You are currently browsing Δημητρης Μπούρας’s articles.

Γλυκόπικρη ταινία με μια βαθιά πίστη στον άνθρωπο σε καιρούς που αυτός θεωρείται περιττό φορτίο για την οικονομία. Τα γαλλικά «Χιόνια του Κιλιμάντζαρο» δεν έχουν σχέση με την κλασική χολιγουντιανή ταινία του 1952 ή τις αναμνήσεις του Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Είναι ένα σημερινό δράμα με φόντο τη Μασσαλία, που εκτίθεται στον ήλιο του καλοκαιριού, και θέμα τη ζεστασιά που αναδύεται από την ψυχή του ανθρώπου.
Τα σημερινά «Χιόνια του Κιλιμάντζαρο» είναι μια αψεγάδιαστη τοιχογραφία των λαϊκών και μικρομεσαίων στρωμάτων της Γαλλίας σε εποχές αποβιομηχάνισης. Σε αυτό το σκηνικό, που συντίθεται με όρους κοινωνικού δράματος, ο Γαλλοαρμένιος σκηνοθέτης Ρομπέρ Γκεντιγκιάν τοποθετεί μια σύγχρονη παραβολή για το καλό και το κακό. Ο ίδιος θα αποδειχτεί βαθιά διαλεκτικός και ουδόλως ηθικολόγος. Στο κέντρο του κινηματογραφικού του σύμπαντος βρίσκεται ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, ο Μισέλ και η Μαρί Κλερ, που έχουν παιδιά και εγγόνια και μια στάση θετική απέναντι στη ζωή ακόμη και στις πιο δύσκολες καμπές της. Στο ξεκίνημα της ταινίας ο Μισέλ, παρότι έχει συνδικαλιστική «ασυλία», χάνει τη δουλειά του με… δημοκρατικές διαδικασίες: με κλήρωση επιλέγονται 20 άτομα που θα απολυθούν για να μην κλείσει το εργοστάσιό τους. Στη συνέχεια θα αντιμετωπίσει ένα μεγάλο ηθικό δίλημμα όταν ένας από τους άτυχους της κληρωτίδας, ένας νεαρός που έχει νιώσει για τα καλά τι σημαίνει ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, θα εισβάλει στο σπίτι του. Ληστεύει μαζί με έναν φίλο του τον Μισέλ και τη Μαρί Κλερ που ετοιμάζονται για ένα δεύτερο ταξίδι του μέλιτος στο εξωτικό Κιλιμάντζαρο.
Το βλέμμα του Γκεντιγκιάν είναι διεισδυτικό και βαθιά πολιτικό, ενώ η αφήγησή του σε συνεπαίρνει. Οι εικόνες είναι διαυγείς και οι ήρωες πολύπλοκοι, λες και πρόκειται για μυθιστορηματικούς χαρακτήρες. Αν δούμε την ταινία σαν ένα πολιτικό δράμα, ο Γκεντιγκιάν εστιάζει με ειλικρίνεια τον φακό του στον άνθρωπο προσπερνώντας τη δημαγωγία και τα συνθήματα.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8-3-2012

Στις τελευταίες ώρες του καλοκαιριού…

Tο 1963, ο Λουί Μαλ μετέφερε στην οθόνη το μυθιστόρημα του Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ «Η φλόγα που τρεμοσβήνει» γύρω από την κρίση ενός μεγαλοαστού που αντιμετωπίζει πρόβλημα αλκοολισμού. Η ομότιτλη ταινία του Μαλ συγκαταλέγεται στα πιο συμπαγή γαλλικά υπαρξιακά δράματα εκείνης της εποχής. Σήμερα, ο Νορβηγός Γιοακίμ Τρίερ, που μεγάλωσε με γαλλικές ταινίες, ξανακάνει επίκαιρο το μυθιστόρημα του Λα Ροσέλ.
Το «Οσλο, 31 Αυγούστου» είναι μια εξαίρετη κινηματογραφική διασκευή του εν λόγω βιβλίου. Ο ήρωάς του, ο 34χρονος Αντερς, ολοκληρώνει ένα πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Ερχεται στο Οσλο για μια συνέντευξη για δουλειά σε ένα περιοδικό lifestyle στο πλαίσιο του προγράμματος και ζει το πιο κρίσιμο 24ωρο της ζωής του. Ξημερώματα 31 Αυγούστου παίρνει μια μεγάλη απόφαση…
Ο Αντερς είναι γόνος μεσοαστών και έχει τα πάντα (μέχρι κι ένα κράτος πρόνοιας στο πλευρό του, που του δίνει μια σοβαρή ευκαιρία απεξάρτησης από ουσίες), όμως του λείπει ένας σοβαρότερος λόγος για να ζει. Κάτι που να δικαιολογεί την ύπαρξή του. Το τελευταίο 24ωρο αυτού του καλοκαιριού στο ευημερούν Οσλο που μοιάζει σαν ησυχαστήριο, είναι ο χρόνος που ορίζει την έσχατη εσωτερική περιπλάνηση ενός ρομαντικού της εποχής μας προς αναζήτηση ενός επιχειρήματος υπέρ της ζωής. Ο Αντερς βγαίνει καθαρός από το πρόγραμμα, αλλά «βυθίζεται» στην καθημερινότητα πανέτοιμος να πεθάνει. Παρότι είναι νέος, όμορφος και ποθητός στις γυναίκες, έξυπνος και ταλαντούχος.
Ο κινηματογράφος του 38χρονου Τρίερ (καμία σχέση με τον Λαρς φον Τρίερ) έχει αμεσότητα και ανάλαφρη αίσθηση καθώς ψιθυρίζει μισόλογα για μια βορειοευρωπαϊκού τύπου «μεγάλη ανατριχίλα». Το «Οσλο» είναι ένα σχόλιο για τους ευαίσθητους και εύθραυστους ανθρώπους μιας γενιάς που το μέλλον της καθορίστηκε από το κυνήγι της επαγγελματικής επιτυχίας. Διαφέρει εξωτερικά, αλλά έχει πολλές ουσιώδεις συγγένειες με τις «Τελευταίες μέρες» του Γκας Βαν Σαντ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1-3-2012

