You are currently browsing Δημητρης Μπούρας’s articles.

Μέλλον, μια συναρπαστική ιστορία

Λογοτεχνική ή κινηματογραφική, η επιστημονική φαντασία χαρακτηρίστηκε εύστοχα η «ιστορία του μέλλοντος» του ανθρώπινου είδους, και αποτυπώνει την προσπάθεια του δυτικού ανθρώπου να τοποθετηθεί απέναντι στη μηχανή και την επιστήμη από την εποχή της επικράτησής τους μέχρι σήμερα: αναμετράται μαζί τους, προβάλλοντας τις πιο βαθιές του επιθυμίες και τους ενδόμυχους φόβους του.
Οι ψυχεδελικές δυστοπίες του Φίλιπ Ντικ, οι συναρπαστικές διαστημικές περιπέτειες του Αρθουρ Κλαρκ, ο εφιαλτικός, σχεδόν καφκικός κόσμος του Ρέι Μπράντμπερι ή τα μετα-καταστροφικά οράματα του Τζέιμς Μπάλαρντ εμπνέουν ακόμη, άμεσα ή έμμεσα, σύγχρονα υβριδικά έπη και hi tech εφιάλτες στο Χόλιγουντ. Πιο πρόσφατα παραδείγματα, ο εντυπωσιακός «Προμηθέας» του Ρίντλεϊ Σκοτ και το ριμέικ της «Ολικής επαναφοράς», που αναμένεται στις αίθουσες στις 6 Σεπτεμβρίου.
Και η σημερινή «Ολική επαναφορά» βασίζεται στο διήγημα του Φ. Ντικ «Θυμόμαστε εμείς για εσάς». Οι δύο πρωταγωνιστές της είναι σταρ, ο Κόλιν Φάρελ και η Κέιτ Μπέκινσεϊλ, ενώ οι εικόνες της εύγλωττες μιας δυστοπίας που τείνει να γίνει κυρίαρχη εμμονή στις εικονογραφήσεις των μεγάλων χολιγουντιανών αφηγήσεων τα τελευταία χρόνια: καρτ ποστάλ μιας καπιταλιστικής μητρόπολης του παγκοσμιοποιημένου μέλλοντος (εν προκειμένω το Λονδίνο) με τη μοναξιά και τον ζόφο ενός κατεστραμμένου κόσμου που περιμένει τον Μεσσία του.
Η επιστημονική φαντασία συναρπάζει από τις απαρχές της ως λογοτεχνικό είδος, από τον καιρό που ο Ιούλιος Βερν οραματίζεται το μέλλον σχεδιάζοντας φανταστικά ταξίδια είτε στο φεγγάρι είτε στα βάθη του ωκεανού που κατάπιε τη μυθική Ατλαντίδα. Ο μεγάλος αυτός μυθιστοριογράφος προσδοκούσε την επιστήμη και την τεχνολογία να ανοίξουν νέους ορίζοντες στον άνθρωπο. Η ευτυχία όμως δεν είναι κάτι δεδομένο, μια και η σχέση του ανθρώπου με τη θαυμαστή μηχανή ναρκοθετεί την ελευθερία του.
Η υποψία του ουμανιστή Ι. Βερν για το δυσοίωνο μέλλον του ανθρώπου θα γίνει βεβαιότητα ύστερα από πολλές δεκαετίες στα εκκολαπτήρια του «Brave New World» του Αλντους Χάξλεϊ, στον φανταστικό κόσμο του Τζορτζ Οργουελ ή στον φαινομενικά τέλειο κόσμο των ρομπότ του Ισαάκ Ασίμοφ.
Η επιστημονική φαντασία προκαλεί ρίγη ανατριχίλας από τις ρομαντικές καταβολές της, από την ημέρα που η Μαίρη Σέλεϊ επινόησε τον μύθο του δόκτορος Φρανκενστάιν εφευρίσκοντας άθελά της το βασικότερο αφηγηματικό μοτίβο της επιστημονικής φαντασίας: το διαρκές μπλέξιμο του φόβου με την επιθυμία για κατάκτηση και εξερεύνηση του αγνώστου (που μπορεί να αφορά και το μέσα του ανθρώπου). Ακραίοι φόβοι και ακραίες επιθυμίες, εκφρασμένα με φοβερή ένταση. Στον Φρανκενστάιν ο αναγνώστης ή ο θεατής στάθηκε για πρώτη φορά έντρομος απέναντι στην ασεβή επιθυμία του ανθρώπου να ξεπεράσει τον δημιουργό του, αλλά και απέναντι στον μεγαλύτερο φόβο του: στο καταστροφικό τέρας–δημιούργημά του.

Δυστοπία και ψυχεδέλεια στον Φίλιπ Ντικ

Ο Φίλιπ Ντικ υπήρξε ένας ιδιόρρυθμος εκπρόσωπος της αμερικανικής αντικουλτούρας. Αγαπούσε τους Jefferson Airplane αλλά και τον Βάγκνερ, είχε εμπειρίες με LSD. Σαν οδοιπόρος στους ονειρικούς κόσμους που επινόησε, προσπαθούσε να διακρίνει το σύνορο πραγματικότητας και φαντασίας.
Πολλές από τις ιστορίες του, που έχουν παράξενους τίτλους, χρησιμοποιήθηκαν ως πρώτη ύλη για φιλόδοξες ταινίες. Το 1982, ο Ρίντλεϊ Σκοτ γύρισε την κορυφαία μέχρι σήμερα ταινία επιστημονικής φαντασίας, το «Μπλέιντ Ράνερ», με οδηγό το «Ονειρεύονται τα ανδροειδή ηλεκτρικά πρόβατα;».
Το Λος Αντζελες του 2019 φαντάζει σαν μετάλλαξη της «Μητρόπολης» του Φριτς Λανγκ: ένας μπαρόκ λαβύρινθος στο ψιλόβροχο και στη θολή πολυχρωμία του neon. Εκεί φτάνουν τέσσερα ανδροειδή, δραπέτες από μια αποικία των ανθρώπων στο Διάστημα, για να ελέγξουν το πρόγραμμα που ρυθμίζει τον χρόνο της ζωής τους.
Στο «Minority Report» (2002) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, τρεις προγνώστες (μεταλλαγμένοι που οραματίζονται τα εγκλήματα πριν συμβούν) «προγράφουν» έναν από τους επικεφαλής της αστυνομίας της Νέας Υόρκης.
Στην «Ολική επαναφορά» (1990) του Πολ Βερχόφεν δεσπόζει το ερώτημα τι είναι αληθινό και τι εικονικό. Ο σκληρός Σβαρτσενέγκερ, ο οποίος άθελά του κάνει την ταινία να μοιάζει με κωμωδία, ταξιδεύει στον Αρη αναζητώντας την αληθινή του ταυτότητα. Στο μυαλό του έχουν εμφυτευτεί αναμνήσεις. Η ίδια ιστορία μεταφέρθηκε φέτος στην οθόνη από τον Λεν Γουάιζμαν. Η δράση αυτήν τη φορά εκτυλίσσεται στη Γη, που θυμίζει μετά την Αποκάλυψη τοπίο.

12 ταινίες –σταθμοί

«Μπλέιντ Ράνερ» (1982). Το πιο ρομαντικό φουτουριστικό νουάρ στην ιστορία του κινηματογράφου. Από τον Ρίντλεϊ Σκοτ.

