και το μωρό της. Στο τέλος του ταξιδιού τους οι ζωές και των δύο έχουν αλλάξει… Ο Τζιορτζέλι διάλεξε έναν παράδρομο δίπλα στην κεντρική λεωφόρο στην οποία κινούνται σχεδόν όλες οι ταινίες με φόντο τη Λατινική Αμερική και θέμα τη (λαθρο)μετανάστευση. Παίζουν: Χέρμαν ντε Σίλβα, Εμπε Ντουάρτε.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22-3-2012

Πήγα στη δημοσιογραφική προβολή του «W.E» προκατειλημμένος από τον απόηχο της αρνητικής υποδοχής που είχε η ταινία τον περασμένο Σεπτέμβριο στη βενετσιάνικη Μόστρα, αλλά διαψεύστηκα από ένα στυλάτο βιντεοκλίπ σχεδόν δύο ωρών.
Η Μαντόνα, που το εμπνεύστηκε, υπογράφει ένα φαντεζί κινηματογραφικό ρομάντζο, πεπεισμένη πως τα κορίτσια κάθε ηλικίας αγαπούν εξ ορισμού τα παραμύθια. Η διασημότερη ποπ σταρ όλων των εποχών ράβει εικόνες από το σήμερα και το χθες σε έναν καμβά από μετάξι για να συμπλεύσουν δύο εποχές και δύο ηρωίδες: Η πραγματική Γουόλις Σίμπσον, που έμεινε στην ιστορία ως η γυναίκα στην οποία παραδόθηκε άνευ όρων ένας βασιλιάς, και η φανταστική Γουόλι Γουίθροπ. Στην πρώτη περίπτωση, ο κινηματογραφικός φακός δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως η Γουόλις θα μπορούσε να ’ναι και μια φαντασιακή περσόνα της Μαντόνα. Στη δεύτερη, ο φακός παρακολουθεί μια φαινομενικά ευτυχισμένη γυναίκα, περιγράφοντας αισθησιακά μια σύγχρονη Σταχτοπούτα φυλακισμένη σε έναν τέλειο γάμο στο ακριβό διαμέρισμα του συζύγου της στο Μανχάταν.
Στον αφρό αυτού του άρλεκιν υπάρχει και η πεποίθηση της Μαντόνα ότι η θηλυκότητα είναι αυτή που εν δυνάμει απελευθερώνει τη γυναίκα, τονίζοντας όλες τις πλευρές της προσωπικότητάς της. Η ποπ σταρ στέκει παραπλεύρως του «Sex and the city» (όπου η κατανάλωση της μόδας τείνει σε υπαρξιακό άπειρο) παρουσιάζοντας απλοϊκά πώς μπορεί να λειτουργήσει για μια γυναίκα το πρότυπο μιας άλλης.

W.E και…

Ο τίτλος της ταινίας είναι δανεισμένος από τα αρχικά W.E, με τα οποία η Γουόλις Σίμπσον και ο Εδουάρδος Η΄, ο οποίος παραιτήθηκε από τον βρετανικό θρόνο για να την παντρευτεί, υπέγραφαν τη μεταξύ τους αλληλογραφία. Το 1936, μετά τον θάνατο του βασιλιά Γεωργίου Ε΄ και τη στέψη του Εδουάρδου, η σκανδαλώδης σχέση τους έγινε πρωτοσέλιδο στη Βρετανία. Ο σφοδρός έρωτας του νέου βασιλιά για την Αμερικανίδα Σίμπσον, που είχε ήδη δύο φορές παντρευτεί, προκαλούσε τριγμούς στο Μπάκιγχαμ.
Ο Εδουάρδος είχε αποφασίσει να παντρευτεί την αγαπημένη του, η επιθυμία του όμως σκόνταφτε στην Εκκλησία, που απαγόρευε τον γάμο ανάμεσα σε διαζευγμένους στην περίπτωση που ένας από τους πρώην συζύγους ήταν εν ζωή. Συν τοις άλλοις, η βασιλική οικογένεια δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για την ερωμένη του βασιλιά λόγω της προηγούμενης ζωής της αλλά και της κοινωνικής της καταγωγής. Ο Εδουάρδος ακολούθησε τελικά τον δρόμο της καρδιάς του. Τον Δεκέμβριο του 1936, σε διάγγελμά του αποποιήθηκε το αξίωμά του. Ο λόγος του ερωτευμένου βασιλιά άνοιξε τον δρόμο για τον θρόνο στον τραυλό αδελφό του.