Γαλλική σαμπάνια για να διώξουν το άγχος…

Η παροιμιώδης κινηματογραφική «φλυαρία» των Γάλλων αναιρέθηκε για λίγο κι έγινε το θαύμα: μια βωβή γαλλική ταινία ήταν ο μεγάλος νικητής στα Οσκαρ. Το μεγάλο φετινό φαβορί, το «The Artist», δικαίωσε πανηγυρικά τις προγνώσεις. Πολλοί απορούν πώς μια βωβή ταινία υπερίσχυσε στη σύγχρονη αρένα του θεάματος όπου το 3D δίνει και παίρνει. Τα φαινόμενα απατούν ως συνήθως. Επίτευγμα της τεχνολογίας δεν ήταν μόνον το τρισδιάστατο «Ηugo» του Μάρτιν Σκορσέζε (το άλλο μεγάλο φαβορί), αλλά και το «χειροποίητο» δισδιάστατο «The Artist» που δημιουργεί μια ψευδαίσθηση βωβής ταινίας.
Η Ακαδημία απένειμε 5 Οσκαρ (ανάμεσά τους τα σημαντικότερα) σε μια γαλλική ταινία που μιμείται το Χόλιγουντ της εποχής του περάσματος από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο και αναζητάει το γκλάμουρ. Και άλλα 5 (υποδεέστερα, που αφορούν τεχνικές επιτεύξεις) σε ένα αμερικανικό παραμύθι που διαδραματίζεται στο Παρίσι την ίδια πάνω κάτω εποχή και αναζητάει την αθωότητα στο παρελθόν του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Ισοπαλία, φαινομενικά, και στους αριθμούς για δύο ταινίες οι οποίες αποτελούν όψεις του ιδίου νομίσματος: μοιάζουν με φόρο τιμής στο σινεμά σε καιρούς δύσκολους. Η εποχή είναι ρευστή και μεταβατική και για τον κινηματογράφο που βλέπει εισιτήρια διαρκώς να πέφτουν.
Το «Μoneyball» ή οι «Απόγονοι» ίσως είναι καλύτερες ταινίες από το «Τhe Artist», πόσω μάλλον από το «Ηugo». Δεν μπορούν όμως να λειτουργήσουν ως σημαίνον για την ανάδειξη μιας κινηματογραφοφιλίας που προτάσσει τον άνθρωπο ως την κινητήριο δύναμη της βιομηχανίας των ονείρων. Στο «Τhe Artist» επίκεντρο είναι ο ηθοποιός που ακολουθεί ασθμαίνων την τεχνολογική εξέλιξη. Στο «Ηugo» το επίκεντρο είναι ο σκηνοθέτης, ο Ζορζ Μελιές, ο πατέρας της κινηματογραφικής σκηνοθεσίας.
Φέτος, τα Οσκαρ έδωσαν την εντύπωση πως δεν μέτρησαν λεπτομέρειες για να βρουν τον καλύτερο, αλλά λειτούργησαν «συντεταγμένα» αφουγκραζόμενα το άγχος του καλλιτέχνη μπροστά και πίσω από τον κινηματογραφικό φακό.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29-2-2012

Εργοστάσιο ονείρων, το σινεμά

Τα αποψινά Οσκαρ έχουν μια ιδιαιτερότητα: οι δύο ταινίες που διεκδικούν τα περισσότερα βραβεία, το αμερικανικό «Hugo» και το γαλλικό «Τhe Artist», περιστρέφονται γύρω από το σινεμά. Υπό μια έννοια ομφαλοσκοπούν. Υπό μια άλλη, είναι σαν ευφάνταστες «διαλέξεις» κινηματογραφικής ιστορίας που κάνουν την 84η τελετή απονομής των Οσκαρ να μοιάζει με ετεροχρονισμένη γιορτή για τα 100 χρόνια του σινεμά.
Το «Hugo» του Μάρτιν Σκορσέζε, που κυλάει σαν παραμύθι για παιδιά, είναι μια φανταστική ιστορία για τον Ζορζ Μελιές, τον παππού της κινηματογραφικής φαντασίας. Διαδραματίζεται στον σιδηροδρομικό σταθμό του Παρισιού τα χρόνια που τα τρένα κινούνταν με κάρβουνο, και η εικόνα του παίρνει την απόχρωση της σέπιας. Το ασπρόμαυρο «The Artist» του Μισέλ Χαζαναβίσιους, που μοιάζει με παραμύθι με ξεπεσμένους πρίγκιπες και σύγχρονες Σταχτοπούτες, έχει ως ιστορικό φόντο την εποχή του περάσματος από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο και παραπέμπει σε ρεπλίκα βωβής χολιγουντιανής ταινίας.
Μην απορείτε για την εσωστρέφεια και τη θριαμβευτική επιστροφή του σύγχρονου κινηματογράφου, γαλλικού και αμερικανικού, στην εφηβική και παιδική του ηλικία. Σε καιρούς που όλα αλλάζουν άρδην στη ζωή και στο θέαμα, διαφαίνεται μια τάση επαναπροδιορισμού της κινηματογραφοφιλίας καθώς επαναδιατυπώνεται το ερώτημα: υπάρχει ψυχή στο σινεμά και πού βρίσκεται; Το «Ηugo» και το «Τhe Artist» κοιτάζονται στον καθρέφτη του παίρνοντας μια πρωτότυπη πόζα.