«Φάρεναϊτ 451» (1966). Του Φρανσουά Τριφό, από το ομότιτλο βιβλίο του Ρέι Μπράντμπερι. Σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, τα βιβλία καίγονται από ομάδες πυροσβεστών και οι αναγνώστες διώκονται. Στην κλίμακα Φαρενάιτ, το 451 είναι οι βαθμοί που αντιστοιχούν στη θερμοκρασία ανάφλεξης του χαρτιού.

«Σολάρις» (1972). Του Αντρέι Ταρκόφσκι, από το βιβλίο του Στανισλάβ Λεμ. Ενας ψυχολόγος φτάνει σε έναν διαστημικό σταθμό–παρατηρητήριο του πλανήτη Σολάρις. Ο ωκεανός του Σολάρις λειτουργεί σαν καθρέφτης για το ασυνείδητο των επιστημόνων που παρακολουθούν τον πλανήτη.

«Αlien» (1979). Ενα εμπορικό διαστημόπλοιο μεταφέρει στα αμπάρια του ένα τέρας από άγνωστο πλανήτη. Του Ρίντλεϊ Σκοτ.

«2001, Οδύσσεια του διαστήματος» (1968). Ταινία–διαστημική χορογραφία, από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, που μεταφέρει στην οθόνη μία ιστορία του Αρθουρ Κλαρκ.

«O πλανήτης των πιθήκων» (1968). Η πιο καλτ περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας με ένα φινάλε αληθινά ονειρικό. Από τον Φράνκλιν Σάφνερ με τον Tσάρλον Iστον.

«Mαντ Mαξ» (1979). Η ταινία του Τζορτζ Μίλερ που έκανε διάσημο τον Μελ Γκίμπσον έχει φόντο μια έρημη Aυστραλία λόγω πυρηνικής καταστροφής.

«Ο πόλεμος των άστρων» (1977). Στο δημοφιλέστερο έπος επιστημονικής φαντασίας, ο Τζορτζ Λούκας ανακύκλωσε ετερόκλητα υλικά, από τα παραμύθια με ιππότες μέχρι το γουέστερν και τα φτηνιάρικα κινηματογραφικά σίριαλ του ’50.

«Oι 12 πίθηκοι» (1995). Το 2013 οι επιζώντες μιας πανδημίας στέλνουν αποστολές στο παρελθόν με σκοπό ν’ ανακαλύψουν τις αιτίες της. Του Τέρι Γκίλιαμ.

«Τα παιδιά των ανθρώπων» (2006). Το Λονδίνο του 2027 θυμίζει άλλοτε το «Μπλέιντ Ράνερ» και άλλοτε ταινίες τρόμου με ζόμπι του Ρομέρο. Του Αλφόνσο Κουαρόν.

«Inception» (2010). Ενας εξπέρ της βιομηχανικής κατασκοπείας παγιδεύεται σε μια εικονική πραγματικότητα. Του Κρίστοφερ Νόλαν.

«Existenz» (1999). Mελλοντολογικό θρίλερ–δοκίμιο του Nτέιβιντ Kρόνεμπεργκ για τη σχέση της ανθρώπινης φύσης με τη μηχανή. Ενα εμφύτευμα εισέρχεται στο κορμί του παίκτη ενός βιντεογκέιμ ελέγχοντας σκέψεις, αναμνήσεις, επιθυμίες, φόβους.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-8-2012

Ο πιο ανθρώπινος Σπάιντερμαν

Ο καλύτερος Σπάιντερμαν έρχεται στις αίθουσες με μια νέα περιπέτειά του που αντικατοπτρίζει τη ρευστότητα και την αντιφατικότητα της αγορίστικης εφηβείας. Ο έφηβος Σπάιντερμαν έχει τον ηρωϊσμό αλλά και τη σύγχιση ενός προσκόπου που η φαντασία του εξάπτεται από την περιέργεια αλλά και από μια ακατέργαστη αίσθηση περί δικαιοσύνης. Συντάσσεται με το καλό, ενίοτε όμως ταλαντεύεται ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος γιατί δεν διαθέτει την παγιωμένη ηθική του ενήλικα. Η φιγούρα του είναι πιο κοντά στη φιγούρα ενός εφήβου όπως ο Χάρι Πότερ, που ακροβατεί ανάμεσα στον αληθινό κόσμο και στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών, παρά με εκείνη ενός ουρανοκατέβατου υπερήρωα-σωτήρα.
Ο Σούπερμαν ή ο Μπάτμαν είναι προικισμένοι με δυνάμεις ανώτερες από εκείνες των απλών ανθρώπων. Ο Σούπερμαν, η αποθέωση του πολιτικώς ορθού, φτάνει στη Γη με διαστημόπλοιο από τον μακρινό πλανήτη Κρύπτον. Ο Μπάτμαν, η ηθική υπεροχή αλλά και η απόλυτη ισχύς της αριστοκρατικής ελίτ της κοινωνίας, είναι ο ζάμπλουτος Μπρους Γουέιν που μεταμφιέζεται σε μασκοφόρο τιμωρό του εγκλήματος. Ο Σπάιντερμαν, πιο σύνθετος και ευάλωτος, προσωποποιεί μια μίξη του φανταστικού ή ψευτικού με το πραγματικό. Ενα ορφανό παιδί, ο Πίτερ Πάρκερ, γόνος ενός ηθικά άμεμπτου επιστήμονα, μεταλλάσσεται σε υπερήρωα μετά από το τσίμπημα μιας αράχνης σε ένα εργαστήριο. Μέχρι το μοιραίο τσίμπημα ήταν ένας συνεσταλμένος έφηβος με υψηλότατο IQ που ζούσε με τον θείο του και τη θεία του σε ένα διαμέρισμα της μικρομεσαίας τάξης. Ο Σπάιντερμαν είναι ένα παιδί πιασμένο στον ιστό της αράχνης, ο πιο ανθρώπινος χάρτινος ήρωας που βγήκε από τη φαντασία των σχεδιαστών της Marvel.
Αυτός ο εξανθρωπισμός του υπερήρωα είναι εμφανής περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο πρόσφατο παρελθόν στη σημερινή κινηματογραφική περιπέτεια του Σπάιντερμαν. Οι σκηνές δράσης ειδικά προς το τέλος της ταινίας όπου αντιγράφονται με τον πιο δημιουργικό τρόπο ο «Κινγκ Κονγκ», ο «Γκοτζίλα», αλλά και ο «Δόκτορ Τζέικιλ και κύριος Χάιντ», θυμίζουν χορογραφία. Το ειδικό βάρος της ταινίας όμως βρίσκεται αλλού: στις ηθικές αμφιταλαντεύσεις του Πίτερ Πάρκερ, που γίνεται τιμωρός των κακών γιατί αισθάνεται υπεύθυνος για τη δολοφονία του θείου για ασήμαντη (;) αφορμή, αλλά και σε ερωτήματα που αφορούν την ταυτότητά του. «Στη δραματουργία υπάρχει μόνο ένα είδος πλοκής το οποίο σχετίζεται με το ερώτημα “ποιός είμαι” που απευθύνει ο ήρωας στο εαυτό του». Με αυτή την ατάκα, φαινομενικά ξεκάρφωτη, από μια καθηγήτρια στο κολλέγιο του Πίτερ Πάρκερ και της φίλης του, Γκουέν Στέισι, κλείνει η ταινία. Το ερώτημα θα μπορούσε να είχε τεθεί και εξαρχής.

