Χίτσκοκ με ολίγη σιλικόνη!

Καινουργια φιλενάδα

Στην «Καινούργια φιλενάδα» του Φρανσουά Οζόν, ένας νεαρός άντρας, χήρος μετά τον αιφνίδιο (;) θάνατο της συζύγου του, καταλαμβάνεται από σφοδρή επιθυμία να φορέσει τα ρούχα της νεκρής. Μια ζωντανή, παντρεμένη γυναίκα (ο απωθημένος πλατωνικός έρωτας της νεκρής από τα παιδικά τους χρόνια), η οποία δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι η επιστήθια φίλη της πέθανε, βρίσκεται διαρκώς δίπλα του για να τον προσέχει. Ο θάνατος, όμως, αναμοχλεύει ρομαντικά το παρελθόν και λειτουργεί σαν καταλύτης.Ο Οζόν, το enfant terrible του γαλλικού κινηματογράφου, επέστρεψε στην επικαιρότητα με διαβρωτικό χιούμορ, καταστάσεις που θυμίζουν Αλμοδόβαρ, αλλά και με δέος για το σινεμά του Χίτσκοκ. Το τελευταίο είναι που προσδίδει κάποιο ενδιαφέρον στην ταινία. Αν έχεις χαλαρή διάθεση, ίσως περάσεις ευχάριστα με την «Καινούργια φιλενάδα». Ενα ψυχολογικό θρίλερ, που ακροβατεί στο χείλος της παρωδίας ενώ φαντάζει και σαν μετάλλαξη του αριστουργηματικού «Δεσμώτη του ιλίγγου». Θα ’ταν απολαυστικό εάν είχε λιγότερη υπερβολή και στις εικόνες του υπήρχε και λίγη ειρωνεία.Πίσω από την «Καινούργια φιλενάδα» κρύβεται η επιθυμία του Οζόν να δημιουργήσει μια χιτσκοκική ταινία γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα, τη διαφορετικότητα και το δικαίωμα στη μητρότητα. Το φινάλε μπορεί και να σας θυμίσει και τη δική μας «Στρέλλα», η οποία πάντως ήταν καλύτερη, γιατί είχε αυθεντικότερο συναίσθημα και λιγότερη σιλικόνη.

Θολό παρόν

Ο Νταβίντ, ο θλιμμένος χήρος, ανοίγει την ντουλάπα της νεκρής και αρχίζει να φαντάζεται πώς θα ήταν ο κόσμος εάν ο ίδιος ήταν γυναίκα. Το παρελθόν του, αμφίσημο σεξουαλικά, έρχεται στο παρόν για να θολώσει την κατά τ’ άλλα ειδυλλιακή επιφάνεια της καθημερινότητάς του, αλλά και την αντρική του ταυτότητα. Ντυμένος με τα ρούχα της νεκρής Λόρας (η άτυχη σύζυγος) φροντίζει το νεογέννητο παιδί τους. Ετσι θα τον αντικρίσει μια μέρα η Κλερ, η φιλενάδα της. Εμβρόντητη από την αποκάλυψη του μυστικού του, θα ακούσει και τη μύχια επιθυμία του: «Θέλω να βγούμε μαζί για ψώνια», της λέει ο Νταβίντ. Είναι στιγμές που δεν ξέρεις εάν ο Οζόν σαρκάζει ή απλώς έχει όρεξη για ανέκδοτα.Στον «Δεσμώτη του ιλίγγου» το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν κάνοντάς το θολό και αβέβαιο. Στοιχειώνει και τους ήρωες. Η ερωτευμένη Κιμ Νόβακ πεθαίνει, ανασταίνεται και ξαναπεθαίνει μπροστά στα μάτια του Τζέιμς Στιούαρτ, ο οποίος πάσχει από ακροφοβία. «Με ενδιέφεραν οι προσπάθειές του να ξαναπλάσει μια γυναίκα από την εικόνα μιας νεκρής. Να το πω απλά, αυτός ο άνθρωπος θέλει να κάνει έρωτα με μια νεκρή, είναι περίπτωση καθαρής νεκροφιλίας», λέει ο Χίτσκοκ σε μία από τις περίφημες συνεντεύξεις του στον Φρανσουά Τριφό. Στην «Καινούργια φιλενάδα», ο ρόλος που ενσαρκώνει ο Ρομέν Ντουρίς (ο Νταβίντ που θέλει να «πεθάνει» και να ξαναγεννηθεί ως Βιρτζίνια) αντιστοιχεί σε αυτόν της Νόβακ. Ο ρόλος που υποδύεται η Αναΐς Ντεμουστιέ (η Κλερ, που θέλει να ξαναπλάσει τη μορφή της Λόρας) αντιστοιχεί σε αυτόν του Στιούαρτ.

Το όνειρο της Κλερ

Αν πάρουμε στα σοβαρά την «Καινούργια φιλενάδα» θα βρεθούμε απέναντι σε ένα από τα πιο ρηχά φιλμ του Οζόν. Αν προσέξουμε, όμως, στην αρχιτεκτονική της, θα διακρίνουμε μια πανέξυπνη ταινία, αμφίσημη ως προς τον άξονα της δραματουργίας της.
Η αστεία, κραυγαλέα μελό, πλευρά της (αν αναζητήσουμε το κέντρο βάρους στον Νταβίντ, που παρασύρεται στη δίνη του πάθους του) φαντάζει σαν άσκηση ιχνογραφίας πάνω από τις γνώριμες καμπύλες και τα σεναριακά στερεότυπα των ταινιών του Αλμοδόβαρ. Στην πλευρά του θρίλερ (που έχει ως αφηγηματικό άξονα την Κλερ, η οποία έχει καλά κρυμμένα τα μυστικά της από τον σύζυγό της) ο Οζόν αντιγράφει πιστά την αυστηρή γεωμετρία του Χίτσκοκ. Αυτή η όψη της ταινίας είναι μάλλον πιο κοντά στο ομότιτλο διήγημα της Ρουθ Ρέντελ, στο οποίο βασίζεται το σενάριο της «Καινούργιας φιλενάδας». Στην πιο κομβική σκηνή, ένα ερωτικό όνειρο της Κλερ θα τη ρίξει στον ίλιγγο του δικού της απωθημένου πάθους και στη συνέχεια θα την μπερδέψει σε μια κόλαση από ενοχές.