Ο σκηνοθέτης

Ο άνθρωπος και ο κόσμος είναι σαν χαλασμένες μηχανές. Μόνον ένα παιδί (η αθωότητα) ή ένας σκηνοθέτης (η τέχνη) μπορεί να τις επισκευάσει. Αυτό πιστεύει ο Σκορσέζε όταν ταυτίζει το βλέμμα του με το βλέμμα ενός πιτσιρικά. Ενα τεράστιο ρολόι στον σταθμό των τρένων του Παρισιού, που φαντάζει σαν μικρογραφία της «Μητρόπολης» του Φριτς Λανγκ, είναι καταφύγιο για τον ήρωά του. Για τον Ουγκό, τον μικρό «Αθλιο» του «Hugo», ο κόσμος είναι άδικος και σκληρός. Ο πατέρας του πεθαίνει ξαφνικά και αυτός έχει να επιλέξει ανάμεσα στο ορφανοτροφείο και το ρολόι, όπου φροντίζει για την ακρίβεια των δεικτών του αντικαθιστώντας στη δουλειά τον μέθυσο θείο του. Μια μέρα, θα κατέβει κρυφά στον σταθμό για να κλέψει ένα μηχανικό παιχνίδι από ένα εργαστήριο επισκευής παιχνιδιών. Χρειάζεται τα εξαρτήματα για να επιδιορθώσει ένα ανθρώπινο ρομπότ προορισμένο να ζωγραφίζει. Λίγο μετά, θα μάθει ότι ο γεροπαράξενος ιδιοκτήτης του εργαστηρίου είναι ο πάλαι ποτέ διάσημος Ζορζ Μελιές, τον οποίο όλοι νομίζουν νεκρό.
Ο μικρός Ουγκό μάς θυμίζει άλλοτε τον Τσάπλιν στους «Μοντέρνους καιρούς» (όταν τρέχει ανάμεσα στα γρανάζια του ρολογιού) και άλλοτε τον Χάρολντ Λόιντ στο «Safety Last» (όταν κρέμεται επικίνδυνα από τους δείκτες του). Η παιδική αθωότητα είναι αυτή που μας οδηγεί μέχρι την καρδιά της μηχανής των ονείρων: Στον σκηνοθέτη, ο οποίος αντιμετωπίζει το σινεμά σαν μια μηχανή που απαθανατίζει όνειρα και όχι σαν μια τεχνική εφεύρεση που μεταφέρει στο φιλμ πτυχές της πραγματικότητας που εντυπωσιάζουν. Ο Σκορσέζε αισιοδοξεί, ο «χαλασμένος» κόσμος ίσως ξαναλειτουργήσει εύρυθμα με το όνειρο, την αυταπάτη και την ελπίδα. Αρκεί ο δημιουργός των ονείρων, ο σκηνοθέτης, να βγει από περιθώριο και ν’ αναλάβει τον ρόλο του.

Ο ηθοποιός

Αν η κινηματογραφική σκηνοθεσία γεννήθηκε στην Ευρώπη από τον πρώην ταχυδακτυλουργό Μελιές, που διέκρινε στην εφεύρεση των Λιμιέρ νέους ορίζοντες για τα μαγικά του κόλπα, το σταρ σίστεμ εφευρέθηκε στην Αμερική, στη βιομηχανία του Χόλιγουντ, που εμπορεύτηκε όσο κανείς άλλος τα όνειρα. Στο «Τhe Artist», το κεντρικό γρανάζι του εργοστασίου ονείρων, η ψυχή του σινεμά είναι ο ηθοποιός. Ενας ημίθεος του 20ού αιώνα που πέφτει με πάταγο από τον ουρανό όταν η τεχνολογία φέρνει ήχο στα κινηματογραφικά στούντιο. Ο Γάλλος Χαζαναβίσους αποφεύγει διακριτικά τον ρόλο του του ως auteur. Σιωπηρά, όπως και οι αφανείς σκηνοθέτες του Χόλιγουντ στα χρόνια του βωβού, καταγράφει το άγχος του ηθοποιού την ώρα που ο ήχος αποκτάει εξαιρετικό βάρος στα όνειρα και γίνεται εφιάλτης.

Δείτε

Hugo (2011)


Το πέρασμα του Μάρτιν Σκορσέζε στην 3D εποχή του θεάματος είναι ένας φόρος τιμής στον Γάλλο πιονιέρο του σινεμά Ζορζ Μελιές. Παρίσι, δεκαετία του ’30, ένα ορφανό αγόρι, ο Ουγκό Καμπρέ, μετακομίζει στο ρολόι του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης. Ο Ουγκό, που πιστεύει ότι ο κόσμος είναι σαν μια μηχανή και πως οι μηχανές δεν έχουν περιττά κομμάτια, ύστερα από ένα παράπτωμά του θα γνωρίσει τον Ζορζ Μελιές, τον πάλαι ποτέ διάσημο σκηνοθέτη, ο οποίος έχει διαγράψει μονοκοντυλιά το παρελθόν του. Το «Ηugo» είναι υποψήφιο για 11 Οσκαρ.
Παίζουν: Αϊσα Μπάτερφιλντ, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Κλόε Γκρέις Μόρετζ, Σάσα Μπάρον Κοέν. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

The Artist (2011)


Μια βωβή γαλλική ταινία, υποψήφια για 10 Οσκαρ. Ενας σταρ του βωβού χάνει τη λάμψη του με την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου.
Μια ανερχόμενη σταρ θα του δώσει το φιλί της ζωής. Του Μισέλ Χαζαναβίσιους. Με τον Ζαν Ντιζαρντέν και την Μπερενίς Μπεζό (φωτ.). (Προβάλλεται στις αίθουσες)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 26-2-2012

Η σκιά του θανάτου στο χιόνι…

«Αν φοβάστε τα άγρια ζώα ή τις πτήσεις θα κάνετε πολύ καιρό να συνέλθετε», μας προειδοποιεί ο Τζο Κάρναχαν. Η ταινία του, «The Grey», είναι ένα μείγμα βιβλικής αλληγορίας, ριάλιτι επιβίωσης στην παγωμένη Αρκτική και b movie τρόμου. Ο τίτλος, που ο διανομέας απέφυγε να αποδώσει στα ελληνικά, υπαινίσσεται τη σκιά του θανάτου στο χιόνι. Ενας ελεύθερος σκοπευτής, ο Οτγουεϊ, που κάποιες στιγμές θυμίζει τον Αχααβ του «Μόμπι Ντικ», είναι πρωταγωνιστής σε μια τιτάνια μάχη με τη φύση για την επιβίωσή του και ταυτόχρονα σε μια αδυσώπητη μάχη με τον εαυτό του, η οποία δίνει υπαρξιακό και φιλοσοφικό βάρος στην ταινία. Ο άνθρωπος είναι ολομόναχος σ’ ένα αδιέξοδο, σ’ ένα μοιραίο κυνηγητό με τον χρόνο.
Ο Οτγουεϊ είναι εγκλωβισμένος σε μια κόλαση από την ημέρα που τον άφησε η γυναίκα του. Ψιθυρίζει συχνά τη φράση «να ζήσω και να πεθάνω σήμερα» και μοιάζει με φάντασμα σε μια περιπέτεια ουτοπικής φυγής. Σαν ένας τυχοδιώκτης που δεν νοιάζεται για την τύχη του. Η δουλειά του είναι στην άκρη του κόσμου, ανάμεσα σε «ανθρώπους ακατάλληλους για την ανθρωπότητα». Είναι μισθοφόρος με αποστολή του να σκοτώνει άγριους λύκους κι αρκούδες που απειλούν τους «πολιτισμένους» εργάτες μιας εταιρείας πετρελαίου στην Αλάσκα.
Η τελευταία περιπέτεια του Οτγουεϊ αρχίζει όταν πέφτει το αεροπλάνο στο οποίο επιβαίνει. Θα επιζήσει μαζί με ελάχιστους από τους επιβάτες και θα γίνει αρχηγός τους σε έναν αγώνα επιβίωσης στο πολικό ψύχος. Ενα κοπάδι άγρυπνων λύκων που τους παρακολουθούν ορίζουν τη μοίρα του… Η μοναδική μου ένσταση αφορά τις σκηνές δράσης που επενεργούν σαν καταναγκασμός στον θεατή.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 23-2-2012