ΔΕΙΤΕ

The amazing Spider-Man
Σκηνοθεσία: Μαρκ Γουέμπ
Ερμηνείες: Αντριου Γκάρφιλντ, Εμα Στόουν, Ρις Αϊφανς, Ντένις Λίρι, Μάρτιν Σιν, Σάλι Φιλντ. Πρεμιέρα στις 12/7.

Spider-Man Trilogy
Οι τρεις ταινίες του Σαμ Ράιμι με τον Τόμπι Μαγκουάιρ και την Κίρστεν Ντανστ (2002, 2004, 2007) που επαναποθέτησαν το μύθο του Σπάιντερμαν στο Χόλιγουντ της ψηφιακής εποχής. Κυκλοφόρησαν σε blu-ray έκδοση σε ένα box set.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Κ” της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ

Συναρπαστική εξομολόγηση μίσους

Μερικές από τις πιο εκθαμβωτικές στιγμές του κινηματογράφου φαντάζουν σαν να έχουν φτιαχτεί από άντρες που παραδόθηκαν άνευ όρων στη γυναικεία γοητεία: από τη «Γερτρούδη» του ασκητικού Καρλ Ντράγερ, η οποία αναζητεί τον απόλυτο έρωτα και στο τέλος συναντάει την απόλυτη μοναξιά, μέχρι τα δύο απόλυτα sex symbols του μεταπολεμικού Χόλιγουντ, τη Ρίτα Χέιγουορθ και τη Μέριλιν Μονρό. Η ξανθιά Μέριλιν ταυτίστηκε με την εικόνα του εκρηκτικού θηλυκού που φούντωσε τις φαντασιώσεις των αντρών στα χρόνια των μεγάλων χολιγουντιανών παραμυθιών του ’50. Αξεπέραστο παραμένει το «Επτά χρόνια φαγούρα» του Μπίλι Γουάιλντερ εν έτει 1955. Σχεδόν μία δεκαετία πριν, στο ερωτικό νουάρ «Τζίλντα» του Τσαρλς Βίντορ, η κοκκινομάλλα Χέιγουορθ, ως Γκίλντα, είχε όλα τα αρσενικά στα πόδια της στο πιο υπαινικτικό στριπτίζ στην ιστορία του Χόλιγουντ.
Εβγαζε το μακρύ γάντι της σαν να πετούσε απ’ το κορμί της τη σατέν τουαλέτα της προς το αντρικό κοινό που παραληρούσε ακούγοντας το «Put the blame on Μame» από τα χείλη της. Η «Τζίλντα», αντί του ορθού «Γκίλντα» σύμφωνα με την παράδοση που μας κληροδότησε ο πρώτος Ελληνας διανομέας της ταινίας πριν από μισό αιώνα, αναμένεται σε επανέκδοση στα θερινά σινεμά της Αθήνας στις 5/7.

Σε μισώ, Τζόνι…

Με την Γκίλντα η Χέιγουορθ δημιούργησε έναν μύθο δίνοντας άλλον αέρα στην εικόνα της γυναίκας-αράχνης με την οποία είχε ταυτιστεί η Μάρλεν Ντίτριχ πριν από τον πόλεμο. Η Γερμανίδα Ντίτριχ ήταν μια ψυχρή βαμπ με μπάσα σαγηνευτική φωνή, ενώ η Χέιγουρθ ένα αιλουροειδές θηλυκό με ισπανοϊρλανδέζικο ταμπεραμέντο. Σε έναν λαβύρινθο του νουάρ, όπου η αγάπη και το μίσος είναι συμπληρωματικές όψεις του ιδίου πράγματος, η Γκίλντα παίζει με τους άντρες. «Σε μισώ τόσο πολύ, που θα κατέστρεφα και τον εαυτό μου για να σου κάνω κακό, Τζόνι. Το μίσος είναι συναρπαστικό συναίσθημα και εγώ σε μισώ τόσο, που νομίζω πως θα πεθάνω για σένα, αγάπη μου…». Αυτά τα λόγια, που συμπυκνώνουν ολόκληρη την ταινία, απευθύνει η Γκίλντα στον μοιραίο άντρα της ζωής της, τον Τζόνι Φάρελ (Γκλεν Φορντ)
Αν ο Βίντορ ήταν πιο εμπνευσμένος, ίσως να είχε σκηνοθετήσει το κορυφαίο ερωτικό φιλμ νουάρ από συστάσεως Χόλιγουντ. Η «Τζίλντα» ακολουθεί τον άξονα έρωτας, χρήμα, εξουσία. Η ζήλια και το μίσος (ως ισοδύναμα ενός κρυμμένου, σφοδρού ερωτικού πόθου) εκφράζονται μέσα από έναν (αυτο)καταστροφικό ερωτισμό που τείνει να γίνει φετίχ σε σκηνές όπως αυτή του στριπτίζ που προαναφέρθηκε. «Ολα ήταν θέατρο, Τζόνι, και εσύ ήσουν το εκπληκτικότερο κοινό», λέει προς στο τέλος η Γκίλντα, παραδεχόμενη την ήττα της.
Στο πρώτο μισό της ταινίας η γυναίκα καταστρέφει με σαδιστική ικανοποίηση τον άντρα που αγάπησε στο παρελθόν και συνεχίζει να τον αγαπά και τώρα. Παράλληλα, ένας κροίσος, ιδιοκτήτης καζίνο στο Μπουένος Αϊρες, εξαγοράζει την Γκίλντα (την παντρεύεται) αλλά και τον τυχοδιώκτη Τζόνι. Ο έρωτας και το χρήμα εγκλωβίζουν στο δίπολο εξουσία – υποταγή τούς δύο παλιούς εραστές. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας ο κροίσος εξαφανίζεται και ο Τζόνι παντρεύεται την ατίθαση Γκίλντα. Τη φυλακίζει στη συνέχεια στο σπίτι για να την εκδικηθεί. Ο Βίντορ, όμως, δεν τολμάει να φτάσει στα άκρα, να δείξει το απόλυτο αδιέξοδο και τη μοναξιά των δύο μοιραίων εραστών.

Μπουένος Αϊρες-Καζαμπλάνκα

Ξαναβλέποντας σήμερα την «Τζίλντα» αλλά και τη μυθική «Καζαμπλάνκα», που ξαναπροβάλλεται και αυτή στα θερινά σινεμά, σου δημιουργείται η εντύπωση της παραλλαγής του ίδιου πάνω-κάτω μοτίβου. Και στις δύο ταινίες υπάρχει μια πόλη κέντρο διερχομένων, σε μια ρευστή εποχή. Στην Καζαμπλάνκα του 1942, στο κοσμοπολίτικο μπαρ του Αμερικανού Ρικ (ο καλός της ιστορίας είναι ένας σκληρός άντρας πληγωμένος ερωτικά) συρρέουν τυχοδιώκτες, αντιστασιακοί, λαθρέμποροι και ναζί. Στο Μπουένος Αϊρες της «Τζίλντα», 1946, κέντρο της δράσης είναι το καζίνο του Μπάλιν Μάντσον (ο κακός της ιστορίας είναι ένας δεσποτικός και αινιγματικός άντρας, σε μια γκρίζα ζώνη κοινωνικά και ηθικά). Στο μελόδραμα του Κέρτιζ, όπου κυριαρχεί το ηθικό καθήκον, ο έρωτας εμφανίζεται μόνον στην ιδανική του μορφή και ο πληγωμένος Ρικ φαντάζει σαν ιππότης του παραμυθιού. Στο ερωτικό νουάρ του Βίντορ, όπου κυριαρχεί ο αμοραλισμός, η κόντρα αρσενικού – θηλυκού ξεπερνάει κάθε όριο.