ΔΕΙΤΕ

«Η καινούργια φιλενάδα» (Une nouvelle amie, 2014)

Η πιο ηχηρή δήλωση πίστης του Φρανσουά Οζόν στον Αλφρεντ Χίτσκοκ βασίζεται στο διήγημα «Τhe New Girlfriend» (1985) της Βρετανίδας συγγραφέως Ρουθ Ρέντελ. Μια νεαρή παντρεμένη γυναίκα παθαίνει κατάθλιψη μετά τον θάνατο της φίλης της. Ο σύζυγος της νεκρής ντύνεται γυναίκα, περιπλέκοντας την κατάσταση. Παίζουν: Αναΐς Ντεμουστιέ, Ρομέν Ντουρίς, Ραφαέλ Περσονάζ, Ιζίλντ Μπεσκό, Ορόρ Κλεμάν. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

«Δεσμώτης του ιλίγγου» (Vertigo, 1958)

Ο Σκότι (Τζέιμς Στιούαρτ), πρώην αστυνομικός που συνταξιοδοτήθηκε εξαιτίας της υψοφοβίας του, πέφτει σε μια παγίδα. Ενας παλιός φίλος του τού ζητάει να προσέχει τη γυναίκα του γιατί πάσχει από εμμονές και έχει αυτοκτονικές τάσεις. Ο Σκότι γίνεται η σκιά της αινιγματικής ξανθιάς Μάντλεν (Κιμ Νόβακ). Μαγνητίζεται από το βλέμμα της και την ερωτεύεται, όμως αδυνατεί να αποτρέψει το μοιραίο όταν η Μάντλεν ανεβαίνει σαν υπνωτισμένη στο καμπαναριό ενός μοναστηριού. Επειτα από καιρό, συναντά τυχαία μια σωσία της νεκρής, την Τζούντι, και γίνεται ο… Πυγμαλίωνάς της. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-4-2015

Foxcatcher

Το «Foxcatcher» έχει έναν σπουδαίο πρωταγωνιστή, τον Στιβ Καρέλ, που μεταμορφώθηκε και εξωτερικά για να ενσαρκώσει τον υπαρκτό Τζον ντι Ποντ. Βαθύπλουτος με χαμηλή αυτοεκτίμηση, ο Ντι Ποντ ξόδευε απλόχερα εκατομμύρια σε διάφορα χόμπι, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κερδίσει τον σεβασμό των γύρω του και κυρίως της ανάπηρης μητέρας του, η οποία νοιαζόταν περισσότερο για τα καθαρόαιμα του στάβλου της. Υπήρξε ορνιθολόγος, φιλοτελιστής, παλαιστής και ιδιοκτήτης ομάδας ελληνορωμαϊκής πάλης. To 1988, λίγο μετά τους Ολυμπιακούς της Σεούλ, έγινε και δολοφόνος. Πυροβόλησε εν ψυχρώ τον Ντέιβ Σουλτς, ολυμπιονίκη το 1984 στο Λος Αντζελες. Το 2010 πέθανε στη φυλακή. Ο Ντι Ποντ του Καρέλ φαντάζει σαν γερασμένος Κοντορεβυθούλης ευνουχισμένος από τη δεσποτική μητέρα του.
Το «Foxcatcher», βραβευμένο για τη σκηνοθεσία του Μπένετ Μίλερ («Capote») στις Κάννες, κινείται παραπλεύρως της βιογραφίας: χρησιμοποιεί τα υπαρκτά πρόσωπα και τα αληθινά γεγονότα ως υλικά για μια κοινωνική αλληγορία γύρω από τη σχέση αφέντη – δούλου. Μια σχέση, σε ό,τι αφορά τη μυθοπλασία, τραγική και για τους δύο. Το «Foxcatcher» αρχίζει από μια ρεαλιστική συνθήκη, αφετηρία κοινή σε ταινίες όπως το «Ρόκι», μετατοπίζεται όμως αργά και σταθερά σε περιοχές θολές, θα λέγαμε στοιχειωμένες από το φάντασμα του Νόρμαν Μπέιτς του κλασικού «Ψυχώ». Το κοινωνικό και το ψυχολογικό δράμα παίρνουν την υφή ενός θρίλερ, παγερού και κοφτερού σαν σπασμένο γυαλί.

Ο στρατηγός

Για την ιστορία, η οικογένεια Ντι Ποντ έχει τις ρίζες της στη Γαλλία του 18ου αιώνα. Λίγο μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ένας επιφανής Ντι Ποντ, μαθητευόμενος χημικός κοντά στον πατέρα της Χημείας Αντουάν Λοράν Λαβουαζιέ, ήρθε εμιγκρές στην Αμερική όπου ίδρυσε εργοστάσιο παραγωγής πυρίτιδας. Στα χρόνια του αμερικανικού Εμφυλίου οι Ντι Ποντ έκαναν χρυσές δουλειές θέτοντας τα θεμέλια της μετέπειτα δυναστείας τους. Εδώ και δεκαετίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της χημικής βιομηχανίας.
Στο διά ταύτα, το 1987 ο Τζον Ντι Ποντ δελεάζει με το χρήμα, αλλά και με τις πατριωτικές του κορώνες αρχικά τον Μαρκ Σουλτς και στη συνέχεια τον αδελφό του Ντέιβ, επίσης ολυμπιονίκη, και τους παίρνει στην ομάδα του, τη Foxcatcher. Οι παλαιστές του ζουν στις εγκαταστάσεις της ομάδας κοντά στο παλάτι του, σε μια περιοχή όπου είχε λάβει χώρα μια κρίσιμη μάχη του αμερικανικού Εμφυλίου. Οι πρώτες κουβέντες που απευθύνει στον Μαρκ είναι για την Αμερική, η οποία έχει χάσει τις παλιές ηθικές της αξίες και πρέπει πάση θυσία να τις ξαναβρεί. Ονειρεύεται δόξες για τον ίδιο και για τη χώρα στους επερχόμενους Ολυμπιακούς. Στη μακρινή Σεούλ, όμως, το όνειρό του θα αποδειχθεί χιμαιρικό, με τραγικές συνέπειες για τον ίδιο και για τους αδελφούς Σουλτς.

Σαν μολυβένια στρατιωτάκια

Η σκηνοθεσία του Μπένετ κάνει θαύματα. Αξιοποιεί μια σειρά από αντιθέσεις, ενώ αντιστρέφει μεθοδικά και αριστοτεχνικά τον άξονά της: Το ρωμαλέο κορμί του φτωχού παλαιστή Μαρκ Σουλτς, που κοιτάζει συνήθως με λοξό βλέμμα και με το κεφάλι του χαμηλά, παραμερίζεται καθώς ο Μπένετ μετατοπίζει το κέντρο βάρους της ταινίας προς τον Ντι Ποντ με το πλαδαρό κορμί και το υπεροπτικό βλέμμα, που το διαπερνά και ένας λανθάνων ερωτισμός. Σχηματικά, αυτή η διαστρωματική τομή της Αμερικής αποκαλύπτει δύο φέτες σε δυσλειτουργική σχέση: ένα υγιές μυώδες σώμα που συνθλίβεται από έναν νοσηρό εγκέφαλο. Ενα ακόμη πορτρέτο psycho killer!
Ο κινηματογραφικός Τζον ντι Ποντ άλλοτε σκέφτεται σαν στρατηγός με μυαλό μικρού παιδιού που ρίχνει στη μάχη μολυβένια στρατιωτάκια, και άλλοτε φαντάζει σαν νευρωτικός Μαικήνας εγκλωβισμένος σε μια νοσηρή σχέση με την πραγματικότητα. Σε μια σκηνή χαστουκίζει τον αθλητή-μονομάχο του αποκαλώντας τον «αχάριστο πίθηκο». Σε μια άλλη, τραγελαφική και αποκαλυπτική για την ψυχοπαθολογία του «στρατηγού», ο Ντι Ποντ αρνείται να παραλάβει ένα τανκ, που έχει παραγγείλει, επειδή το έφεραν χωρίς πυροβόλο! Στον θαμπό και ψυχρό κόσμο του «Foxcatcher» η ελπίδα για επιτυχία δεν πραγματοποιείται ποτέ. Εξαιρετική ταινία!

Δείτε

«Foxcatcher» (2014)

Η αληθινή ιστορία του βαθύπλουτου Τζον ντι Ποντ και των αδελφών Μαρκ και Ντέιβ Σουλτς, ολυμπιονικών της ελληνορωμαϊκής πάλης, έγινε ταινία από τον Μπένετ Μίλερ. Ο Μαρκ, παιδί χωρισμένων γονιών, που μεγάλωσε με τη φροντίδα του αδελφού Ντέιβ, ζει στην ανέχεια σε μια υποβαθμισμένη συνοικία της πόλης του. Προπονείται καθημερινά με τη βοήθεια του Ντέιβ. Μια μέρα εμφανίζεται ξαφνικά στη ζωή του ο Ντι Ποντ. Τον προσκαλεί στην έπαυλή του και του ζητάει να γίνει μέλος της Foxcatcher, ομάδας ελληνορωμαϊκής πάλης. Ιδιοκτήτης, αποκλειστικός χορηγός, αλλά και «προπονητής» είναι ο ίδιος. Ο νεαρός αθλητής, θαμπωμένος από τη δύναμη, αλλά και από τα πατριωτικά ιδανικά του Ντι Ποντ, δέχεται. Παίζουν: Στιβ Καρέλ, Τσάνινγκ Τέιτουμ (φωτ.), Μαρκ Ράφαλο, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Σιένα Μίλερ.

«Capote» (2005)
H ταινία που έκανε γνωστό τον Μπένετ Μίλερ. Ενα χρονικό της συγγραφής του «Εν ψυχρώ», εκ των μεγαλυτέρων μπεστ σέλερ της μεταπολεμικής Αμερικής. O Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας και πήρε Οσκαρ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 14-12-2014

Jimmys Hall dance Ken Loach film

Στο «Jimmy’s Hall» του Κεν Λόουτς, το στιβαρό σενάριο του Πολ Λάβερτι βασίστηκε στην αληθινή ιστορία του υπαρκτού Τζίμι Γκράλτον, ενός αριστερού Ιρλανδού, ο οποίος μετά τον Εμφύλιο αναγκάστηκε να φύγει μετανάστης στις ΗΠΑ. Η ταινία αρχίζει 10 χρόνια μετά, με την επιστροφή του Γκράλτον στο αγρόκτημά του και στην ηλικιωμένη μητέρα του. Το κραχ του ’29 έχει πλήξει βάναυσα τους μετανάστες.
Το «Jimmy’s Hall» είναι τα ιρλανδικά «Πέτρινα χρόνια»: μια εικόνα της Ιρλανδίας μια δεκαετία ύστερα από εκείνη που μας περιέγραψαν ο Λόουτς και ο Λάβερτι στο αριστουργηματικό τους πολιτικό δράμα «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι». Ο «Αμερικάνος» Τζίμι, ο ηττημένος του Εμφυλίου, επιστρέφει σ’ ένα μουντό και εχθρικό περιβάλλον, φέρνοντας μαζί του ένα γραμμόφωνο και μια στίβα «πλάκες» τζαζ, η οποία τότε χορευόταν. Θέλει την ησυχία του, οι παλιοί του φίλοι όμως τον παροτρύνουν να ζήσει πιο έντονα: θα πρωτοστατήσει στην ανακαίνιση και αναγέννηση ενός μιούζικ χολ, που κάποτε ήταν το πολιτιστικό κέντρο ολόκληρης της επαρχίας. Ο τοπικός ιερέας θα ξεσηκώσει τους πιστούς με κραυγές, αν μη τι άλλο αντιφατικές, για τον «εξαμερικανισμό των ηθών» και για «διάβρωση της κοινωνίας από τους μπολσεβίκους». Παράλληλα, η χώρα ζει το δράμα της: το ντόμινο του μεγάλου κραχ έχει συμπαρασύρει τα πάντα.
Ο Λόουτς δεν μένει σε στερεότυπα ούτε στα ξύλινα λόγια. Δεν συνήθιζε ποτέ. Στο «Jimmy’s Hall», που είναι πυκνό σε συναισθήματα ενώ δεν του λείπει το χιούμορ, τίθενται ζητήματα γύρω από την ευθύνη του ατόμου απέναντι στους τυφώνες της εποχής του, αλλά και γύρω από το πώς ο πολιτισμός, ακόμη και στις πιο απλές και λαϊκές του εκφάνσεις, αλλάζει την καθημερινότητα των ανθρώπων και προκαλεί πανικό στην εξουσία, είτε αυτή εκφράζεται από την εκκλησία είτε από τους οικονομικά ισχυρούς.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 4-12-2014

ΕΚΡΗΞΗ

Μια γυναίκα εξομολογείται

Η «Εκρηξη» έχει φόντο τις δυτικές συνοικίες της Αθήνας και ξαναφέρνει στο προσκήνιο τον Σύλλα Τζουμέρκα, έναν από τους πιο ταλαντούχους σκηνοθέτες του νέου κύματος. Ο Τζουμέρκας εμπιστεύεται το βλέμμα του και το ένστικτό του, δεν αμπελοφιλοσοφεί. Η ένταση, ο θυμός και η απελπισία ενσωματώνονται στη φόρμα της ταινίας χάρη στον καλύτερο σύμμαχό του, την Αγγελική Παπούλια, που δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας.
Η «Εκρηξη» είναι η ιστορία μιας γυναίκας που εξομολογείται μπροστά στον κινηματογραφικό φακό. Η ανάσα της αυξομειώνει τον ρυθμό της ταινίας. «Ο άντρας μου μ’ αγαπάει πολύ, αλλά για κάποιο λόγο αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία για μένα. Είμαι απόλυτα δυστυχισμένη, έχω ζήσει μια γελοία ζωή. Δεν θέλω να ξαναδώ τα παιδιά μου ούτε τον άντρα μου. Προτιμώ τις τύψεις που νιώθω γι’ αυτό, από τη ζωή που ζω τώρα». Η Μαρία (η ηρωίδα) πετάει το κινητό της από το παράθυρο του αυτοκινήτου της και βγαίνει στην εθνική οδό. Η ιστορία της είναι ένα φλας μπακ, στο οποίο ενώνονται σιγά σιγά τα θρύψαλα ενός γυάλινου κόσμου.
Η «Εκρηξη» έχει μια εμμονή με νοσηρές καταστάσεις γύρω από την οικογένεια, το βάρος της οποίας σηκώνει η γυναίκα, αλλά και μια διαύγεια πρωτόγνωρη για ελληνική ταινία. Ο άντρας είναι ευνουχισμένος, κρυφοανώμαλος και κρυφοναζί, ή μονίμως απών. Ο Τζουμέρκας ανακαλύπτει απίστευτη ενέργεια στο πρόσωπο και στο κορμί της ηρωίδας του, δεν είναι όμως σίγουρος πώς να τη διαχειριστεί: η ελευθερία κρατιέται από μια κλωστή για να μη γίνει αυτοκαταστροφή. Ανακαλύπτει επίσης τη λυτρωτική σκληράδα που φέρνει το ελληνικό φως στο αστικό τοπίο. Ούτε εδώ το ένστικτό του τον προδίδει. Σπάνιο χάρισμα για σκηνοθέτη. Μακάρι να τον βοηθούσε περισσότερο το σενάριο, να ήταν πιο πυκνό, να έλειπαν οι υπερβολές και η υστερία όταν μιλούν μεταξύ τους οι ήρωες.
Η «Εκρηξη», σχηματικά αν τη δούμε, είναι η προσγείωση της ηθογραφίας, τύπου «Λευτέρης Δημακόπουλος», στον τραχύ κόσμο της «Ευδοκίας» του Δαμιανού. Η πληθωρικότητά της και οι εμμονές της μετατρέπονται όμως σε παγίδα.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 26-11-2014

Ενα περιστέρι...

Οι χαμηλές πτήσεις του Ρόι Αντερσον και η γεωμετρία του παραλόγου

Με την τελευταία ταινία του Ρόι Αντερσον, ίσως και να πλήξετε. Δεν έχει πλοκή, ούτε ρυθμό που υπαγορεύεται από το μοντάζ. Δεν έχει την πυκνότητα και τον σαρκασμό των δικών του «Τραγουδιών από τον δεύτερο όροφο». Η επανάληψη γίνεται αχίλλειος πτέρνα. Δύο-τρεις σκηνές, πάντως, είναι ό,τι καλύτερο έχει υπάρξει στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο τα τελευταία χρόνια. Ο μακροσκελής τίτλος της, «Ένα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξή του», κατά τον Αντερσον εμπνευσμένος από τον πίνακα του Φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρέγκελ «Οι κυνηγοί στο χιόνι», υπόσχεται σουρεαλιστικές καταστάσεις.
Το φιλμ είναι συρραφή από σκετς, άλλοτε ιλαροτραγικά και άλλοτε με ένα λεπτό στρώμα μαύρου χιούμορ που δίνει αστεία υφή στην τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Από πλευράς φόρμας, είναι η πλήρης αντιστροφή και άρνηση του σινεμά του Μπέργκμαν: ο θρίαμβος της σιωπής απέναντι στον λόγο, στη βαριά κληρονομιά του θεάτρου του Ιψεν ή του Στρίνμπεργκ. Γι’ αυτό και η κατάθλιψη στον ψυχρό κόσμο του Αντερσον, όπου τα ανθρώπινα πρόσωπα φαντάζουν σαν νεκρικές μορφές, είναι ανάλαφρη και έχει ονειρική υφή. Ο θάνατος χάνει το βάρος του, καθώς η κωμωδία συναντάει την παντομίμα και το σινεμά σκοντάφτει στο θέατρο του παραλόγου. Θρίαμβος της σιωπής του Ζακ Τατί, αλλά και της γεωμετρίας του Οτάρ Ιοσελιάνι.
Όπως ο Αίσωπος προσέδωσε ανθρώπινες ιδιότητες στα ζώα για να υπαινιχθεί αδυναμίες και ελαττώματα του ανθρώπου, έτσι και ο Αντερσον «βάζει» ένα περιστέρι να φιλοσοφήσει γύρω από την ύπαρξή του, γύρω από το ανώφελο ξόδεμα της ζωής που γίνεται αντιληπτό όταν έρχεται ο φόβος του θανάτου, θέλοντας να υπαινιχθεί την τύφλα του ανθρώπου, αλλά και του καλλιτέχνη, που υποτίθεται πως υπηρετεί υψηλά ιδανικά.
Η ταινία αρχίζει σε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας με έναν ηλικιωμένο επισκέπτη να χαζεύει ένα ταριχευμένο περιστέρι. Ακολουθούν τρεις σκηνές-ουβερτούρες με τίτλο «Τρεις συναντήσεις με τον θάνατο». Στο κυρίως σώμα της, δύο πλανόδιοι έμποροι «παιχνιδιών» (εμπορεύονται τρικ για γέλιο) γίνονται οι συνδετικοί κρίκοι μιας σειράς επεισοδίων. Ας τους φανταστούμε στα παρασκήνια του «Περιμένοντας τον Γκοντό» ή σε μια Λα Μάντσα του Δον Κιχώτη, αλλόκοτη και όχι ονειρική όπως στις περιγραφές του Θερβάντες.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16-11-2014

IDA

Ο Πολωνός σκηνοθέτης Πάβελ Παβλικόφσκι καλλιτεχνικά έχει πολιτογραφηθεί Αγγλος. Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Τελευταίο καταφύγιο», βραβεύτηκε με τον Χρυσό Αλέξανδρο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στην αυγή της χιλιετίας. H πρόσφατη, το «Ιda», ήρθε πέρυσι με την επιστροφή του στην πατρίδα του. Πρόκειται για αριστοτεχνικά σκηνοθετημένο φιλμ: ατμοσφαιρικό, πυκνό και με ασπρόμαυρη φωτογραφία (Ρίσαρντ Λενσέβσκι, Λούκας Ζαλ) που σε κερδίζει από τα πρώτα κάδρα. Επί της ουσίας, είναι μια βαθιά τομή γύρω από τραύματα της σύγχρονης Πολωνίας που γίνεται με σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις.
Η ιστορία διαδραματίζεται το 1962. Η αθώα Ιντα, ορφανή που μεγάλωσε σε μοναστήρι, λίγο πριν τον όρκο της καλόγριας, συναντάει την μοναδική συγγενή της, την Βάντα, δικαστίνα με ένοχη συνείδηση, η οποία έχει στείλει στην αγχνή πολλούς «εχθρούς του λαού».Μαθαίνει από αυτήν πως είναι κόρη Εβραίων, που τους εκτέλεσαν Πολωνοί στα χρόνια γερμανικής κατοχής για να τους πάρουν το σπίτι. Στην συνέχεια η Ιντα αναζητάει μαζί με τη Βάντα τον τάφο των γονιών σε ένα δάσος. Το «Ida» είναι η εικόνα μιας μελαγχολικής Πολωνίας ανάμεσα στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και στη βαριά σκιά του καθολικισμού.

Brad Pitt;Shia LaBeouf;Michael Pena

Πριν από μερικά χρόνια, στο «Αδωξοι μπάσταρδη» του Κουέντιν Ταραντίνο, ο Μπραντ Πιτ μάζευε σκαλπ Γερμανών στρατιωτών ως αρχηγός μιας ομάδας επίλεκτων Αμερικανών κομάντος, που είχαν πέσει με αλεξίπτωτο στην κατεχόμενη Γαλλία, για να στείλουν ένα συμβολικό μήνυμα στους ναζί: η Αποκάλυψη έρχεται! Στο σημερινό «Fury», του Ντέιβιντ Αγερ, η Γερμανία τον Απρίλιο του 1945 εικονογραφείται σαν τοπίο βιβλικής καταστροφής ύστερα από θεία δίκη. Σε αυτό το πολεμικό ρέκβιεμ, ο διάσημος ηθοποιός ενσαρκώνει έναν αντιήρωα στο σταυροδρόμι του καλού και του κακού.
Στον κινηματογράφο, όπως και στον αληθινό κόσμο, οι πόλεμοι καλά κρατούν λοιπόν. Ηρωικά έπη, εφιαλτικά παραμύθια για τη φρίκη και τη βαρβαρότητα, ελεγείες για τον άνθρωπο που είναι ριγμένος στο βαθύ σκοτάδι φτάνουν κατά καιρούς σαν κύματα στην οθόνη. Το κύμα που αφορά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ξαναφάνηκε στον ορίζοντα του Χόλιγουντ. Πέρυσι, στο ασήμαντο κινηματογραφικά «Μνημείων άνδρες», λίγο μετά την απόβαση στη Νορμανδία, ο Τζορτζ Κλούνεϊ σπεύδει να διασώσει την ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά από τους άρπαγες ναζί, στέλνοντας ένα μήνυμα για την επόμενη ημέρα στην Ευρώπη: σε αυτό το «κυνήγι του θησαυρού» ο γιάνκης πρόλαβε τη σύμμαχο «κόκκινη αρκούδα».

Το όπλο και η γραφομηχανή

Ο Μπραντ Πιτ στο «Fury» δεν έχει την πόζα ούτε το χαμόγελο του Τζορτζ Κλούνεϊ στο «Μνημείων άνδρες». Το σενάριο και η σκηνοθεσία δεν αφήνουν τέτοια περιθώρια. Φαντάζει σαν αναχρονιστικός Αμερικανός αντιήρωας. Ενας μικρός δαίμονας, που ξέφυγε από την «Αγρια συμμορία» του Σαμ Πέκινπα για να προσγειώσει στην πραγματικότητα ταινίες όπως «Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν». Το «Fury» δεν δημαγωγεί στη σκιά της Αστερόεσσας, αναμασώντας κλισέ γύρω από την αξία της οικογένειας, ούτε ακολουθεί τη ρότα μιας ηρωικής πολεμικής ιστορίας. Συντίθεται από θραύσματα της καθημερινότητας του στρατιώτη στον πόλεμο. Το πλήρωμα ενός αμερικανικού τανκς, ενίοτε αποκομμένο από την υπόλοιπη ίλη, περνάει πάνω από χαρακώματα, συνθλίβει ζωντανούς και νεκρούς, μπαίνει σε πόλεις και «ξυρίζει» ό,τι κινείται. Γλιτώνουν μόνον τα παιδιά και οι γυναίκες. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και ένας ατσαλένιος δυνάμει τάφος για το πλήρωμά του.
Ο λοχίας Ντον Κόλιερ (Πιτ), ο «Wardaddy» όπως τον αποκαλούν, είναι ο συνετός αρχηγός του πληρώματος. Μόνο που εδώ σύνεση σημαίνει επιβίωση, αλλά και εκδίκηση: επιστροφή στον μωσαϊκό νόμο του οφθαλμόν αντί οφθαλμού. Το «Σκοτώστε τους ναζί» ακούγεται συχνά καθώς οι ερπύστριες συνθλίβουν το κεφάλι του φιδιού για να ξαναγίνει παράδεισος η κόλαση. Ο «Wardaddy» φαντάζει σαν συνετός πατέρας που εκπαιδεύει τον γιο του, έναν νεαρό στρατιωτικό γραφιά, να πυροβολεί με την ταχύτητα που χτυπάει τα πλήκτρα της γραφομηχανής του. «Ελα να δεις τι κάνει ο άνθρωπος στον συνάνθρωπό του. Βρες πρώτα τη θέση σου και μετά ψάξε να βρεις τον Θεό», του λέει.
Οι εικόνες του «Fury» έχουν την ένταση των φωτογραφιών του διάσημου Ρόμπερτ Κάπα, ο οποίος απεικόνισε τη βία του πολέμου όπως κανείς άλλος φωτογράφος πριν από αυτόν. Τις διακρίνει και ένας κυνισμός όπως αυτός στο σινεμά του Σάμουελ Φούλερ, ο οποίος είχε πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο. Κατά τον Φούλερ, είναι ψεύτικο και ανόητο να κινηματογραφείς έναν στρατιώτη που δακρύζει κοιτώντας τη φωτογραφία της αγαπημένης του την ώρα που πεθαίνει στα χαρακώματα.

Το κτήνος του πολέμου

Το «Fury» σφίγγει σαν αγχόνη γύρω από τον λαιμό της Γερμανίας, δευτερόλεπτα πριν από την ολοκληρωτική της ήττα. Το θέαμα του πολέμου είναι σε κοντινό και σκοτεινό πλάνο, με χολιγουντιανή ρεαλιστική ακρίβεια, αλλά και με σκέψη που ξεχωρίζει την ταινία από τα πολεμικά έργα του συρμού. Ενα μείγμα από λάσπη, ανθρώπινη σάρκα, εθισμό στον θάνατο, φόβο, οργή, ταπείνωση, βαριές ανάσες του ανθρώπου που αναγκάζεται να συμφιλιωθεί με την άγρια φύση του. Σε αυτή την γκρίζα ζώνη του πολιτισμού, ο άνθρωπος πλησιάζει άλλοτε τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο και άλλοτε το κτήνος. Αυτή η μυθοπλαστική εικόνα της Γερμανίας κάτω από τις ερπύστριες του «Fury», θαμπή και κοντά στο ασπρόμαυρο, θα λειτουργούσε και ως αντίστιξη στο φωτεινό ιδεώδες των ντοκιμαντέρ της Λένι Ρίφενσταλ. Ο πόλεμος συνήθως είναι βρώμικος, κυριολεκτικά και μεταφορικά, οι σταυροί στο μέτωπο όμως είναι καθαροί και ας στάζουν αίμα. Ο Αγερ αφήνει μια χαραμάδα στον ανθρωπισμό.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στα 35 mm

ΤΒΡΟ
«Οι 4 της ηρωικής ταξιαρχίας» (The Big Red One, 1980). Φρίκη, βία και σαρδόνιο χιούμορ από τον Σάμουελ Φούλερ. Ενας βετεράνος λοχίας παραδίδει στην πράξη μαθήματα επιβίωσης σε τέσσερις στρατιώτες. Το «Fury» μας τον θυμίζει.

«Διμοιρία αυτοκτονίας» (Walk in the Sun, 1945). Σπουδαία ταινία του Λιούις Μάιλστοουν, μείγμα περιπέτειας και ψυχολογικού δράματος. Μια διμοιρία Αμερικανών στην Ιταλία προσπαθεί να καταλάβει μια αγροικία-φυλάκιο των Γερμανών.

«Ελα να δεις» (Come and See, 1984). Φόρος τιμής από τον Ελεμ Κλίμοφ στους νεκρούς των 618 χωριών της Λευκορωσίας που ισοπεδώθηκαν από τους Γερμανούς το 1943. Η πολεμική περιπέτεια συναντά τους εφιάλτες του Ιερώνυμου Μπος.

«Η γέφυρα του ποταμού Κβάι» (Τhe Bridge on the River Kwai, 1957). Το μαρτύριο αλλά και οι ψευδαισθήσεις μιας ομάδας Βρετανών αιχμαλώτων σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των Γιαπωνέζων. Του Ντέιβιντ Λιν.

«Το υποβρύχιο» (Das Boot, 1997). Επανέκδοση σε director’s cut της πιο κλειστοφοβικής πολεμικής ταινίας. Η ζωή σε ένα γερμανικό υποβρύχιο στα χρόνια του πολέμου. Του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν.

«Σιδηρούς σταυρός» (Cross of Iron, 1977). Η σύγκρουση δύο αξιωματικών των Ες Ες σε μια αποδεκατισμένη γερμανική διμοιρία στο ρωσικό μέτωπο. Ελεγεία του Σαμ Πέκινπα.

«Μέμφις Μπελ» (Memphis Belle, 1990). H ζωή και ο θάνατος σε ένα «ιπτάμενο φρούριο» – έτσι αποκαλούσαν οι Αμερικανοί τα θρυλικά βομβαρδιστικά Β-17. Του Μάικλ Κάτον Τζόουνς.

«Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» (Saving Private Ryan, 1998). Yμνος του Στίβεν Σπίλμπεργκ στην πατρίδα και στην οικογένεια, αλλά και η πιο συναρπαστική αναπαράσταση της απόβασης στη Νορμανδία και των οδομαχιών στο εσωτερικό της.

«Λεπτή κόκκινη γραμμή» (The Thin Red Line, 1998). O λυρισμός στον ομφαλό της πιο φιλοσοφημένης πολεμικής περιπέτειας. Του Τέρενς Μάλικ.

«Οι σημαίες των προγόνων μας» (Flags of Our Fathers) / «Γράμματα από το Ιβο Τζίμα» (Letters From Iwo Jima), 2006. Δίπτυχο του Κλιντ Ιστγουντ για το έπος των Αμερικανών στο ηφαιστειογενές νησί-φυλάκιο των Γιαπωνέζων στον Ειρηνικό.

Για το τέλος, μία τηλεοπτική νότα: Η θρυλική σειρά «Μάχη» (Combat, 1962-67), με τον Βικ Μόροου, επηρέασε γενιές τηλεθεατών και στην Ελλάδα. Πολύ πιο πρόσφατα, η μεγάλη ΗΒΟ μάς έδωσε τα επικά «The Band of Brothers» (2001) και «The Pacific» (2009), που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 23-11-2014

κλμ

Η κινηματογραφική ιστορία του Αμερικανού δημοσιογράφου Γκάρι Γουέμπ ίσως θα έπρεπε να αρχίζει από τo τραγικό του τέλος: την αυτοκτονία του με δύο (!) σφαίρες στο κεφάλι, που αφήνει τη φαντασία αλλά και τις θεωρίες συνωμοσίας να οργιάζουν. Το συμβάν, τον Δεκέμβριο του 2004 στην Καλιφόρνια, έκλεισε τον κύκλο της ζωής ενός ρεπόρτερ ο οποίος παραλίγο να ζήσει δόξα σαν και αυτή των Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπερνστάιν, που αποκάλυψαν το Ουότεργκεϊτ.
Το 1996 ο Γουέμπ δημοσίευσε τρία άρθρα του στη San Jose Mercury News, μικρή αλλά έγκριτη εφημερίδα, σχετικά με την ανάμειξη της CIA σε εμπόριο ναρκωτικών για την εξεύρεση πόρων προς υποστήριξη των παραστρατιωτικών Κόντρας στη Νικαράγουα. Μέγα πολιτικό σκάνδαλο για την κυβέρνηση Ρέιγκαν, το ρεπορτάζ όμως φαίνεται πως είχε κενά. Ο Γουέμπ καταστράφηκε επαγγελματικά και στη συνέχεια έπεσε σε κατάθλιψη. Δύο χρόνια μετά, όταν βγήκαν στη φόρα πολλά άπλυτα της CIA επιβεβαιώνοντας εν μέρει τις «φανταστικές» ιστορίες του, ξέσπασε το «ροζ» σκάνδαλο του Κλίντον και της Μόνικα Λεβίνσκι, το Μόνικαγκεϊτ, και όλα ξεχάστηκαν μεμιάς.
Η ταινία του Μάικλ Κουέστα «Ο αγγελιοφόρος πρέπει να πεθάνει» φέρνει όλα αυτά στην επικαιρότητα. Ο τίτλος της, φαινομενικά ασύνδετος με το περιεχόμενό της, ανακαλεί στη μνήμη το θεατρικό έργο, αλλά και την ταινία του Τομ Στόπαρντ «Ο Ρόζενγκραντς και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί». Εκεί, η μοίρα των μικρών και ασήμαντων ανθρώπων, που εμπλέκονται με μηχανισμούς της εξουσίας, είναι ο θάνατος.

Εκτυφλωτικό φως

Ο Γουέμπ, υπέρμαχος της ερευνητικής δημοσιογραφίας, είχε αρκετές γνωριμίες με «κακούς» – τους θεωρούσε πιο ειλικρινείς από τους «καλούς». Μια έρευνά του γύρω από κατασχέσεις περιουσιών ατόμων που κατηγορούνταν για εμπόριο ναρκωτικών πριν ακόμη δικαστούν και καταδικαστούν, τον έφερε κοντά στο μεγάλο λαβράκι. Η φιλενάδα ενός μεγαλέμπορου του έδωσε ένα εμπιστευτικό έγγραφο των ανακριτικών αρχών, από το οποίο διαφαινόταν η διαπλοκή της CIA με τους βαρώνους της κοκαΐνης. O Γουέμπ έφτασε μέχρι τις φυλακές της Νικαράγουας για να μαζέψει αποδείξεις. Τα στοιχεία φαίνονταν πως είχαν δέσει μεταξύ τους, έλειπε όμως ένα «βαθύ λαρύγγι», ένας insider από τη CIA, για να δέσει η ιστορία γερά και από την πλευρά των «καλών».
Τα άρθρα του, υπό τον γενικό τίτλο «Dark Alliance», προκάλεσαν σοκ. Το ζήτημα έλαβε και φυλετικές διαστάσεις: οργανώσεις εγχρώμων του Λος Αντζελες κατηγόρησαν τη CIA ότι ευθύνεται για τη ραγδαία εξάπλωση του φτηνού κρακ καλώντας τον κόσμο να βγει στους δρόμους. Στους L.A. Times έτριβαν τα μάτια τους μην μπορώντας να πιστέψουν ότι έχασαν μια τέτοια ιστορία. Στα κεντρικά της CIA χτύπησε συναγερμός.
Σύμφωνα πάντα με την ταινία, οι προβολείς που στράφηκαν προς τη San Jose Mercury News ήταν σαν τις λάμπες στα γραφεία όπου οι αστυνομικοί ανακρίνουν υπόπτους. Το εκτυφλωτικό φως έκαψε τον Γουέμπ, ο οποίος είχε ήδη μοιραστεί ένα Πούλιτζερ με τους συναδέλφους του για άλλη υπόθεση, βυθίζοντας το «Dark Alliance» στο σκοτάδι.
Στο πρώτο μέρος της ταινίας παρακολουθούμε ένα χρονικό, στο δεύτερο, που είναι και το καλύτερο, ένας πράκτορας της CIA εμφανίζεται νύχτα στο διαμέρισμα του Γουέμπ και του επιβεβαιώνει το ρεπορτάζ του. Αρνείται όμως να μιλήσει δημοσίως. Παράλληλα, στη CIA ενορχηστρώνεται μια επιχείρηση σπίλωσης του Γουέμπ, στην οποία αφήνεται να εννοηθεί πως συνέργησαν με τη σιωπή τους και τα κυρίαρχα media.
Στις ΗΠΑ η ταινία έχει προκαλέσει συζητήσεις για το «Dark Alliance». Στo αριστερό περιοδικό The Nation, ο Γκρεγκ Γκράντιν υπεραμύνεται των όσων υποστηρίζουν ο Κουέστα και ο σεναριογράφος του, Πίτερ Λέιντσμαν, επιρρίπτοντας ευθύνες στα μεγάλα συγκροτήματα του Τύπου.
Στη Washington Post, αντίθετα, ο Τζεφ Λιν διατυπώνει την άποψη πως ο Γουέμπ δεν ήταν «ήρωας της δημοσιογραφίας, παρά τα όσα μας λέει η ταινία», καθώς δεν είχε «σαφείς αποδείξεις για να κατηγορήσει τη CIA για συνειδητή και εσκεμμένη εμπλοκή της» σε εμπόριο ναρκωτικών. Πάντως, δεν αμφισβητεί ότι οι μυστικές υπηρεσίες έκαναν τα στραβά μάτια, ούτε αποκλείει σχέσεις τους με ανθρώπους του υποκόσμου.