H τραγωδία της Αμερικής στους Δίδυμους Πύργους έδωσε τροφή σε ένα συγκινητικό οικογενειακό δράμα απαλλαγμένο από δημαγωγικές κορώνες και πατριοδοκαπηλεία. Η ταινία περιστρέφεται γύρω από την απώλεια και την αδυναμία ενός αγοριού, που μπαίνει στην εφηβεία, να διαχειριστεί τον χαμό του πατέρα του που θάφτηκε στα συντρίμμια των Πύργων την 11η Σεπτεμβρίου. Η πιο αδύναμη ταινία του Στίβεν Ντάλντρι («Σφραγισμένα χείλη«, «Ωρες»). Με τους Τόμας Χορν (ερμηνεία του είναι ολόκληρη η ταινία), Μαξ φον Σίντοφ, Τομ Χανκς, Σάντρα Μπούλοκ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 23-2-2012

Το μαγικό, το επικό, το ρομαντικό και το φανταστικό ανθούν στις μέρες μας, γίνονται mainstream απηχώντας την Αποκάλυψη στον κόσμο που γκρεμίζεται γύρω μας. Ενας μεταμοντέρνος Μεσαίωνας με χαρακτηριστικά του την αχρονικότητα, τον κυνισμό και το σεξ δεσπόζει στο «Game of Thrones» – τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά του HBO που κυριαρχεί εδώ και μήνες σε μπλογκ και σε συζητήσεις στο Διαδίκτυο. Κάτι σαν ηχηρή ανάμνηση του «Aρχοντα των Δαχτυλιδιών» λίγο πριν από το «Xόμπιτ» του Πίτερ Τζάκσον, που βγαίνει στα τέλη του 2012. (Διόλου τυχαία ο συγγραφέας της σειράς βιβλίων μεσαιωνικής φαντασίας Τζορτζ Ρ. Μάρτιν, «Το τραγούδι της φωτιάς και του πάγου», στα οποία έχει βασιστεί το σίριαλ του HBO, θεωρείται ο Αμερικανός Τόλκιν.) Ζόμπι, βασιλιάδες σαν τον σαιξπηρικό Ριχάρδο Γ΄, σιδερόφρακτοι ιππότες, ορδές βαρβάρων, ραδιουργίες και ακολασίες εφάμιλλες των οργίων των αρχαίων Ρωμαίων δίνουν και παίρνουν.
Στην Αμερική περιμένουν με ανυπομονησία τον νέο κύκλο επεισοδίων του «Game of Thrones». Στην Ελλάδα, άρχισε να προβάλλεται ο πρώτος κύκλος του (10 επεισόδια) από το συνδρομητικό Nova, ενώ αναμένεται οσονούπω και η έκδοσή του σε dvd.
Η γνώριμη εικόνα του κόσμου γκρεμίζεται για να ξαναφτιαχτεί το παζλ μιας νέας εικόνας, στην οποία η έννοια της κοινωνικής συνοχής έχει αντικατασταθεί από την κοινωνική δικτύωση. Ζούμε μια μετάβαση. Ο κινηματογράφος των μαζών και η τηλεόραση «αναθεωρούν το παρελθόν και το μέλλον», προβάλλοντας μια υβριδική εικόνα, στην οποία κυριαρχεί το εκάστοτε ισχυρότερο στοιχείο της δομής της (πότε το graphic novel, πότε το video game, το γοτθικό θρίλερ ή το μεσαιωνικό έπος). Το φαινόμενο του «Game οf Thrones» εκφράζει μια ανάγκη για νέες μυθοπλασίες και μεγάλες αφηγήσεις σαν αντιστάθμισμα στην ανασφάλεια και στο φόβο που κατατρύχουν το συλλογικό ασυνείδητο.
Είναι μια πανάκριβη παραγωγή με εξαιρετικό art directioκαι πλοκή που παρασύρει τον θεατή σε έναν ονειρικά μυθικό κόσμο. Είναι και μια ευφυέστατη μελέτη της εξουσίας αλλά και των αρχετυπικών φόβων του δυτικού πολιτισμού. Από τον παγωμένο Βορρά κατεβαίνει προς τον Νότο ο χειμώνας, μαζί με τα ζόμπι. Από τη ζεστή Ανατολή με τον παροιμιώδη αισθησιασμό της, ξεκινούν με κατεύθυνση τη Δύση οι ορδές ενός Τζένγκις Χαν (ο οποίος έχει κάτι από Δράκουλα στο τελευταίο επεισόδιο του πρώτου κύκλου). Στον φανταστικό κόσμο του «Game of Thrones» ξεσπάει ο πόλεμος για τον βασιλικό θρόνο.
Βία, αίμα, δολοπλοκίες, σαρκασμός, κυνισμός και σεξ (σκηνές γυμνού και ωμοί διάλογοι που δεν συνηθίζονται στην τηλεόραση)… Ολα σαν σε μια σκακιέρα, ή σαν βιντεογκέιμ με επίπεδα δράσης. Για να περάσεις από το ένα στο άλλο πρέπει να «σκοτώσεις» τον ήρωα. Ο Μεσαίωνας χρησιμοποιείται σαν σκηνικό για την αποκάλυψη των ενστίκτων στα θεμέλια του πολιτισμού.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-2-2012

Γεύση ελιάς και χρώμα καρπουζιού

Η πιο ξεχωριστή αίσθηση που έχω για την Κυπαρισσία, την πόλη που γεννήθηκα και έζησα μέχρι τα δεκαοχτώ μου χρόνια, αφορά το πάντρεμα της στεριάς με τη θάλασσα. Η Κυπαρισσία είναι απέναντι στο ανοιχτό πέλαγος, ένα σημείο σε μια απέραντη λωρίδα γης που εκτείνεται παράλληλα με τον ορίζοντα του Ιονίου. Η θάλασσα εκεί, πολλές φορές ανταριάζει και χωρίς το φύσημα του ανέμου. Μεγάλωσα με τη βοή της ακόμη και τις ήσυχες νύχτες του χειμώνα. Παιδί, στον ίδιο ορίζοντα είδα τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα, αλλά και τις πιο εντυπωσιακές συνθέσεις που μπορούν να φτιάξουν τα σύννεφα στον ουρανό, ιδιαίτερα μετά από δυνατές μπόρες τα απογεύματα. Ο ίδιος ορίζοντας γίνεται διαυγής, όταν σταματά η βροχή και ο ουρανός ανοίγει, επιτρέποντας στα μικρά Στροφάδια ν’ αναδυθούν μυστηριακά στον καθρέφτη του Ιονίου. Ακόμη κι όταν βρίσκεσαι χαμηλά, πλησίον της επιφάνειας της θάλασσας, τα βλέπεις πεντακάθαρα. Λίγο μετά τα χάνεις, λες και ξαναβυθίστηκαν στο νερό. Η πιο ονειρική εικόνα που έχω αποκομίσει από τον ουρανό και τη θάλασσα έρχεται από τα ανοιχτά του Κυπαρισσιακού κόλπου.
Πέρα από τη φαντασιακή τοπιογραφία υπάρχει η καθημερινή όψη της πόλης. Η Κυπαρισσία έχει περίπου 6.000 κατοίκους και είναι το κέντρο του Δήμου Τριφυλίας (ένα μικρό διοικητικό κέντρο της Μεσσηνίας σε απόσταση 74 χλμ. από την Καλαμάτα). Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά στους πρόποδες του όρους Αιγάλεω, που οι ντόπιοι το ξέρουν με το όνομα «Ψυχρό» ίσως γιατί είναι το μοναδικό βουνό στη γύρω περιοχή που η κορυφή του κρατάει για λίγο χιόνι τον βαρύ χειμώνα. Για το όνομά της παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Στάθη Παρασκευόπουλου, «Η Κυπαρισσία και η ιστορία των αιώνων της». «Τ’ όνομά της, η Κυπαρισσία τ’ οφείλει κατ’ άλλους μεν στα πολλά κυπαρίσσια, που σαν δάση τη γυρώζωναν στη χαραυγή της ιστορίας της, κατ’ άλλους δε στον Κυπάρισσο. Αυτός ήταν γιος του Μινύα. Ο μύθος πάντα, θέλει τον Κυπάρισσο καλό κυνηγό και φίλο του Απόλλωνος. Κάποτε στο κυνήγι του, σκότωσε ένα ελάφι. Και από τότε μελαγχόλησε. Πριν να πεθάνει, τον λυπήθηκαν οι θεοί και άκουσαν τις παρακλήσεις του. Τον έκαναν κυπαρίσσι».
Η Κυπαρισσία μέχρι πρότινος ήταν ο τελευταίος σταθμός του τρένου που ξεκινούσε από τον Πειραιά και σταματούσε στις παρυφές της, όπου ακόμη και σήμερα ο επισκέπτης διακρίνει ίχνη από δάση κυπαρισσιών. Αν κάτι μου λείπει σήμερα από την πόλη είναι ο σιδηρόδρομος (που αφέθηκε στον μαρασμό και στη συνέχεια καταργήθηκε) και ο σταθμός του τρένου (που κάποτε ήταν ένα από τα πιο πολυσύχναστα σημεία της πόλης, ενώ τώρα, ειδικά κατά την εποχή του ράβδου της ελιάς, έχει καταντήσει καταυλισμός μεταναστών που κοιμούνται σε λεηλατημένα βαγόνια).
Σήμερα, που δεν ζω στην Κυπαρισσία, όμως την επισκέπτομαι πολύ συχνά (αν οι εργολάβοι τελειώσουν τον αυτοκινητόδρομο θα θέλεις δυο με δυόμισι ώρες για να φτάσεις εκεί από την Αθήνα οδηγώντας με σύνεση), έχω την εντύπωση μιας πόλης που προσφέρεται για ξεκούραση. Αρκεί να σε ξεκουράζουν οι βόλτες.
Πεζή, ανεβαίνεις στην παλιά πόλη, την «πάνω πόλη» όπως συνηθίζουν να λένε οι ντόπιοι. Πρόκειται για έναν διατηρητέο οικισμό γύρω από το ενετικό κάστρο – το ιδανικό φυσικό θεωρείο για να απολαύσεις ηλιοβασιλέματα ή για να δεις τον Κυπαρισσιακό κόλπο σε όλο του το μεγαλείο. Ούζα ή τσίπουρο επιβάλλονται. Οταν νυχτώσει, κατηφορίζεις προς την πλατεία της πάνω πόλης (ουσιαστικά ένα μεγάλο πλάτωμα του δρόμου που οδηγεί στο κάστρο) γιατί ήρθε η ώρα για καλοψημένο σουβλάκι και τηγανητές πατάτες. Υπάρχει βέβαια και η «παραδοσιακή» γουρνοπούλα, που κάνει όλες τις ημέρες του χρόνου να μοιάζουν με Τσικνοπέμπτη.
Με αυτοκίνητο, περιπλανιέσαι στα γύρω χωριά -στις κοντινές Ράχες βρίσκεται ο θολωτός τάφος της Περιστεριάς και ένα όμορφο μονοπάτι για πεζοπόρους- σε μια ώρα φτάνεις μέχρι την Πύλο και τις αμμοθίνες της Βοϊδοκοιλιάς. Αν επιζητείς μια ημέρα με πιο πλούσιες εικόνες σε παίρνει και για μια εκδρομή στη Νέδα και στον ναό του Επικούριου Απόλλωνα.
Το καλοκαίρι η Κυπαρισσία είναι παράδεισος. Πολλές είναι οι παραλίες της περιοχής κι εύκολα προσβάσιμες, ενώ η λέξη συνωστισμός σε αυτές είναι άγνωστη. Στην παραλία της «Μπούκας» εκβάλλει και το ποτάμι της περιοχής, ο Αρκαδικός. Στο γειτονικό Καλό Νερό (Καλόνερο το λένε εκεί) θα ανακαλύψετε μία από τις πιο μεγάλες της Ελλάδας, στην οποία μέχρι και Ροβινσώνες μπορεί να αισθανθείτε. Σε μια από τις καντίνες της, στο Βουνάκι, θα περάσετε τα πιο χαλαρά μεσημέρια σας χωρίς δυνατή μουσική στα αυτιά, με κεφτέδες και μπίρα, κατά προτίμηση τη μεσσηνιακή «Νέδα».
Τι είναι η Κυπαρισσία και τα χωριά της; Γεύση ελιάς τον χειμώνα και χρώμα καρπουζιού το καλοκαίρι. Είναι επίσης η πόλη που γεννήθηκε ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, και λυπάμαι γιατί στο σχολείο κανείς δεν μου το ’πε.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 18-2-2012