ΔΕΙΤΕ
Τζίλντα (Gilda, 1946)

Ο Τζόνι Φάρελ, ένας Αμερικανός τζογαδόρος που βρίσκεται στο Μπουένος Αϊρες, σώζεται ένα βράδυ χάρη σε έναν μυστηριώδη άγνωστο άντρα. Πρόκειται για τον Μπάλιν Μάντσον, ιδιοκτήτη ενός ημιπαράνομου καζίνο στο οποίο συχνάζει η υψηλή κοινωνία της πόλης.
Ο Μάντσον θα προσφέρει δουλειά στον Τζόνι, που σύντομα θα εξελιχθεί σε διευθυντή του καζίνου. Ο Μάντσον, ο οποίος είναι μπλεγμένος σε ένα διεθνές καρτέλ, επιστρέφει στο Μπουένος Αϊρες έπειτα από ένα ολιγοήμερο ταξίδι του μαζί με μια πρώην τραγουδίστρια και χορεύτρια, την Γκίλντα, την οποία μόλις παντρεύτηκε.
Η Γκίλντα και ο Τζόνι δεν είναι άγνωστοι μεταξύ τους, η κόντρα που θα κλιμακωθεί μεταξύ τους είναι δηλωτική ενός βασανιστικού έρωτα που τους ένωσε στο παρελθόν.
Τα τραγούδια «Αmado mio» και «Put the blame on Μame» από την Ρίτα Χέιγουορθ έμειναν στην ιστορία. Συμπρωταγωνιστούν, Γκλεν Φορντ, Τζορτζ Μακρίντι, Στίβεν Γκέρεϊ. Γυρίστηκε από τον Τσαρλς Βίντορ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1-7-2012

Το ξεχασμένο «Le temps de l’ amour» με τη φωνή της Φρανσουάζ Αρντί κορυφώνει τον «Ερωτα του φεγγαριού», γλυκαίνοντας με την αίσθηση του ρετρό τον πικρό και παράδοξο κόσμο του Γουές Αντερσον. Καλοκαίρι του 1965, ο μικρός Σαμ και η συνομήλική του Σούζι κλέβονται μετά το πρώτο ερωτικό τους σκίρτημα. Για εμάς που παρακολουθούμε την ιστορία τους, το τραγούδι της Αρντί έρχεται σαν μελωδική ανάσα για να γκρεμίσει με τη νοσταλγία την αυστηρή δομή της πομπώδους μουσικής του Μπέντζαμιν Μπρίτεν, με την οποία ξεκίνησε η ταινία.
Η φυγή της Σούζι και του Σαμ είναι η αφορμή για τον Αντερσον, ο οποίος επαναφέρει το μόνιμο και βασικό θεματικό του μοτίβο: την ασφυξία σε ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης εδώ και χρόνια έχει στρέψει την κωμωδία προς το ιδιόρρυθμο, το μη κανονικό, αλλά και το παράλογο.

Τάξη και αταξία

Οι ήρωες που πλαισιώνουν τα δύο παιδιά φαινομενικά είναι ανέκφραστοι, χωρίς πάθη· θυμίζουν, άλλοτε παλιομοδίτικο καρτούν κι άλλοτε φιγούρες από τη συλλογή του Μπάστερ Κίτον. Ο παράξενος χαρτογράφος, ο οποίος παρεμβαίνει σαν σφήνα με πληροφορίες για το μέρος όπου πραγματοποιείται η περιπέτεια του Σαμ και της Σούζι, μοιάζει με ουρανοκατέβατο αφηγητή. Ο αρχηγός σε μια κατασκήνωση προσκόπων, όπου πρωτοαντικρίζουμε τον Σαμ, είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα ενός «νερντ» – όχι σαν και αυτούς που κατακλύζουν σεξοκωμωδίες τύπου «American pie», αλλά σαν κομήτης από τον γαλαξία Ντίσνεϊ. Ο αστυνόμος, που ζει σαν ερημίτης σε τροχόσπιτο και έχει παράνομο δεσμό με τη μητέρα της Σούζι, είναι βαθιά τρυφερός και κοινωνικός άντρας. Ο εκκεντρικός πατέρας του κοριτσιού, που είναι αποτυχημένος σε αυτό του τον ρόλο, συμπληρώνει το καρέ.
Το παιδί προσπαθεί να ξεφύγει από τη σκιά του ενηλίκου. Ο διοπτροφόρος Σαμ, χαρισματικός και μάλλον απρόβλεπτος για τον μικρόκοσμο των προσκόπων, προσωποποιεί τη φαντασία και την αταξία σε ένα «σχολείο» στο οποίο το παιδί μαθαίνει την επιβίωση στη φύση αλλά και την αυστηρή πειθαρχία στην ιεραρχία. Η Σούζι ζει σε ένα σπίτι, εκ πρώτης όψεως παραμυθένιο αλλά στην πραγματικότητα δυσλειτουργικό, σαν κάστρο στο οποίο βασιλεύει η απόλυτη τάξη (τα δωμάτια είναι κύβοι τοποθετημένοι οριζόντια και κάθετα). Ο Σαμ είναι ορφανός και θέλει μια οικογένεια, ενώ η Σούζι θα ’θελε να είναι ορφανή όπως οι ηρωίδες των ιστοριών που διαβάζει.
Ο Αντερσον δεν λέει καινούργια πράγματα, φτιάχνει όμως μια υπέροχη ταινία. Αντιμετωπίζει τον έρωτα αθώα και ηρωικά και τον αφήνει να πέσει σαν κεραυνός σε έναν κόσμο όπου η επικοινωνία και η συναισθηματική επαφή είναι ένα ζητούμενο. Ο Σαμ και η Σούζι έχουν κοινά σημεία με τα προικισμένα παιδιά που συναντήσαμε και στις προηγούμενες ταινίες του. Στην «Οικογένεια Τένενμπαουμ» το παιδί είναι ανήμπορο να διαχειριστεί την ενήλικη ζωή του εξαιτίας της συναισθηματικής ανωριμότητας που του έχει προκαλέσει το τραύμα της πατρικής εγκατάλειψης. Στις σουρεαλιστικές «Υδάτινες ιστορίες» όλα περιστρέφονται γύρω από την απόρριψη του εξώγαμου παιδιού από τον πατέρα – «θεό». Στο πιο εξωτικό «Ταξίδι στο Darjeeling», τρία αδέλφια, χαρισματικοί νεαροί άντρες, φαντάζουν σαν εξωγήινοι σε ένα πάλαι ποτέ παράδεισο των χίπηδων. Αναζητούν εκεί την εξαφανισμένη μητέρα τους μετά τον θάνατο του πατέρα τους.