…we

Η παραίτηση του Εδουάρδου στα μάτια της Μαντόνα φαντάζει σαν γκρέμισμα του στερεοτύπου, που θέλει τον άντρα αδίστακτο ή κυνικό κυνηγό της εξουσίας. Ενας ερωτευμένος πρίγκιπας γύρισε την πλάτη του στο παλάτι, εγκατέλειψε τη Βρετανία ακολουθώντας τη βασίλισσα της καρδιάς του. Ηταν ένας αληθινός πρίγκιπας χωρίς πατρίδα και μόνιμη στέγη, ένας άλλος «Αγγλος ασθενής» στην αέρινη σκιά μιας δυναμικής γυναίκας.
Σε ενεστώτα χρόνο (1998), στο Μανχάταν, μια δημοπρασία στο Σόθμπις ρούχων και αντικειμένων του Εδουάρδου και της Γουόλις λειτουργεί σαν δίνη για την άσημη Γουόλι, που θέλει να γίνει μητέρα και συνειδητοποιεί πως ξοδεύει απλώς τη ζωή της δίπλα σε έναν πλούσιο γιατρό. Η Γουόλι θα εισέλθει νοερά στο παραμύθι αγγίζοντας τα αντικείμενα και τα ρούχα της Γουόλις που εκτίθενται στους Σόθμπις. Η ταύτιση μαζί της θα είναι πλήρης και απελευθερωτική όταν, διαβάζοντας την αλληλογραφία της Γουόλις, θα καταλάβει πως ακόμη και στα παραμύθια η ζωή, παρά τη χρυσόσκονη, δεν είναι πάντα ένας παράδεισος.
Η Γουόλι κατεβαίνει απ’ τα άστρα την ώρα που η Μαντόνα εξαφανίζει την τελεία που χωρίζει τα αρχικά του Εδουάρδου και της Γουόλις. Το W.E γίνεται we – εμείς. Το ζητούμενο τελικά από την πλευρά της γυναίκας είναι να τη διεκδικήσει ο άντρας. Οχι κτητικά, ούτε με υλικές παροχές, αλλά κάνοντας πράγματα για κείνη.

Δείτε

W.E (2011)

Εικόνες με λούστρο και στυλ συνθέτουν το «W.E» της Μαντόνα (φωτ.), που έκανε πρεμιέρα στην Ελλάδα λίγες ημέρες πριν από την κυκλοφορία του καινούργιου της δίσκου. Tο κοσμοπολίτικο μελόδραμα αποκτάει ρυθμό και ύφος βιντεοκλίπ. Η «μέθοδος» της Μαντόνα θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο, το 1966, ο Κλοντ Λελούς έφερε το μελό δίπλα στη νουβέλ βαγκ στο αέρινο «Ενας άντρας και μια γυναίκα». (Ο βιντεοκλιπάς Αλεκ Σεσισιάν, που φέρεται ως συν-σεναριογράφος, μάλλον έβαλε το χέρι του και στη σκηνοθεσία.) Στο «W.E» παρακολουθούμε δύο ιστορίες. Σε ενεστώτα χρόνο μια νεαρή γυναίκα, η Γουόλι, που είναι παντρεμένη με τον πλούσιο Εντουαρντ, αισθάνεται απέραντη μοναξιά και περνάει τις ώρες της στον οίκο Σόθμπις, όπου πρόκειται να γίνει μια δημοπρασία αντικειμένων του δούκα και της δούκισσας του Ουίνδσορ. Σε παρελθόντα χρόνο, εκτυλίσσεται αποσπασματικά η ιστορία ενός μεγάλου ρομάντζου, που προκάλεσε σκάνδαλο: ο δούκας του Ουίνδσορ, Εδουάρδος, έγινε βασιλιάς και συνέχεια εγκατέλειψε τον θρόνο για τον έρωτα της Αμερικανίδας Γουόλις Σίμπσον.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 18-3-2012