Ο κατάσκοπος επέστρεψε στο κρύο…


Μάλλον δύσκολο να ταυτιστείς με τον Σμάιλι του Τζον Λε Καρέ. Ταυτίζεσαι πιο εύκολα με έναν καρτουνίστικο Τζέιμς Μποντ κι ας είναι και ψυχολογικό συντρίμμι, παρά μ’ έναν άχρωμο μεσήλικα-τέρας ψυχρής λογικής. Το «Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι» είναι μια περίπλοκη ταινία για κατασκόπους, όχι ένα θρίλερ με σασπένς ή μια περιπέτεια τύπου Μποντ. Η προσέγγιση του μυθιστορήματος του Λε Καρέ από τον Τόμας Αλφρεντσον («Ασε το κακό να μπει») είναι που κάνει την ταινία ξεχωριστή και όχι οι μύθοι των κατασκόπων. Για νοσταλγία, ούτε λόγος. Η ανασύνθεση της εποχής είναι άψογη, όλα συστέλλονται όμως λόγω ψύχους…
Την τελευταία δεκαετία η κατασκοπική θεματολογία επανήλθε στο Χόλιγουντ με (υπέρ)ήρωες εσωτερικά ασταθείς και συναισθηματικά ευάλωτους. Οι νέες περιπέτειες του Μποντ, όπως κι αυτές του Τζέισον Μπορν, απεικονίζουν θεαματικά πτυχές της εποχής μας, εξαφανίζοντας τα γκάτζετ που έκαναν κάποτε ανίκητο τον κοσμοπολίτη σούπερμαν του Φλέμινγκ. Κόντρα στο ρεύμα, ο σημερινός Σμάιλι παραμένει στη δεκαετία του ’70. Ιδιος κι απαράλλαχτος, όπως και στο διάσημο βιβλίο του Λε Καρέ, σε ένα Λονδίνο που κινηματογραφείται μουντά και σκοτεινά σαν τη Βουδαπέστη ή το Βερολίνο του Ψυχρού Πολέμου. Ο Γκάρι Ολντμαν που τον ενσαρκώνει είναι σαν να έχει πάρει τη σκυτάλη από τον Αλεκ Γκίνες της ομότιτλης μίνι τηλεσειράς του BBC από τα τέλη εκείνης της δεκαετίας.

Ο αγέλαστος Σμάιλι

Τα ονόματα ή τα παρατσούκλια των κατασκόπων κρύβουν μια ειρωνεία. Ο αρχηγός τους, ο Control, μοιάζει να ’χει χάσει τον έλεγχο, ενώ ο κεντρικός ήρωας, ο Τζορτζ Σμάιλι, ποτέ δεν χαμογελάει. Η ΜΙ6 προσπαθεί να ξαναποκτήσει τη φήμη της, που επλήγη από το σκάνδαλο Προφιούμο στις αρχές του ’60, και ο Σμάιλι, που έχει οδηγηθεί σε απόσυρση μετά από ένα φιάσκο, ξαναμπαίνει στο παιχνίδι για να αποκαλύψει έναν διπλό πράκτορα στο επιτελείο της βρετανικής αντικατασκοπείας. Μοιάζει με κουρασμένο συνταξιούχο με συμπιεσμένα βαθιά μέσα του συναισθήματα και επιθυμίες.
Το ανέκφραστο πρόσωπο του Σμάιλι είναι σαν μια μάσκα, που παρ’ ολίγον να πέσει στην κομβική και επαναλαμβανόμενη σκηνή της ταινίας. Σε ένα πρωτοχρονιάτικο πάρτι εισβάλλει ξαφνικά ένας Αη Βασίλης με προσωπείο Λένιν και σφυροδρέπανο στο στήθος. Η προσοχή όλων πέφτει πάνω του, το βλέμμα του Σμάιλι όμως απομακρύνεται αργά από το χάπενινγκ του Ψυχρού Πολέμου, αναζητώντας έναν από τους στενούς του συνεργάτες (αντικείμενο ίσως κι ενός ανομολόγητου πόθου του) που αγκαλιάζει κρυφά μια άγνωστη (;) στον κήπο.
Ο Ψυχρός Πόλεμος περιγράφεται σαν μια ψυχρή αύρα που αφήνει μια λεπτή πάχνη στο πρόσωπο και ενίοτε στην ψυχή των κατασκόπων. Μια παγερή αίσθηση που αναδεικνύεται σε βασικό στοιχείο της αισθητικής του Αλφρεντσον, ο οποίος σκηνοθετεί όπως και στο βαμπιρικό «Ασε το κακό να μπει». Ο μοναχικός Σμάιλι είναι σαν μια μούμια σε ένα σκηνικό απόλυτης τάξης (η γραφειοκρατία στο εσωτερικό της MI6). Ενας «τελειωμένος», αλλά «απέθαντος» κατάσκοπος που ξαναμπαίνει στο σκοτάδι για να κινήσει αξιωματικούς και πύργους σε μια αόρατη σκακιέρα.
Το καλό και το κακό δεν υπάρχουν. Ολα είναι διφορούμενα, ενώ οι κατάσκοποι μοιάζουν με ανθρώπους χωρίς πατρίδα σε μια ουδέτερη ζώνη ανάμεσα σε δύο κόσμους. Στον επικίνδυνο κόσμο τους δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, φιλία, ζεστή ανθρώπινη επαφή. Μονάχα πάγος με ελάχιστες ρωγμές απ’ όπου θα μπορούσαν να βγουν τα ανθρώπινα συναισθήματα κατά την κρίσιμη στιγμή της αποτυχίας ή της εσωτερικής κατάρρευσής τους.
Ο Αλφρεντσον αποστασιοποιημένος αδιαφορεί πλήρως για τη δράση. Αυτή είναι και η αχίλλειος πτέρνα του. Σαν να κάνει ένα μοντέρνο σινεμά (ελλειπτικό, με αφηγηματικά κενά και με παλιομοδίτικη όψη), επιχειρώντας να περιγράψει το εσωτερικό κενό του κατασκόπου. Ο Tinker (γανωτής), ο Τailor (ράφτης), ο Soldier (στρατιώτης) και ο Spy (ο άγνωστος Χ αυτής της περίπλοκης ιστορίας) είναι στην ουσία το ίδιο πρόσωπο. Ο καλύτερος παρατηρητής είναι ο μοναχικός, λέει κάποια στιγμή σε ένα παχουλό διοπτροφόρο παιδί ένας από τους κατασκόπους της ταινίας.

Δείτε
Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι (Tinker, Tailor, Soldier, Spy, 2011)

Θα μπερδευτείς, ίσως και να πλήξεις αν δεν έχεις ιδέα περί του μυθιστορήματος του Τζον Λε Καρέ που μεταφέρθηκε στην οθόνη από τον Σουηδό Τόμας Αλφρεντσον. Στο ρεαλιστικό και απομυθοποιητικό «Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι» είναι σαν να μπαίνεις στο μυαλό ενός κατασκόπου. Οι ήρωες της ταινίας είναι άνθρωποι της σκέψης και όχι της δράσης. Πλήθος προσώπων και μικρές ιστορίες συνθέτουν ένα παζλ. 1973, ο αρχηγός της βρετανικής αντικατασκοπείας στέλνει έναν πράκτορα στη Βουδαπέστη για να φέρει στη Δύση έναν Ούγγρο στρατηγό που θα αποκαλύψει το όνομα ενός διπλού πράκτορα στην καρδιά της ΜΙ6. Η αποστολή καταλήγει σε αποτυχία. Ενας παροπλισμένος πράκτορας, ο Σμάιλι, αναλαμβάνει να αποκαλύψει το πρόσωπο του εχθρού. Η έρευνα του Σμάιλι εστιάζεται σε τέσσερα πρόσωπα, πρώην στενούς του συνεργάτες. Παίζουν: Γκάρι Ολντμαν, Κόλιν Φερθ (φωτ.), Μαρκ Στρονγκ, Τομ Χάρντι, Κιάραν Χιντς, Τζάρεντ Χάρις.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29-1-2012

Στην προηγούμενη ταινία του, το «Hunger», ο Αγγλος σκηνοθέτης Στιβ Μακ Κουίν διερευνούσε βασανιστικά, σχεδόν πειραματικά, τις έννοιες του εγκλεισμού και της ελευθερίας έχοντας ως πρόσχημα της δραματουργίας την επιθυμία ενός λαού για αυτοδιάθεση. Τηρουμένων των αναλογιών κάνει το ίδιο και σήμερα στο πιο οικείο, λόγω φόρμας και θέματος, «Shame». Το ανθρώπινο κορμί, που πρωταγωνιστεί και πάλι σ’ ένα μαρτύριο, είναι το κέντρο βάρους μιας ταινίας γύρω από την αλλοτρίωση του έρωτα και τη μετατροπή του σεξ σε εθισμό. Και αυτή τη φορά ο ίδιος ηθοποιός, ο εξαίρετος Μάικλ Φασμπέντερ, γεμίζει το κάδρο.
Το «Hunger» ήταν μια ετεροχρονισμένη αναφορά σε ένα πολιτικό γεγονός καθοριστικό, ηθικά και επικοινωνιακά, για τον πόλεμο του IRA με τη Μάργκαρετ Θάτσερ: στον θάνατο του Μπόμπι Σαντς στις φυλακές Μέιζ στη Βόρειο Ιρλανδία, τον Μάιο του 1981, ύστερα από 66 ημέρες απεργίας πείνας. Το 2008, που προβλήθηκε το «Hunger», οι ιστορίες για τον IRA ήταν μάλλον ντεμοντέ για να γίνουν ταινίες. Αυτό δεν εμπόδισε όμως τον Μακ Κουίν, διάσημο εικαστικό καλλιτέχνη με εμπειρία στο video installation, να φτιάξει μια ταινία, ας μου επιτραπεί, με πρόσχημα τον Μπόμπι Σαντς.

Μεταφυσικό ρέκβιεμ

Σε αυτό το «installation», στις φυλακές του Μέιζ, το κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί στις λεπτομέρειες ενός μαρτυρίου που εξαϋλώνει το ανθρώπινο σώμα καθώς κλιμακώνεται τελετουργικά. Το ενδιαφέρον στο «Hunger» ήταν ο σαρκικός ρεαλισμός του: το κορμί του Μπόμπι Σαντς μοιάζει με έσχατη φυλακή για ένα ελεύθερο πνεύμα. Για τον παροιμιώδη ιρλανδικό καθολικισμό ο Μπόμπι Σαντς ήταν ήδη ένας άγιος. Ετσι, το πολιτικό δράμα μετουσιώνεται σταδιακά σε ένα μεταφυσικό ρέκβιεμ.
Ο ήρωας που ενσαρκώνει ο Φασμπέντερ στο «Shame», ο Μπράντον, μοιάζει με Δον Ζουάν σε μια μοντέρνα και τολμηρή θρησκευτική παραβολή για την εικόνα του μετροσέξουαλ. Ενας ωραίος άντρας, κοινωνικότατος και άνετος με τις γυναίκες, αδυνατεί να χρησιμοποιήσει το σώμα του ως μέσο για να εκφράσει συναισθήματα. Είναι ψυχρός και ανέκφραστος, αλλά και με μια ασαφή επιθυμία να γίνει τρυφερός. Είναι το μόνο που σαλεύει βαθιά μέσα του, κάνοντας αμφίσημη ενίοτε και τη συμπεριφορά του. Για τον Μπράντον, το σεξ είναι ενοχικό, αγοραίο ή μόνο φαντασίωση. Η βαθύτερη επιθυμία του, που τον πνίγει, δεν βρίσκει διέξοδο μέσα από ένα κορμί που το μυαλό του έχει εγκλωβίσει στην πορνογραφία. Το βλέμμα του είναι το άδειο.
Στο «Hunger» ο Μακ Κουίν απέφυγε συστηματικά να δικαιολογήσει τους ήρωές του ηθικά (απουσιάζουν οι αναφορές στο πολιτικό σκηνικό της εποχής). Παρομοίως και εδώ αποφεύγει κάθε αναφορά στην καθημερινότητα ή στο παρελθόν του ήρωά του. Αφήνει να αιωρείται κι ένα μυστήριο γύρω από τη δυσλειτουργική σχέση του Μπράντον με την αδελφή του, γιατί δεν θέλει να τον περιγράψει ψυχολογικά ή να τον αναλύσει ψυχαναλυτικά.