Ρετρό και μελαγχολία

Ο «Ερωτας του φεγγαριού» είναι ένα ξεχωριστό είδος κινηματογράφου, όπως και το σύνολο του έργου του Αντερσον.
Η κωμωδία υπονομεύει το δράμα και τούμπαλιν, για να γίνει η ραχοκοκαλιά σε μια φόρμα στην οποία έχουν ιδιαίτερο ρόλο και σημασία η γεωμετρία, τα απαλά χρώματα, το παρελθόν ως φαντασιακή εικόνα, αλλά και μια ονειρική αίσθηση της μελαγχολίας που όμως δεν βαραίνει ούτε στο ελάχιστο το κινηματογραφικό κάδρο.
Η Σούζι το σκάει από το «κουτί» και ο Σαμ από το «στρατόπεδο». Το σχέδιο της απόδρασης, διατυπωμένο με λεπτομέρεια χαρτογράφου, θα τους οδηγήσει σε έναν μικρό όρμο στον οποίο θα δώσουν το όνομα «Moonrise Kingdom» (ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας). Εκεί θα ακουστεί το «Le temps de l’ amour» από ένα πικάπ που παίζει με μπαταρίες.

Δείτε
«Ο έρωτας του φεγγαριού» («Moonrise Kingdom», 2012)
Ενας μικρός πρόσκοπος κλέβει την αγαπημένη του, μια ιδιόρρυθμη κοπέλα που ασφυκτιά στη δυσλειτουργική οικογένειά της. Στη συνέχεια το ανήλικο ζευγάρι βρίσκει καταφύγιο σε απομακρυσμένο νησάκι.Παίζουν: Τζάρεντ Γκίλμαν, Κάρα Χέιγουορντ (φωτ.), Εντουαρντ Νόρτον, Μπιλ Μάρεϊ, Φράνσις Μακ Ντόρμαντ, Μπρους Γουίλις, Τίλντα Σουίντον. (Στις αίθουσες)

«Οικογένεια Τένενμπαουμ» («Τhe Royal Tenenbaums», 2001)
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Γουές Αντερσον. Μια ασυνήθιστη αμερικανική κωμωδία με ήρωες τα νεαρότερα μέλη της οικογένειας Τένενμπαουμ. Kάμποσα παιδιά–φαινόμενα που έχουν χάσει την επαφή με το περιβάλλον τους. Παίζουν: Τζιν Χάκμαν, Αντζέλικα Χιούστον, Μπεν Στίλερ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Οουεν Γουίλσον. (Σε dvd)

«Υδάτινες ιστορίες» («Τhe life aquatic with Steve Zissou», 2004)
Ο Στιβ Ζισού, ένας παράξενος ωκεανογράφος και σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ για τον βυθό, θα ζήσει μια κρίση όταν θα εμφανιστεί στο πλοίο του το εξώγαμο παιδί του, που πια έχει γίνει άντρας. Παίζουν: Μπιλ Μάρεϊ, Οουεν Ουίλσον, Κέιτ Μπλάνσετ, Αντζέλικα Χιούστον. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-6-2012

Η αθωότητα σε μια Αμερική-αντίκα

Η νοσταλγία, ο λεπτός σαρκασμός, μια αίσθηση του παραλόγου, αλλά και μια εντύπωση σαν και αυτή που έχουμε όταν παρακολουθούμε προβολή σλάιντ, χαρακτηρίζουν τον «Ερωτα του φεγγαριού». Είναι μια παράξενη ταινία με φόντο μια λεπτομέρεια από τον γεωγραφικό χάρτη της Αμερικής. Εύστοχα σημειώνεται στον βρετανικό «Γκάρντιαν»: Ο Αντερσον ανακαλύπτει την αθωότητα, την εικόνα ενός κόσμου που φαντάζει σαν αντίκα, εκεί όπου ο Ντέιβιντ Λιντς θα ανακάλυπτε τη φρίκη και το αλλόκοτο.
Καλοκαίρι του 1965, δυο χαρισματικά παιδιά, ο 12χρονος Σαμ και η συνομήλική του Σούζι, ερωτεύονται και αποφασίζουν να το σκάσουν. Το σχέδιο για τη μεγάλη φυγή από το δυσλειτουργικό περιβάλλον τους οργανώνεται με κάθε λεπτομέρεια από τον Σαμ που επικοινωνεί με τη Σούζι δι’ αλληλογραφίας. Ο Σαμ θα το σκάσει όπως οι λιποτάκτες στον στρατό από μια θερινή κατασκήνωση προσκόπων, ενώ η Σούζι από ένα σπίτι σαν κουκλόσπιτο που στεγάζει έναν διαλυμένο γάμο. Το ανήλικο ζευγάρι περνάει με βάρκα σε ένα μικρό νησάκι (η ιστορία διαδραματίζεται σε μια ειδυλλιακή περιοχή της Νέας Αγγλίας) και βρίσκει καταφύγιο σε μια παραλία στην οποία δίνει το όνομα «Moonrise Kingdom» (αυτός είναι και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας).
Το όνειρο όμως δεν διαρκεί πολύ. Η αστυνομία (ο Μπρους Γουίλις στον ρόλος ενός αστυνόμου σε κατάθλιψη), οι πρόσκοποι, οι γονείς της Σούζι και μια κοινωνική λειτουργός (ο Σαμ είναι ορφανός) βγαίνουν παγανιά στο νησάκι. Μια μεγάλη καταιγίδα που πλησιάζει δίνει βιβλική διάσταση στη φυγή των παιδιών από τον «παράδεισο» της οικογένειας. Ενα εξαιρετικό εύρημα του Αντερσον και του Ρόμαν Κόπολα που συνυπογράφει το σενάριο.
Στον «Ερωτα του φεγγαριού» επανέρχονται τα μόνιμα θέματα του Αντερσον, η απώλεια της οικόγενειας, η κρίση του γάμου. Ολα αυτά σε μια κλειστή φόρμα: ο κόσμος του Αντερσον είναι ασφυκτικός, παράξενος, ονειρικός, τρυφερός και προπάντων απομονωμένος σαν σε μια γυάλα. Η μη κανονικότητά του δηλώνεται από τη γεωμετρία του κινηματογραφικού κάδρου, αλλά και από τον ιδιαίτερο κώδικα με τον οποίο επικοινωνούν μεταξύ τους οι ήρωες.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 14-6-2012

Το τελευταίο διαπλανητικό ταξίδι του Ρίντλεϊ Σκοτ, τριάντα τρία χρόνια μετά το μνημειώδες «Alien», είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Το είδος ανανεώνεται καθώς ο Σκοτ ανακυκλώνει ιδέες από δικές του ταινίες («Alien», «Blade Runner») σε ένα καλούπι δανεισμένο από το «2001: Οδύσσεια του Διαστήματος» του εστέτ Στάνλεϊ Κιούμπρικ.
Ομως ο «Προμηθέας» του φαντάζει χαμένος στο Διάστημα όταν έρχεται η ώρα της υπέρβασης προς την υπαρξιακή αλληγορία. Το «κινηματογραφικό είδος», η επιστημονική φαντασία, φτάνει στα όριά του καθώς έχουμε βροχή ανεπεξέργαστων σεναριακά ζητημάτων γύρω από τη σχέση δημιουργήματος και δημιουργού, αλλά και γύρω από έννοιες όπως αιωνιότητα, αθανασία, ηθική. Ο «Προμηθέας» είναι ομοιογενής και εντυπωσιακός ως προς τη φόρμα του, αλλά και λιποβαρής ως προς το περιεχόμενό του.