Σπαγγέτι για …Εμφύλιο

Δέκα βήματα πίσω και κανένα μπρος είναι η «Δεμένη κόκκινη κλωστή» για τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο. Το τραύμα του Εμφυλίου είναι ισόβαρο μιας βεντέτας ανάμεσα σε καλούς και κακούς. Βεντέτα άλλοτε άγρια κι άλλοτε σαν και αυτές που έδωσαν τροφή στα «γουέστερν» του Βασίλη Γεωργιάδη στον θεσσαλικό κάμπο. Φαινομενικά, ο Χαραλάμπους πλέει στα απόνερα του Παντελή Βούλγαρη και του «Ψυχή βαθιά», στην πραγματικότητα φτιάχνει ένα κοκτέιλ υστερίας, θορύβου, αφέλειας και κραυγαλέας βίας λες και αποτίει φόρο τιμής στον Φώσκολο και στον Τζέιμς Πάρις. Συναισθηματικά τοποθετείται στην όχθη της Αριστεράς, η ιδεολογία της ταινίας του όμως διαμορφώνεται από την αισθητική της.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15-3-2012


Τα «Κωλόπαιδα» έχουν μια αίσθηση πρωτόλειου και ερασιτεχνικού που κάνει πιο ευκολοχώνευτη την αγαρμποσύνη τους ή και την έπαρσή τους. Εξάρχεια, μια ήσυχη βραδιά του Αυγούστου, τρεις παιδικοί φίλοι περιμένουν το ξημέρωμα για να πετάξουν με κατεύθυνση το Βερολίνο. Εχουν αποφασίσει να πουν οριστικά αντίο στην πόλη τους που τους πνίγει. Ομως, οι ψίθυροι (της ζωής) λίγο πριν από τη μεγάλη πτήση θα τους ρίξουν σε αναταράξεις… Οι νεανικές ανησυχίες, τα ανέκδοτα για γκόμενες και οι πόζες στον φακό έχουν μια κατάληξη που θυμίζει την ιστορία του Γρηγορόπουλου. Σαν απόηχος του «Wasted youth».

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15-3-2012

Blog Stats

  • 74,330 hits

Αρχείο

Σεπτεμβρίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιουν    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

13η τροποποίηση αμερικανικού συντάγματος Beasts of the southern wild Blancanieves Blockbuster CIA cult Killer Joe Killing them softly Les Miserables New Age Paradies Liebe Αλφρεντ Χίτσκοκ Αμερικανικός εμφύλιος Αννα Καρένινα Βωβό σινεμά Γκορ Βερμπίνσκι Εμίλ Ζολά Επιστημονική φαντασία Ζακ Γαλιφιανάκης Ζαν Λικ Γκοντάρ Ζιλί Ντελπί Κάθριν Μπίγκελοου Κίρα Νάιτλι Κουέντιν Ταραντίνο Κουβενζανέ Γουόλις Λέων Τολστόι Λίνκολν Λαρς φον Τρίερ Λεονάρντο Ντι Κάπριο Μαργκαρέτε Τίζελ Ματ Ντέιμον Μπάρμπα Θωμάς Μπεν Αφλεκ Μπεν Ζέιτλιν Μπραντ Πιτ Μυθικά πλάσματα του Νότου Νανά Ντάνιελ Ντέι Λιούις Ο νεκρός Οσα Παίρνει ο άνεμος Οσκαρ 2013 Πάμπλο Μπερχέρ Παιχνίδια Εξουσίας Πολ Τόμας Αντερσον Ράσελ Κρόου Σπάικ Λι Στίβεν Σπίλμπεργκ Τζέσικα Τσάστεϊν Τζιμ Τζάρμους Τζο Ράιτ Τζόνι Ντεπ Τομ Στόπαρντ Τομ Χούπερ Τόμι Λι Τζόουνς Φρανσουά Οζόν Χαβιέ Μπαρδέμ Χιονάτη Χιου Τζάκμαν Χοακίν Φίνιξ Χολιγουντιανή κωμωδία Χόλιγουντ Ψυχώ αμερικανικός κινηματογράφος γαλλική νουβέλ βαγκ γαλλικός κινηματογράφος γαλλικό σινεμά γουέστερν ελληνικός κινηματογράφος ερωτισμός στον κινηματογράφο μιούζικαλ πολιτικό θρίλερ πορνογραφία σπαγγέτι γουέστερν σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος ταινίες καταστροφής

Twitter Updates

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers