chevalier

Μια σύντομη κρουαζιέρα με σκοπό το ψαροντούφεκο, χειμωνιάτικα στον Σαρωνικό, καταλήγει σε ψυχολογικό στριπτίζ για τους έξι άντρες που επιβαίνουν στο πολυτελές γιοτ του «Chevalier» της Αθηνάς Τσαγγάρη.

Στην πρώτη σκηνή τούς παρακολουθούμε από απόσταση να αναδύονται από τον βυθό, με πλήρη «πολεμική» εξάρτυση σαν υποβρύχιοι κομάντο σε περιπέτεια φαντασίας, και να βγαίνουν σε μια ερημική ακτή. Λίγο μετά, τους παρατηρούμε σε πιο κοντινό πλάνο, «αποκλεισμένους» σχεδόν ανεξήγητα πάνω στο γιοτ, πρωταγωνιστές σε μια παράξενη, θα λέγαμε σουρεαλιστική, κωμωδία. Από το «Chevalier» έχει αφαιρεθεί σκόπιμα το κεντρικό του γρανάζι: η δράση. Μοιραία, οι διάλογοι και οι θεατρινισμοί, που επιταχύνουν ή επιβραδύνουν τον ρυθμό της κωμωδίας, είναι αποσπασματικοί. Η Τσαγγάρη συνεχίζει να ελπίζει στην ορμή του «weird wave of greek cinema».

Μια βλάβη των μηχανών αναγκάζει τον καπετάνιο να ρίξει άγκυρα σε έναν κολπίσκο κοντά στη στεριά. Οι ψαροντουφεκάδες μας, σαν τους μυθικούς λωτοφάγους, ξεχνούν το καρτέρι στον βυθό. Και, για να σκοτώσουν (;) την ώρα τους, αρχίζουν να στήνουν παγίδες ο ένας στον άλλον: ένα παιχνίδι ερωταποκρίσεων, το Chevalier, ξεκινάει στον αφρό της θάλασσας, που είναι ολίγον ταραγμένος. Το έπαθλο για τον νικητή είναι το δαχτυλίδι του δεσποτικού άντρα που τους προσκάλεσε στο γιοτ για ψάρεμα.

Αστείες καταστάσεις, σαν ανέκδοτα, διαδέχονται η μία την άλλη. Υπάρχει και μια υπόκωφη ένταση, που όμως δεν προκαλεί εκρήξεις ή σοβαρές ανατροπές.

 

Δημοσιεύτηκε στην ΚΘΗΜΕΡΙΝΗ 26-11-2015

dheepan

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι χρωματίζουν με ιδιαίτερο τόνο το «Dheepan, ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα» του Ζακ Οντιάρ, που βραβεύτηκε με Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες τον περασμένο Μάιο. Στο κέλυφος της ταινίας βρίσκεται ένα από τα πιο φλέγοντα ζητήματα των ημερών μας, το προσφυγικό και η γκετοποίηση των μεταναστών στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. Στον πυρήνα της κλιμακώνεται η κρίση ταυτότητας ενός άντρα χωρίς πατρίδα, ο οποίος μπαίνει με ψεύτικη ταυτότητα σε μια «φυλακή» για να ζήσει εκεί την πιο αποκαλυπτική περιπέτεια της ζωής του.

Ο Ντιπάν, πρώην πολεμιστής (;) των Τίγρεων Ταμίλ, λιποτακτεί θέλοντας να φύγει από τη Σρι Λάνκα που μαστίζεται από εμφύλιο πόλεμο. Λίγο μετά, η μοίρα του θα συνδεθεί με τη μοίρα μιας νέας γυναίκας και ενός κοριτσιού, που επίσης θέλουν να βγουν από αυτή την κόλαση. Οι τρεις τους, άγνωστοι μεταξύ τους, γίνονται «οικογένεια», παίρνοντας το οικογενειακό διαβατήριο ενός νεκρού, και καταφέρνουν να φτάσουν στο Παρίσι. Εκεί, οι μεταναστευτικές υπηρεσίες τούς μεταφέρουν στα προάστια, σε ένα συγκρότημα πολυκατοικιών που φαντάζει σαν φυλακή με πολλές πτέρυγες.
Ο Ντιπάν, στον οποίο έχει ανατεθεί δουλειά επιστάτη, ταράζεται από την απόφαση της «συζύγου» του να πάρει το «παιδί» τους και να πάει στην αδελφή της στο Λονδίνο. Στη συνέχεια θα αρχίσει να την ζηλεύει. Η ζωή στις πολυκατοικίες είναι σαν ένα καζάνι που βράζει επικίνδυνα. Ο Ντιπάν, ο «δειλός» που δεν θέλει μπλεξίματα, θα επιτύχει την έκρηξη όταν θα νιώσει μέσα του την αγάπη. Η κανονικότητα της ζωής, όμως, παραμένει όνειρο γι’ αυτόν.

Ο Οντιάρ, ο σημαντικότερος σύγχρονος Γάλλος σκηνοθέτης, αφηγείται την ιστορία ενός άντρα που ακολουθεί το ψέμα του στην ανάδυση από το σκοτάδι στο φως. Ο ρυθμός της ταινίας είναι εσωτερικός και η περιπέτεια διαγράφει τροχιά σπείρας: ο ψεύτικος δεσμός, που οδήγησε τον Ντιπάν στην «ελευθερία», όταν αρχίζει να φαίνεται αληθινός, τον ξαναρίχνει σε έναν κύκλο βίας. Το πολεμικό δράμα γίνεται κοινωνικό, ενώ η ηθογραφία μετατρέπεται σε εκρηκτικό ψυχολογικό θρίλερ. Στο «Dheepan» διακρίνουμε πολλά δάνεια. Στο μεγαλύτερο απ’ όλα ο Οντιάρ καταθέτει την αγάπη του στον Σκορσέζε και στον «Ταξιτζή» του.

 

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-11-2015

τμ

Στο παρελθόν οι περιπέτειες του Τζέιμς Μποντ είχαν όμορφα κορίτσια και πανάκριβα κουπέ. Τα γκάτζετ ήταν η σίγουρη εγγύηση για την επιτυχή έκβαση της αποστολής του διάσημου κατασκόπου. Κάθε φορά, ο Μποντ πήγαινε με χαμόγελο αδιαφορίας στον Ψυχρό Πόλεμο και γύριζε ατσαλάκωτος. Το 2006, όταν ο Ντάνιελ Κρεγκ διαδέχτηκε τον Πιρς Μπρόσναν στον ρόλο του 007, ο κόσμος του άρχισε να αλλάζει. Αλλαξε και ο ίδιος. Χωρίς το χαμόγελό του, έγινε πιο εσωτερικός.

Το 2012, στο «Skyfall», ο Βρετανός σκηνοθέτης Σαμ Μέντες έκανε θρύψαλα τον μύθο του Μποντ, παίζοντας, όπως ο Χίτσκοκ στο «Vertigo», με την ψυχανάλυση. Σήμερα, μοχθεί επί δυόμισι ώρες για να ξαναφέρει τον μύθο στο ύψος του συναρμολογώντας τα ερείπια του κόσμου του Μποντ: η MI6 (βομβαρδισμένη από τον θεόμουρλο Μπαρδέμ στην προηγούμενη ταινία) διαλύεται και με τον νόμο! Ενα απρόσωπο, οργουελικό, διακρατικό δίκτυο πληροφοριών ρίχνει στην αχρηστία τις εθνικές αντικατασκοπείες. Οι πράκτορες της MI6, οι οποίοι αντί για όνομα είχαν αριθμό, θα χαθούν σαν ασήμαντα νούμερα στη σκόνη της ιστορίας των κατασκόπων. Ο Μποντ αυτονομείται, όπως ο Τζέισον Μπορν στη σειρά των ταινιών από τα βιβλία του Τζον Λάνταμ, αρνούμενος να πεθάνει. Το τελευταίο μήνυμα που του άφησε η Μ στο «Skyfall» λίγο πριν από τον θάνατό της, τον οδηγεί στη σατανική οργάνωση Spectre.

Από ερωτικής πλευράς, η σημερινή ταινία μοιάζει με… μπάτσελορ πάρτι. Στον πρόλογό της, ο Μποντ ξεμπερδεύει με τα Bond Girls και αμέσως μετά κλείνει τον κύκλο του ανέμελου εραστή στην αγκαλιά μιας ώριμης χήρας. Οταν αρχίζει για τα καλά η περιπέτεια, έρχεται ο αληθινός έρωτας. Ο τυφλός, που οδηγεί σε δεσμεύσεις. Κατά τ’ άλλα, το «Spectre» δεν έχει την ευρηματικότητα ούτε τον ρυθμό του εξαιρετικού «Skyfall». Δεν προδίδει, όμως, τους καρδιακούς φίλους του Μποντ.

 

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12-11-2015

Saul fia

Κινηματογραφικά έργα, όπως ο «Γιος του Σαούλ», ταπεινό ντεμπούτο του Ούγγρου σκηνοθέτη Λάζλο Νέμες, επαναπροσδιορίζουν την έννοια του αριστουργήματος, απλά και αθόρυβα: οι σπουδαίες κινηματογραφικές φόρμες δεν χρειάζονται επιτήδευση, ούτε την αοριστολογία της «ποίησης», για να περιγράψουν το άτομο, και την ανθρώπινη κατάστασή του, με φόντο το φως ή το σκοτάδι της Ιστορίας. Ο Νέμες, o οποίος έχει υπάρξει βοηθός του Μπέλα Ταρ, φλουτάρει τις εικόνες του στο φόντο τους. Εστιάζει, άλλοτε στο πρόσωπο (το φωτίζει με θρησκευτική ευλάβεια) κι άλλοτε στην πλάτη του ήρωά του που έχει γραμμένο ένα Χ με κόκκινη μπογιά. Το σινεμά χωρίς βάθος πεδίου συμπτύσσεται σε κλειστοφοβικό και ομιχλώδες κάδρο. Αυτό όμως είναι και το περιεχόμενο της ταινίας: το Αουσβιτς! Η ένταση του προσώπου (ό,τι μπορεί να εκφράσει το βλέμμα μέσα σε τέτοιες συνθήκες) και η κίνηση δίνουν ρυθμό στον εφιάλτη.

Sonderkommando

O Σαούλ, ο ήρωας του Νέμες, είναι Sonderkommandο (επίλεκτος κομάντο) στο Αουσβιτς. Οι Γερμανοί επέλεγαν από τον σωρό (;) κρατουμένων «εργάτες» για τις πιο βρώμικες δουλειές στους θαλάμους αερίων και στα κρεματόρια. Αυτοί συνόδευαν το ζωντανό φορτίο, το οποίο έφτανε με τα τρένα, μέχρι τους θαλάμους κράτησης. Συγκέντρωναν ρούχα και τιμαλφή. Αφαιρούσαν χρυσά και ασημένια δόντια από τα «κομμάτια» (έτσι αποκαλούσαν τα πτώματα οι ναζί) και κατόπιν τα ’ριχναν στους φούρνους. Στην ταινία, αυτοί φορτώνουν τη στάχτη σε καμιόνια και την αδειάζουν σε έναν ποταμό. Κάπως έτσι κυλούσε η ζωή στη φάμπρικα, όταν ο θάνατος μπήκε σε γραμμή παραγωγής. Ο Σαούλ δεν είναι ένας αλλοτριωμένος εργάτης. Δεν επιζητεί φασαρίες, έχει όμως συνείδηση της θέσης του στην κόλαση.

Ο Νέμες τον κινηματογραφεί, με αλλεπάλληλα κοντινά πλάνα, να τρέχει από θάλαμο σε θάλαμο και από περίφραξη σε περίφραξη, χωρίς να μπορεί να διαφύγει. Στο πρόσωπό του διακρίνει έναν μάρτυρα, στην πλάτη του ένα υποζύγιο… ηθικής! Ο Σαούλ, τον οποίον δεν απασχολούν η διαφυγή ή η τυφλή εξέγερση, φαντάζει, άλλοτε σαν ένας Εβραίος υπεράνθρωπος που ξεπέρασε τον φόβο και έγινε δυνατός για να υπηρετήσει το ηθικό του χρέος, κι άλλοτε σαν ένας ιδεοληπτικός, ο οποίος έχει αποδεχτεί την ανθρώπινη μοίρα του και φοβάται μόνον τον Θεό. Για ένα πράγμα νοιάζεται μονάχα ο Σαούλ: να βρει έναν ραββίνο για να θάψει τον «γιο» του (το πτώμα ενός άγνωστου παιδιού από τον σωρό των «κομματιών»), ακολουθώντας πιστά το τελετουργικό.

Αυτή είναι όλη κι όλη η πλοκή της ταινίας. Το άγριο γάβγισμα των ναζί, οι κραυγές και οι ψίθυροι των μελλοθάνατων και οι υπόκωφοι ήχοι από τους φούρνους του Αουσβιτς ηχούν σαν νότες από την παρτιτούρα της πιο λιτής συμφωνίας για τη βαρβαρότητα.

Ausländer

Ο Σαούλ με το Χ στην πλάτη είναι ο πιο υπαρξιακός αντιήρωας που μας έχει δώσει το σινεμά εδώ και χρόνια. Το ηθικό χρέος του (το πτώμα που κουβαλάει στους ώμους του, όπως ο Σίσυφος σπρώχνει την πέτρα στην ανηφόρα) δίνει υπόσταση στο ολοστρόγγυλο μηδενικό της ύπαρξής του. Αυτό ήταν ο άνθρωπος στο Αουσβιτς. Ο ηρωισμός, οι πράξεις αντίστασης (συλλογικής ή ατομικής) δεν έχουν κανένα νόημα για τον Σαούλ. Ο Νέμες διόλου τυχαία τον τοποθετεί δίπλα σε μια ομάδα Εβραίων που οργανώνουν εξέγερση στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Χωρίς να παίρνει ο ίδιος θέση.

Ο Σαούλ, όταν του ζητούν τ’ όνομα και όχι τον αριθμό του, αποκρίνεται «Αusländer». Φαντάζει Ξένος σε ένα «αντιστασιακό» θρίλερ, το οποίο θέλει να πάρει διαστάσεις υπαρξιακού δράματος, αλλά και σαν να ’χει συνείδηση του παράλογου, όταν διεκδικεί την κανονικότητα της τελετουργίας της ταφής στο Αουσβιτς.

Μερικές στιγμές ο «Γιος του Σαούλ» φέρνει στον νου το «βλάσφημο» αφήγημα του Ιμρε Κέρτες «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο», το οποίο ξέφυγε από τα στερεότυπα γύρω από το Ολοκαύτωμα, κατανοώντας τη «λογική» των κολαστηρίων ως μέρος του «παράλογου» της περιπέτειας του ανθρώπου. Ο Κέρτες κοιτάζει την κόλαση και τον ήρωά του σε διαδοχικά μαρτύρια, αλλά και στα «διαλείμματά» τους, διαπιστώνοντας πως σε αυτά «υπήρχε κάτι που έμοιαζε με ευτυχία».

Δείτε

Ο γιος του Σαούλ (Son of Saul, 2015)

Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Ούγγρου σκηνοθέτη Λάζλο Νέμες (φωτ.) κάνει τη «Λίστα του Σίντλερ» να φαντάζει σαν τη …«Μελωδία της ευτυχίας». Το 1944 στο Αουσβιτς, ο Σαούλ, ένας Ούγγρος Εβραίος που ανήκει στην ομάδα των Sonderkommando («εργάτες» στους πιο εφιαλτικούς κρίκους της αλυσίδας «παραγωγής» στο εργοστάσιο του θανάτου), αποφασίζει να βρει έναν ραββίνο για να θάψει τελετουργικά το πτώμα ενός αγοριού. Λες και τον φωτίζει άγιο πνεύμα στην ακατανόητη πράξη του. Πρωταγωνιστεί ο συγγραφέας και ποιητής Γκέζα Ρέριγκ. Στις Κάννες τον περασμένο Μάιο, ο «Γιος του Σαούλ» πήρε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής. (Πρεμιέρα στις 12/11)

Eνας άνθρωπος δίχως πεπρωμένο (Fateless, 2005)

Ο Λάγιος Κολτάι μεταφέρει στην οθόνη το βιβλίο του νομπελίστα Ιμρε Κέρτες. Περιγράφει την εμπειρία ενός νεαρού Εβραίου σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Παράλληλα, θίγει την εθελοτυφλία μερίδας των Εβραίων μπροστά στο επερχόμενο κακό και καταδικάζει τη συνενοχή των Ούγγρων στο έγκλημα. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8-11-2015

snoopy

Υπάρχει μεγάλη απόγνωση στην παιδική ηλικία. Πάντα υπήρχε. Και ανία. Κι ανασφάλεια, κι αγωνία αποδοχής, απογοήτευση απόρριψης, μοναξιά, έρωτες χωρίς ανταπόκριση, θιγμένοι εγωισμοί, χαμένες μάχες και ρεζίλια. Ολα αυτά που θυμόμαστε ως ενήλικες με τρυφερότητα –μπορεί να είχαν και τότε μια τρυφερότητα– όταν τα βιώναμε ως παιδιά είχαν υπαρξιακές διαστάσεις. Μάλλον έτσι μαθαίναμε τη ζωή. Με τον ίδιο τρόπο τη μαθαίνουν και σήμερα τα παιδιά, παρ’ όλα τα smartphones, τα tablets και τα κουμπιά τα έτοιμα να εκπληρώσουν επιθυμίες σε δευτερόλεπτα. Ισως και μ’ ένα επιπλέον βάρος: η «επιτυχία» είναι περισσότερο επιβεβλημένη από ποτέ, αφού δεν υπάρχει χώρος για λούζερ. Ισως γι’ αυτό χρειάζονται τον Σνούπι και το αφεντικό του, τον Τσάρλι Μπράουν, περισσότερο από ποτέ. Το animation του Στιβ Μαρτίνο «Ο Σνούπι και ο Τσάρλι Μπράουν – Πίνατς: η ταινία» ξανάφερε την παλιοπαρέα του Τσαρλς Σουλτς στο προσκήνιο.