Δείτε

Ο αγγελιοφόρος πρέπει να πεθάνει (Kill the Messenger, 2014)
Πολιτικό θρίλερ του Μάικλ Κουέστα. Πικρή και απαισιόδοξη ταινία γύρω από τον ρόλο του Τύπου, με αφορμή την ιστορία του Γκάρι Γουέμπ, που επιχείρησε να ρίξει φως σε μια σκοτεινή υπόθεση της CIA. Με τον Τζέρεμι Ρένερ.

The Insider (1999)
Ο δημοσιογράφος στην εποχή του infotainment bussiness. Του Μάικλ Μαν. Mε Aλ Πατσίνο, Ράσελ Κρόου.

Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου (All The President’s Men, 1976)
Πολιτικό θρίλερ του Αλαν Πάκουλα για το Γουότεργκεϊτ και τη δημοσιογραφία που έχει ως θεμελιώδη αρχή της την ψυχρή αντικειμενικότητα. Με Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Ντάστιν Χόφμαν.

Aποστολή στη Nικαράγουα (Under Fire, 1983)
Περιπέτειες ενός φωτορεπόρτερ του Time στη Nικαράγουα των Σαντινίστας, αλλά και πτυχές της πολιτικής των HΠA στη φλεγόμενη χώρα. Του Ρότζερ Σπότισγουντ. Με τον Νικ Νόλτε.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16-11-2014

Interstellar astronauts explore new planet

Στο πλανητάριο του Κρίστοφερ Νόλαν

Οι μεγάλες και φιλόδοξες αφηγήσεις επιστημονικής φαντασίας της εποχής μας έχουν εξαρχής ένα εμπόδιο να υπερπηδήσουν. Πρέπει να συγκρατήσουν την καταιγιστική δράση, που μετατρέπει τους ήρωες σε καρτούν, αλλά και να δώσουν στην τεχνολογία ρόλο ουσιαστικότερο απ’ αυτόν του gadget. Στο «Ιnterstellar» του Κρίστοφερ Νόλαν («Inception»), θεωρίες της σύγχρονης φυσικής χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη για το σενάριο μιας «ρεαλιστικής» περιπέτειας του ανθρώπου στο Διάστημα. Ο θόρυβος του θεάματος δεν σκεπάζει το δράμα του ατόμου, ούτε αποκλείει ερωτήματα φιλοσοφικού επιπέδου.
Το «Ιnterstellar» φαντάζει σαν Πλανητάριο, όπου μπορείς να ζήσεις κάτι σαν προσομοίωση ενός ταξιδιού στα άστρα. Ο θόλος του είναι διάστικτος από θραύσματα ταινιών επιστημονικής φαντασίας («2001: Οδύσσεια του Διαστήματος», «Οι κατάλληλοι άνθρωποι», «Επαφή», «Gravity» κ.ά). Πάλλεται και από συναισθήματα – αυτό είναι και το πιο δυνατό «χαρτί» αυτού του αποσπασματικού και βραδύκαυστου, λόγω έλλειψης πυκνότητας στην πλοκή, blockbuster. Ο Νόλαν προσπαθεί να συνταιριάξει το προσωπικό, υπαρξιακό δράμα που ζει ο ήρωάς του, ο κοσμοναύτης Κούπερ (Μάθιου ΜακΚόναχι) με το «πατριωτικό» έπος: η Αμερική χρειάζεται πρωτοπόρους επιστήμονες (όχι θερμοκέφαλους Ράμπο) που θα εξερευνήσουν το σύμπαν για να βρουν μια νέα Γη της Επαγγελίας.
Υπάρχουν τέσσερις κομβικές σκηνές. Η πρώτη, απροσδιόριστη χρονικά, παραπέμπει σε βιβλική παραβολή για μια αγροτική Αμερική που υποφέρει σαν τον Ιώβ και περιμένει ένα θαύμα όπως οι Εβραίοι πριν από την επική Εξοδό τους από την Αίγυπτο. Παραπέμπει επίσης σε μια μετα-αποκαλυπτική δυστοπία, σαν αυτές που μας έχει συνηθίσει η επιστημονική φαντασία. Λιμός μαστίζει τη χώρα ενώ σύννεφα σκόνης σκεπάζουν τις απέραντες φάρμες της.
Η δεύτερη, περιγράφει ένα επεισόδιο ανάμεσα στον Κούπερ, πρώην επίλεκτο της NASA και νυν αγρότη, και σε μια καθηγήτρια, θύμα του σκοταδισμού ή και θεωριών συνωμοσίας, η οποία λέει ανοησίες στην κόρη του για την κατάκτηση του Διαστήματος κατά τον 20ό αιώνα. Στην τρίτη κομβική σκηνή, με την οποία κλείνει ο πρόλογος του «Ιnterstellar», βαραίνει ο βίαιος χωρισμός του Κούπερ από την κόρη του. Στην τέταρτη, στον επίλογο της ταινίας, το μελόδραμα χάνει το βάρος του.

Mοναξιά

Το «Interstellar», από το πρώτο μέχρι το τελευταίο του καρέ, γλιστράει στην κόψη της αμφισημίας, σα να παίζεται ένα κρυφό παιχνίδι μεταξύ της μεταφυσικής και της αστροφυσικής: των θεωριών για τον χώρο (που μπορεί να βιωθεί σε περισσότερες από τρεις διαστάσεις) και τον χρόνο (που δεν είναι γραμμικός, αλλά συστέλλεται και διαστέλλεται αναλόγως με το σημείο του σύμπαντος στο οποίο βιώνεται). Ο άνθρωπος μπαίνει σε «σκουληκότρυπες» ή σε «μαύρες τρύπες» του σύμπαντος αναζητώντας ζωτικό χώρο για τη συνέχεια του είδους του. Πλαγίως τίθενται ζητήματα γύρω από την ηθική της επιστήμης.
Ποιο «είδος» ανθρώπου (ή νοημοσύνης) θα επιζούσε σε μια διαγαλακτική Οδύσσεια; Και αν το πετύχαινε, θα κατάφερνε να μην τρελαθεί ζώντας σε έναν πενταδιάστατο κόσμο-κουτί; Αν έλειπε η αφέλεια της χολιγουντιανής υπερπαραγωγής, θα μπορούσε να ακουστεί καλύτερα και ένας ψίθυρος: εάν o άνθρωπος έφτανε στους μακρινούς κόσμους της αστροφυσικής, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα βιώνονται από τον κοινό νου ως μία και μόνη εμπειρία, πόσο σχετικές θα ’ταν έννοιες όπως η αιωνιότητα, η αθανασία, η απώλεια; Εκεί έξω, πάντως, δεν υπάρχει παράδεισος και πρέπει να δημιουργηθεί.