Από τη Γη στη Σελήνη

Το έτος 2094, δύο αρχαιολόγοι, η Σο και ο Χόλογουεϊ, προσεδαφίζονται με το διαστημόπλοιο «Προμηθέας» στη σελήνη ενός πλανήτη σε έναν μακρινό γαλαξία. Το παράτολμο ταξίδι τους άρχισαν να το σχεδιάζουν πριν από πέντε χρόνια, όταν ανακάλυψαν μια πριμιτίφ τοιχογραφία σε σπηλιά στη Σκωτία. Στη ζωγραφιά, ένας γίγαντας δείχνει στους λιλιπούτειους ανθρώπους έναν αστερισμό στον ουρανό.
Ανάμεσα στους επιβάτες του «Προμηθέα» είναι ο υπέργηρος Γουέιλαντ (ο πρόεδρος της πολυεθνικής Weyland Industries που έχει χρηματοδοτήσει την αποστολή), μια σύμβουλός του, η ψυχρή Βίκερς, και το πιστό του (;) ανδροειδές, ο Ντέιβιντ. Τα κίνητρά τους διαφέρουν. Η ιδεαλίστρια Σο και ο ρεαλιστής Χόλογουεϊ θέλουν να κατακτήσουν την απόλυτη γνώση. Ο Γουέιλαντ, η προσωποποίηση της ματαιοδοξίας, έχει κάνει σκοπό της ζωής του να αποκωδικοποιήσει το μυστικό της ζωής για να γίνει αθάνατος. Ο Ντέιβιντ, χαρακτήρας συγγενής με αυτούς που ενσάρκωσαν ο Ρούντγκερ Χάουερ στο Blade Runner και ο Ιαν Χολμ στο «Alien», είναι το τέλειο σώμα που αναζητάει ψυχή.
Το ταξίδι τους στο μέλλον ισοδυναμεί με την επιστροφή τους σε ένα απροσδιόριστο, άχρονο, παρελθόν. Στην άγνωστη σελήνη, μέσα σε μια σπηλιά η εξερευνητική αποστολή θα ανακαλύψει έναν «αρχαίο ναό» στον οποίο η διάταξη και οι αναλογίες των όγκων παραπέμπουν στον «χάρτη» του ταξιδιού, στην τοιχογραφία του σπηλαίου της Σκωτίας: Ενα τεράστιο λίθινο κεφάλι ανθρώπου ορθώνεται στη θέση του ιερού, ενώ μικροί οβελίσκοι είναι τοποθετημένοι γεωμετρικά μπροστά του.

Μπαρόκ και hi tech

Στις πιο εντυπωσιακές στιγμές της ταινίας, η μνήμη των ανθρώπων παρουσιάζεται με τη μορφή ολογραμμάτων αποθηκευμένη μέσα σε διαφανείς κύβους. Επίσης, φωτεινοί ιπτάμενοι «κρίκοι», σαν βραχίονες από λέιζερ που η κίνησή τους θυμίζει το σχήμα της αλυσίδας του DNA, σκανάρουν τις γαλαρίες του «αρχαίου ναού» μεταφέροντας πληροφορίες στο κέντρο της τεχνητής νοημοσύνης του «Προμηθέα». Τα πληκτρολόγια και οι οθόνες κομπιούτερ στο διαστημοπλοίου του «Alien» (1979) φαντάζουν απολιθώματα της τεχνολογίας συγκρινόμενα με τα άυλα ίχνη της εικονικής πραγματικότητας στον σημερινό «Προμηθέα». Αυτό που χαρακτηρίζει όμως την αισθητική των εικόνων της ταινίας είναι μια υφή, σχεδόν ονειρική, αποτέλεσμα της ένωσης του hi tech στοιχείου με το μπαρόκ. Μια εμμονή του Σκοτ, εμφανής στο «Alien» αλλά και στο «Blade Runner».
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η στιγμή που το αινιγματικό ανδροειδές, ο Ντέιβιντ, η προσωποποίηση μιας ανώτερης ευφυΐας χωρίς ηθική, μπαίνει στο κόκπιτ του διαστημόπλοιου του εξωγήινου – θεού (;) που θα μπορούσε και να παραπέμπει σε φουτουριστικό εκκλησιαστικό όργανο. Το παράδοξο και το κολοσσιαίο κυριαρχούν στο σκηνικό, ενώ το άγγιγμα των κουμπιών στο κόκπιτ βγάζει νότες μουσικής.
Στο κλειστοφοβικό «Alien», ο Σκοτ οδήγησε την επιστημονική φαντασία και το θρίλερ σε μια αλληγορία με ψυχαναλυτικές διαστάσεις: ο τρόμος ως κινηματογραφικό είδος θα συνδεθεί με τον ενστικτώδη πανάρχαιο φόβο του ανθρώπου απέναντι στο άγνωστο (η εξωγήινη γλοιώδης μάζα βγαίνει από το «κουκούλι» ενός αστροναύτη που μοιάζει με αιγυπτιακή σαρκοφάγο), αλλά και με τον φόβο της γυναίκας μπροστά στο σεξ (η Ρίπλεϊ και το Αλιεν φαντάζουν και σαν εκδοχή της «Ωραίας και του τέρατος»). Στον «Προμηθέα», όπου δημιουργούνται προσδοκίες για μια ταινία – ναυαρχίδα της φιλμογραφίας του Σκοτ, η συνείδηση του αδιεξόδου δημιουργεί μια επίστρωση νουάρ στις εικόνες. Ο Σκοτ όμως μένει στον αφρό και όχι στο βάθος των πραγμάτων.

Δείτε

Προμηθέας (Prometheus, 2012)

Το 2094 διαστημόπλοιο «Προμηθέας», επανδρωμένο με τα μέλη μιας επιστημονικής αποστολής, προσεδαφίζεται στον δορυφόρο ενός άγνωστου πλανήτη. Μια τοιχογραφία που έχει βρεθεί σε ένα σπήλαιο της Σκωτίας οδήγησε δύο αρχαιολόγους εκεί.
Ο χρηματοδότης της αποστολής, ένας υπερήλικας Κροίσος, ελπίζει πως θα συναντήσει τον δημιουργό της ζωής. Τα φαινόμενα δείχνουν ότι ο δημιουργός θέλει να καταστρέψει το ανθρώπινο είδος.
Το 3D, όπως και στο «Avatar», είναι μέρος της φόρμας της ταινίας και όχι στοιχείο φτηνού εντυπωσιασμού από τον Βρετανό σκηνοθέτη Ρίντλεϊ Σκοτ.
Παίζουν: Νούμι Ράπας, Λόγκαν Μάρσαλ – Γκριν, Μάικλ Φασμπέντερ, Σαρλίζ Θερόν, Γκάι Πιρς, Ιντρις Ελμπα. (Στις αίθουσες).