Ταπείνωση

Το «Shame» ανοίγει και κλείνει με την ίδια, περίπου, σκηνή: ο Μπράντον παρασύρει με το βλέμμα του μια άγνωστη στο μετρό σε μια φαντασίωση. Στο ενδιάμεσο υπάρχει το μαρτύριο του σεξ και η τραυματική σχέση του με την αδελφή του, αλλά και με μια συνάδελφό του την οποία έλκει ερωτικά. Νέος, ωραίος, επιτυχημένος και μόνος, ο Μπράντον «πέφτει» από έναν ψηλό γυάλινο πύργο, ένα ροζ ξενοδοχείο στο Μανχάταν, στο πεζοδρόμιο. Ο πόνος της αυτοταπείνωσης θα προκαλέσει ένα σημάδι στο πρόσωπό του αλλά και μια ρωγμή στη φυλακισμένη του ψυχή. Η επανάληψη της σκηνής στο μετρό, όμως, θα μείνει δίχως τέλος.
Το «Shame» απογυμνώνεται από την ηθικολογία και αφήνεται συνειδητά από τον Στιβ Μακ Κουίν στο βλέμμα και στην κρίση του θεατή. Ο κύκλος των συζητήσεων περί «εθισμού στο σεξ» (έχει προηγηθεί η τηλεσειρά «Californication») διευρύνεται σε μια εποχή που το cybersex έχει πάρει διαστάσεις. Τα ενσταντανέ με το πρόσωπο ή το γυμνό κορμί του Μπράντον, αλλά και με τις σκηνές σεξ χωρίς ηδονή, συνθέτουν μια παγερή ταινία για τις ανθρώπινες σχέσεις.

Δείτε
Shame (2011)
Ο σχολαστικός Μπράντον ζει στη Νέα Υόρκη, έχει μια καλή δουλειά και η σχέση του με το σώμα του τον καθορίζει. Είναι εμμονικός με το σεξ, αλλά δεν νοιάζεται για κατακτήσεις ούτε αποκομίζει ευχαρίστηση από τον έρωτα. Ο εθισμός του στην πορνογραφία, στο αγοραίο σεξ, αλλά και οι επιπόλαιες σχέσεις τον χαρακτηρίζουν ως προσωπικότητα. Η κόλαση στην οποία ζει ο Μπράντον μοιάζει με γυάλινο πύργο. Εκεί έρχεται μια μέρα απρόσκλητη η αδελφή του, δημιουργώντας τριγμούς. Παίζουν: Μάικλ Φασμπέντερ, Κάρεϊ Μάλιγκαν (στη φωτογραφία), Νικόλ Μπεχαρί, Λούσι Γουότερς. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

Hunger (2008)
Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Στιβ Μακ Κουίν. Η απεργία πείνας του ηγετικού στελέχους του ΙRA Μπόμπι Σαντς, η οποία κατέληξε στον θάνατό του στις 5 Μαΐου του 1981 σε μια φυλακή της Βορείου Ιρλανδίας, παρουσιάζεται με ρεαλισμό αλλά και με ατμόσφαιρα κλειστοφοβικού θρίλερ. Πρωταγωνιστεί ο Μάικλ Φασμπέντερ. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12-2-2012

Blog Stats

  • 71,997 hits

Αρχείο

Απριλίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

13η τροποποίηση αμερικανικού συντάγματος Beasts of the southern wild Blancanieves Blockbuster CIA cult Jeune & Jolie Killer Joe Killing them softly Les Miserables New Age Paradies Liebe September Αλφρεντ Χίτσκοκ Αμερικανικός εμφύλιος Αννα Καρένινα Βωβό σινεμά Γκορ Βερμπίνσκι Εμίλ Ζολά Επιστημονική φαντασία Ζακ Γαλιφιανάκης Ζαν Λικ Γκοντάρ Η ωραία της ημέρας Κάθριν Μπίγκελοου Κίρα Νάιτλι Κουέντιν Ταραντίνο Κουβενζανέ Γουόλις Λέων Τολστόι Λίνκολν Λαρς φον Τρίερ Λεονάρντο Ντι Κάπριο Μαργκαρέτε Τίζελ Ματ Ντέιμον Μπάρμπα Θωμάς Μπεν Αφλεκ Μπεν Ζέιτλιν Μπραντ Πιτ Μυθικά πλάσματα του Νότου Νανά Ντάνιελ Ντέι Λιούις Οσα Παίρνει ο άνεμος Οσκαρ 2013 Πάμπλο Μπερχέρ Παιχνίδια Εξουσίας Πολ Τόμας Αντερσον Ράσελ Κρόου Σπάικ Λι Στίβεν Σπίλμπεργκ Τζέσικα Τσάστεϊν Τζο Ράιτ Τζόνι Ντεπ Τομ Στόπαρντ Τομ Χούπερ Φρανσουά Οζόν Χαβιέ Μπαρδέμ Χιονάτη Χιου Τζάκμαν Χοακίν Φίνιξ Χολιγουντιανή κωμωδία Χόλιγουντ Ψυχώ αμερικανική κωμωδία αμερικανικός κινηματογράφος γαλλική νουβέλ βαγκ γαλλικός κινηματογράφος γαλλικό σινεμά γουέστερν ελληνικός κινηματογράφος ερωτισμός στον κινηματογράφο μιούζικαλ πολιτικό θρίλερ πορνογραφία σπαγγέτι γουέστερν σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος ταινίες καταστροφής

Twitter Updates

  • Today stats: One follower, No unfollowers and followed 3 people via Unfollowers.com/?s=dt 3 days ago
  • RT @gplios: Δεν ξέρω τι είναι πιο θλιβερό. Ο θάνατος του Μαρκές ή ο "θάνατος" εκείνου του εαυτού μας, τότε που τον διάβασε και τον αγάπησε 3 days ago
  • RT @AnemosNaftilos: “@VanityFair: RIP Gabriel García Marquez. This is how we want to remember him vnty.fr/1tfsTH9 http://t.co/wFCnlb… 3 days ago
  • RT @sophocons: Γκαμπριελ Γκαρσια Μαρκες ηταν τοσο μεγαλος, που εφτιαξε ολοκληρο λογοτεχνικο ρευμα. Ο "μαγικος ρεαλισμος" δεν υπηρχε πριν απ… 3 days ago
  • Στη μαγική αιωνιότητα και ο τελευταίος μεγάλος συγγραφέας του 20ου αιώνα 3 days ago
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 25 other followers