Ποια Ιθάκη;

Ολα αυτά συνιστούν το περιεχόμενο ενός ανορθόδοξου blockbuster για τον απελπισμένο άνθρωπο που ονειρεύεται την επιστροφή του σε μια Ιθάκη, με απροσδιόριστες συντεταγμένες στον χωροχρόνο. Η Πηνελόπη λείπει, πάντα έλειπε. Υπάρχει όμως μια κόρη να τον περιμένει ή να τον θυμάται. Το «Ιnterstellar» μιλάει για τη μοναξιά του ανθρώπου, που μπουσουλάει, τσακώνεται ή κλαίει σαν μωρό στην απεραντοσύνη του σύμπαντος, αλλά και για την απελπισία του πατέρα που αποκόβεται από την κόρη του και τούμπαλιν. Στην απαισιοδοξία (το δράμα) αντιτάσσεται η αισιοδοξία (το έπος), η σύγκρουση όμως δεν αφομοιώνεται δημιουργικά στο σενάριο ούτε οδηγεί τη σκηνοθεσία.

Δείτε

Interstellar (2014)
Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας του Κρίστοφερ Νόλαν σε σενάριο του ίδιου και του Τζόναθαν Νόλαν. Ανάμεσα στους συντελεστές του φιλμ είναι και ο κορυφαίος Αμερικανός αστρoφυσικός Κιπ Θορν, επιστημονικός σύμβουλος και διευθυντής παραγωγής. Η οικολογική καταστροφή είναι μη αναστρέψιμη. Η NASA, που στεγάζεται σε ένα μυστικό καταφύγιο, στέλνει στα άστρα ένα διαστημόπλοιο, σαν διαστημική κιβωτός του Νώε, αναζητώντας πλανήτη φιλικό για το ανθρώπινο είδος. Παίζουν: Μάθιου ΜακΚόναχι, Αν Χάθαγουεϊ, Μάικλ Κέιν, Τσέσικα Τσάστεϊν.

Οι κατάλληλοι άνθρωποι (Τhe Right Stuff, 1983)
Το έπος της κατάκτησης του Διαστήματος μέσα από την καθημερινότητα των πρώτων ανθρώπων που επιχείρησαν να ταξιδεύσουν στο Διάστημα. Γυρίστηκε από τον Φίλιπ Κάουφμαν.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 9-11-2014

2δ1ν

«Δύο ημέρες, μία νύχτα». Η πιο mainstream ταινία των αδελφών Ζαν Πιερ και Λικ Νταρντέν. Η πρωταγωνίστριά τους, η Γαλλίδα σταρ Μαριόν Κοτιγιάρ, δεσπόζει μετατρέποντας ένα κοινωνικό δράμα σε ψυχόδραμα. Πάντως, σε ό,τι αφορά το θέμα τους, λίγοι σκηνοθέτες έρχονται τόσο μετωπικά απέναντι στην πραγματικότητα: μια εργαζόμενη έχει ένα Σαββατοκύριακο για να αποτρέψει τον προαναγγελθέντα «θάνατό» της: με το ξεκίνημα της επόμενης εβδομάδας οι συνάδελφοί της θα αποφασίσουν δημοκρατικά εάν τη θέλουν κοντά τους με αντάλλαγμα το χιλιάρικο που εισπράττουν ως μπόνους.
Ο θάνατός σου η ζωή μου… Οι Νταρντέν δεν είναι τόσο προβλέψιμοι και ρηχοί, επιχειρούν μια ανατομία της εργατικής και μικρομεσαίας τάξης στη σημερινή Δυτική Ευρώπη. Θέτουν ερωτήματα για την αξία της αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων, αλλά και ένα ζήτημα ηθικής που μας θυμίζει το σινεμά του Μπρεσόν: Χρήμα ή άνθρωπος;
Το Σαββατοκύριακο η ταινία… πετάει. Δευτέρα πρωί προσγειώνεται κάπως άτσαλα σ’ έναν επίλογο που κάνει το κυρίως θέμα να φαντάζει σαν χρονικό ψυχοθεραπείας.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-11-2014

Blog Stats

  • 78,343 hits

Αρχείο

Ιουλίου 2015
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

13η τροποποίηση αμερικανικού συντάγματος Beasts of the southern wild Blancanieves CIA Killer Joe Killing them softly Les Miserables New Age Paradies Liebe Αλφρεντ Χίτσκοκ Αμερικανικός εμφύλιος Αν Χάθαγουεϊ Αννα Καρένινα Βωβό σινεμά Εμίλ Ζολά Επιστημονική φαντασία Ζακ Γαλιφιανάκης Ζιλί Ντελπί Κάθριν Μπίγκελοου Κίρα Νάιτλι Κεν Λόουτς Κουέντιν Ταραντίνο Κουβενζανέ Γουόλις Λέων Τολστόι Λίνκολν Λαρς φον Τρίερ Λεονάρντο Ντι Κάπριο Μαργκαρέτε Τίζελ Μαριόν Κοτιγιάρ Ματ Ντέιμον Μπάρμπα Θωμάς Μπεν Αφλεκ Μπεν Ζέιτλιν Μπραντ Πιτ Μυθικά πλάσματα του Νότου Νανά Ντάνιελ Ντέι Λιούις Οσα Παίρνει ο άνεμος Οσκαρ 2013 Πάμπλο Μπερχέρ Παιχνίδια Εξουσίας Πολ Λάβερτι Πολ Τόμας Αντερσον Ράσελ Κρόου Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ Ρόμπερτ Ντάουνι τζούνιορ Σπάικ Λι Στίβεν Σπίλμπεργκ Τζέσικα Τσάστεϊν Τζο Ράιτ Τζόνι Ντεπ Τομ Στόπαρντ Τομ Χούπερ Τόμι Λι Τζόουνς Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν Φρανσουά Οζόν Χαβιέ Μπαρδέμ Χιονάτη Χιου Τζάκμαν Χοακίν Φίνιξ Χολιγουντιανή κωμωδία Χόλιγουντ Ψυχώ αμερικανικός κινηματογράφος γαλλικός κινηματογράφος γαλλικό σινεμά γουέστερν ελληνικός κινηματογράφος ερωτισμός στον κινηματογράφο μιούζικαλ πολιτικό θρίλερ πορνογραφία σπαγγέτι γουέστερν σύγχρονος αμερικανικός κινηματογράφος σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος

Twitter Updates

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 32 other followers