Αλιεν, ο επιβάτης του Διαστήματος (Alien, 1979)

Ενα διαστημόπλοιο προσγειώνεται σε έναν άγνωστο πλανήτη όπου δέχεται την «επίσκεψη» ενός εξωγήινου τέρατος.
Παίζουν: Σιγκούρνι Γουίβερ, Τομ Σκέριτ, Γιάφετ Κότο, Ιαν Χολμ, Χάρι Ντιν Στάντον. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10-6-2012

Γαλλική κομεντί, με σπιρτόζικο χιούμορ και με αίσθηση του κενού ανάμεσα στο γέλιο και στο γελοίο, γύρω από τα παθήματα ενός κριτικού λογοτεχνίας. Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Φρεντερίκ Μπεργκμπεντέρ. επιτυχημένος συγγραφέας στη Γαλλία, μεταφέρει στην οθόνη ένα δικό του μυθιστόρημα. Ο ήρωάς του αμπελοφιλοσοφεί περί έρωτος τόσο έξυπνα, που το κοινότοπο αποκτάει φινέτσα. Ο Μαρκ Μαρονιέ είναι χωρισμένος και ερωτευμένος με παντρεμένη, με τη σύζυγο ενός μακρινού εξαδέλφου του. Τα φτιάχνει μαζί της και οσονούπω ξεσπούν τα μποφόρ, όχι όμως λόγω του αντίζηλου όπως θα περιμέναμε. Εχει αποκρύψει από την αγαπημένη του ότι είναι ο συγγραφέας ενός σεξιστικού βιβλίου για τον έρωτα, το οποίο παραδόξως έγινε μπεστ σέλερ. Μια αύρα Τριφό και Γκοντάρ κάνει ξεχωριστή την ταινία. Η χημεία μεταξύ Γκασπάρ Προυστ και Λουίζ Μπουργκουέν είναι τέλεια. Γκεστ σταρ ο συνθέτης Μισέλ Λεγκράντ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7-6-2012

Το αγγλικό «Βαθύ μπλε του έρωτα» βάζει πράγματα στη θέση τους, γιατί πολλές φορές μπερδεύουμε το στυλ με τη φόρμα που είναι αναπόσπαστη με το περιεχόμενο. Η ταινία συστήνει σε ένα ευρύτερο κοινό από αυτό των φεστιβάλ τον ιδιόρρυθμο Βρετανό Τέρενς Ντέιβις. Πρόκειται για μια κοινωνική τοιχογραφία της Αγγλίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με αφορμή έναν μοιραίο έρωτα που ακολούθησε ένα γάμο από συνοικέσιο. Επιγραμματικά, το «Βαθύ μπλε του έρωτα» έχει εξαιρετική φόρμα και οσκαρικού επιπέδου ερμηνεία από τη Ρέιτσελ Βάις, είναι κάτι σαν τη κλασική «Σύντομη συνάντηση» με διαφορετικό ύφος και έκβαση.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7-6-2012

Key Largo

Κάθε γενιά έχει τους μύθους της, τα ινδάλματα και τα συνθήματά της. Για την Αμερική του ’40, όλα αυτά συνοψίζονται και στην εικόνα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Πριν από 70 χρόνια, όταν μεσούντος του πολέμου το Χόλιγουντ κατέπλευσε στην Καζαμπλάνκα, ο Μπόγκι αγαπήθηκε όσο λίγοι σταρ του κινηματογράφου, ίσως γιατί το πρόσωπό του ήταν σκληρό ενώ η καρδιά του ραγισμένη. Στην Ευρώπη, η γοητεία του ανακαλύφθηκε κάπως αργά, κυρίως χάρη στους Γάλλους, που στράφηκαν με θαυμασμό στο πιο παραγνωρισμένο είδος του Χόλιγουντ, το φιλμ νουάρ.
Στις παρυφές αυτού του είδους είναι και το «Key Largo» του Τζον Χιούστον, που προβάλλεται σε επανέκδοση με ολοκαίνουργια κόπια στην «Αθηναία». Σε δύο θερινά της πόλης ξαναπαίζεται και η «Καζαμπλάνκα» – η μυθική ταινία του Μάικλ Κέρτιζ, που παραμένει μία από τις δημοφιλέστερες στην ιστορία του κινηματογράφου. Είναι ο μεγαλύτερος χολιγουντιανός μύθος μετά το «Οσα παίρνει ο άνεμος».

Play «As time goes by»…

Ο Ρικ και η Ιζλα έζησαν έναν σύντομο έρωτα στο Παρίσι, σε ένα παρελθόν που φαντάζει τόσο κοντινό, αλλά και τόσο μακρινό λόγω του πολέμου. Ο Ρικ πληγώθηκε στον σιδηροδρομικό σταθμό περιμένοντας μάταια στη βροχή την Ιζλα. Σε ενεστώτα χρόνο, όταν ξανασυναντιούνται τυχαία στην Καζαμπλάνκα, ο Ρικ συνειδητοποιεί ότι η αγαπημένη του ήταν και παραμένει μετέωρη ανάμεσα στο καθήκον και το συναίσθημα. Στο ίδιο δίλημμα είναι εγκλωβισμένος και αυτός: ένας Αμερικανός τυχοδιώκτης και ιδεαλιστής που έχει πολεμήσει στον ισπανικό εμφύλιο κατά των φασιστών. Ποτέ άλλοτε στο σινεμά ο έρωτας δεν θυσιάστηκε τόσο λιτά και πειστικά στον βωμό της ηθικής όσο στην «Καζαμπλάνκα».
Ο πληγωμένος Ρικ είναι η προσωποποίηση μιας ακατέργαστης τρυφερότητας και παράλληλα ο άντρας που θα κολακεύει εσαεί, λόγω της «ήττας» του, την «απόρθητη» ιδανική γυναίκα. «Play it, Sam. Play “As time goes by”», λέει η Ιζλα στον μαύρο πιανίστα στο κλαμπ του Ρικ. Μόνο ο χρόνος επουλώνει βαθιές πληγές… Αν η «Καζαμπλάνκα» οφείλει τη διαχρονική της γοητεία στη χημεία μεταξύ Μπόγκαρτ και Ινγκριντ Μπέργκμαν, δύσκολα αναλογίζεται κάποιος ποια θα ’ταν η μοίρα της αν στη Γουόρνερ είχαν επιμείνει στην αρχική επιλογή του Ρόναλντ Ρέιγκαν για τον ρόλο του Ρικ.

Το χαστούκι του γκάνγκστερ

Στην πιο χαρακτηριστική σκηνή στο «Key Largo», ο σκληρός Εντουαρντ Ρόμπινσον, ένας αρχινονός, χαστουκίζει τον Μπόγκαρτ, βετεράνο–ήρωα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μπόγκι δεν αντιδρά ηρωικά, όπως θα περίμενε κανείς, μένει ατάραχος σοκάροντας τη Λορίν Μπακόλ και τον Λάιονελ Μπάριμορ (η χήρα και ο πατέρας ενός στρατιώτη που έπεσε μαχόμενος στην Ιταλία). Το θάρρος του και ο ανδρισμός του θα φανούν λίγο μετά και με τρόπο ταιριαστό σε αληθινούς άντρες και όχι σε οπλισμένους νταήδες του υποκόσμου: αγνοεί επιδεικτικά τον Ρόμπινσον, ο οποίος βράζει από θυμό, προσφέροντας σαν τζέντλεμαν ένα ποτό στην αλκοολική Κλερ Τρέβορ (μια ξεπεσμένη τραγουδίστρια που υφίσταται τα πάνδεινα από τον αρχινονό αγαπητικό της).
Σήμερα στο «Key Largo» ανακαλύπτουμε όχι την καλύτερη ταινία του Χιούστον, αλλά ένα παραγνωρισμένο έργο του. Ο Χέμινγουεϊ του αμερικανικού κινηματογράφου (και έτσι έχει χαρακτηριστεί ο Χιούστον) κωφεύει στις ιαχές της νίκης, παρουσιάζοντας μια αλληγορία για την Αμερική την επομένη του πολέμου. Ο ήρωάς του, ο Φρανκ Μακ Κλάουντ, είναι ένας κουρασμένος βετεράνος. Πολέμησε στο μέτωπο της Ιταλίας με τον βαθμό του ταγματάρχη και τώρα επέστρεψε με την επιθυμία να ασχοληθεί μόνο με τη θάλασσα. Ο δρόμος του τον φέρνει στο Κι Λάργκο, στο μεγαλύτερο από μια συστάδα νησιών της Φλόριντα, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με γέφυρες, για να εκπληρώσει ένα ηθικό χρέος: να συναντήσει τον ανάπηρο πατέρα και τη νεαρή σύζυγο ενός νεκρού στρατιώτη από το τάγμα του. Στο ξενοδοχείο της οικογένειας του νεκρού έχει καταλύσει μια συμμορία μαφιόζων, εξορίστων στην Κούβα, που σχεδιάζουν την επιστροφή τους στην πατρίδα.
Το «Key Largo» γυρίστηκε το 1948, εποχή φόβου στο Χόλιγουντ λόγω της μαύρης λίστας. Ενα χρόνο πριν, ο Μπόγκι είχε ηγηθεί πορείας καλλιτεχνών στην Ουάσιγκτον κατά της μακαρθικής αντικομμουνιστικής υστερίας.

Δείτε

Key Largo (1948)

Ο απόστρατος ταγματάρχης Φρανκ Μακ Κλάουντ επιστρέφει από τον πόλεμο. Στον πρόλογο της ταινίας, ο Τζον Χιούστον μάς τον παρουσιάζει με έναν αμφίσημο τρόπο, που θα ταίριαζε και για σύσταση φυγάδα, κυνηγημένο από κάτι που δεν προσδιορίζεται επακριβώς. Προορισμός του είναι το νησάκι Κι Λάργκο της Φλόριντα, όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο της οικογένειας Τεμπλ. Ο γιος της οικογένειας έπεσε ηρωικά μαχόμενος και είναι θαμμένος κάπου στην Ιταλία. Το σενάριο βασίζεται στο θεατρικό του Μάξγουελ Αντερσον. Παίζουν: Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Λορίν Μπακόλ, Εντουαρντ Ρόμπινσον, Κλερ Τρέβορ, Λάινελ Μπάριμορ.


Καζαμπλάνκα (Casablanca, 1942)

Στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Καζαμπλάνκα έχει μετατραπεί σε σταυροδρόμι κυνηγημένων που θέλουν να διαφύγουν στις ΗΠΑ, κατασκόπων και τυχοδιωκτών. Το πιο κοσμοπολίτικο στέκι της πόλης είναι το κλάμπ του Ρικ, ενός Αμερικανού που υποφέρει από έναν άδοξο έρωτα. Ενα βράδυ μπαίνει στο κλαμπ αυτή που του προκάλεσε το τραύμα, η Ουγγαρέζα Ιζλα, με τον σύζυγό της, που είναι ηγέτης της Αντίστασης. Γυρίστηκε από τον Μάικλ Κέρτις. Παίζουν: Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Ινγκριντ Μπέργκμαν (φωτ.), Κλοντ Ρέινς.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 3-6-2012

Το 2009 συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από τη γέννηση του Εντγκαρ Αλαν Πόε. Υποθέτω πως με αυτή την αφορμή γυρίστηκε και το «Κοράκι» (**) από τον Τζέιμς ΜακΤιγκ («V for Vendetta»), όχι ο καλύτερος φόρος τιμής για τον πατέρα του αστυνομικού μυθιστορήματος (το «Οι δολοφονίες της οδού Μοργκ» θεωρούνται απαρχή του είδους) αλλά και φάρο του γοτθικού ρομαντισμού στην αμερικανική λογοτεχνία. Ο κινηματογραφικός Πόε (Τζον Κιούζακ) δεν είναι ο εξαρτημένος από το αλκοόλ και το όπιο συγγραφέας που ξέρουμε, παρά τις νύξεις για τους δαίμονες βαθιά μέσα του, αλλά μια καρικατούρα εκκεντρικού ήρωα σε αστυνομική ταινία εποχής. Την κατάσταση δυσχεραίνει η απουσία ατμόσφαιρας μυστηρίου. Ας όψεται το σενάριο που θυμίζει χαρτοκοπτική από γνωστές ιστορίες του Πόε.
Η δράση εκτυλίσσεται το 1849 (χρονιά του θανάτου του Πόε) στη Βαλτιμόρη. Ενας σίριαλ κίλερ σκορπίζει τον θάνατο και τον τρόμο στην πόλη, προκαλώντας τον Πόε που όλοι τον θεωρούν αποτυχημένο συγγραφέα: ο δολοφόνος χρησιμοποιεί τις ιστορίες του όπως ο σκηνοθέτης το σενάριο, παίζοντας ένα παιχνίδι σαν της γάτας με το ποντίκι. Ο νεαρός αστυνομικός επιθεωρητής της Βαλτιμόρης ζητά τη βοήθεια του Πόε για να εντοπίσει τον δολοφόνο. Κάποιες στιγμές νομίζεις πως βλέπεις μια ταινία εποχής σαν άνευρη και αμήχανη παραλλαγή της «Σιωπής των αμνών».

Δημιοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 31-5-2012

Blog Stats

  • 75,046 hits

Αρχείο

Οκτωβρίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπ    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

13η τροποποίηση αμερικανικού συντάγματος Beasts of the southern wild Blancanieves Blockbuster CIA cult Killer Joe Killing them softly Les Miserables New Age Paradies Liebe Αλφρεντ Χίτσκοκ Αμερικανικός εμφύλιος Αννα Καρένινα Βωβό σινεμά Γκορ Βερμπίνσκι Εμίλ Ζολά Επιστημονική φαντασία Ζακ Γαλιφιανάκης Ζαν Λικ Γκοντάρ Ζιλί Ντελπί Κάθριν Μπίγκελοου Κίρα Νάιτλι Κουέντιν Ταραντίνο Κουβενζανέ Γουόλις Λέων Τολστόι Λίνκολν Λαρς φον Τρίερ Λεονάρντο Ντι Κάπριο Μαργκαρέτε Τίζελ Ματ Ντέιμον Μπάρμπα Θωμάς Μπεν Αφλεκ Μπεν Ζέιτλιν Μπραντ Πιτ Μυθικά πλάσματα του Νότου Νανά Ντάνιελ Ντέι Λιούις Οσα Παίρνει ο άνεμος Οσκαρ 2013 Πάμπλο Μπερχέρ Παιχνίδια Εξουσίας Πολ Τόμας Αντερσον Ράσελ Κρόου Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ Σπάικ Λι Στίβεν Σπίλμπεργκ Τζέσικα Τσάστεϊν Τζο Ράιτ Τζόνι Ντεπ Τομ Στόπαρντ Τομ Χούπερ Τόμι Λι Τζόουνς Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν Φρανσουά Οζόν Χαβιέ Μπαρδέμ Χιονάτη Χιου Τζάκμαν Χοακίν Φίνιξ Χολιγουντιανή κωμωδία Χόλιγουντ Ψυχώ αμερικανικός κινηματογράφος γαλλική νουβέλ βαγκ γαλλικός κινηματογράφος γαλλικό σινεμά γουέστερν ελληνικός κινηματογράφος ερωτισμός στον κινηματογράφο μιούζικαλ πολιτικό θρίλερ πορνογραφία σπαγγέτι γουέστερν σύγχρονος αμερικανικός κινηματογράφος σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος

Twitter Updates

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 30 other followers