Κραυγή που δεν βγαίνει
Ο Σνούπι είναι ένα μπιγκλ που δεν κοιμάται μέσα στο σπιτάκι του. Κοιμάται ξαπλωμένος ανάσκελα στη σκεπή. Και δεν μιλάει. Είναι σαν κραυγή της παιδικής ηλικίας που δεν βγαίνει ποτέ. Αν και σκύλος τρέμει στην ιδέα να πλησιάσει την τεράστια, επιθετική γάτα που μένει στο διπλανό σπίτι. Μα πάνω απ’ όλα ο Σνούπι βαριέται. Προκειμένου να διασκεδάσει την ανία του κάνει τα πάντα για να συμμετέχει στη ζωή του Τσάρλι Μπράουν και των φίλων του. Κλέβει την κουβέρτα που κουβαλάει πάντα ο Λάινους για να νιώθει ασφάλεια. Ο Λάινους θυμώνει και ακολουθεί μεγάλη μάχη, την οποία ο Σνούπι πάντα χάνει. Μετατρέπεται σε σκυλί-ελικόπτερο για να βοηθήσει τα παιδιά κάνοντας τα αυτιά του έλικες και την κρίσιμη στιγμή αποτυγχάνει. Γίνεται σκυλί-διασώστης για να κατεβάσει το πιανάκι του Σρέντερ από ένα δέντρο και, μιας και είναι σκυλί και όχι γάτα, αποτυγχάνει. Μπαίνει στη βιβλιοθήκη μαζί με τα παιδιά κι όχι μόνο κάνει ότι διαβάζει, αλλά κι ότι του φαίνεται αστείο αυτό που διαβάζει. Τον πετάνε έξω γιατί στη βιβλιοθήκη δεν επιτρέπονται σκυλιά. Ολοι όσοι δεν έχαναν ιστορία του στις εφημερίδες και τα περιοδικά, αλλά και στην τηλεόραση, θα θυμούνται και άλλα ανδραγαθήματα ή αεροπλανικά του κόλπα.

Οταν ο Σνούπι δεν προσπαθεί να μπει στον κόσμο των Πίνατς με την ίδια αγωνία που ένα παιδί προσπαθεί μάταια να μπει στον κόσμο των μεγάλων, ή ίσως σε παρέα άλλων παιδιών, χρησιμοποιεί το μεγάλο του όπλο κατά της ανίας: την απεριόριστη φαντασία του. Πάνω στη σκεπή του σπιτιού του μπορεί να γίνει ό,τι θέλει: από μεγάλος αεροπόρος μέχρι μεγάλος λογοτέχνης. Παίζει ρόλους σαν να τους ζει, σαν να ονειρεύεται για να περνά ευχάριστα η ώρα, σαν να είναι παιδί. Αυτό έκανε παλιά, αυτό κάνει και στη σημερινή κινηματογραφική του περιπέτεια, όπου μπλέκεται σε αερομαχίες (καθισμένος στη σκεπή του ιπτάμενου σκυλόσπιτου) για να σώσει τη φανταστική αγαπημένη του, μια σκυλίτσα μπιγκλ, από τον σατανικό Κόκκινο Βαρώνο.

Ο Τσάρλι Μπράουν και η παρέα του αλληλεπιδρούν με συμπεριφορές οικείες και αναγνωρίσιμες τόσο στον κόσμο των παιδιών, όσο και των μεγάλων. Και είναι τόσο διακριτοί οι χαρακτήρες τους, που όλοι έχουμε κι έναν αγαπημένο ήρωα από την παρέα των παιδιών. Η δυναμική και αυταρχική Πέπερμιντ Πάτι, η ευαίσθητη Μέισι, η Λούσι που προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή του Σρέντερ, ο οποίος έχει μάτια μόνο για το πιάνο του και αυτιά μόνο για τον Μπετόβεν. Ο ανασφαλής Λάινους, που τον περιφρονεί η αδελφή του η Λούσι και τον αγαπάει η Σάλι. Ομως «τίποτα δεν αφαιρεί τη γεύση από το φιστικοβούτυρο, όπως ο έρωτας χωρίς ανταπόκριση». Οσο για τον Τσάρλι Μπράουν, παρατηρεί και αποφαίνεται: «Αυτό είναι το μυστικό της ζωής. Να αντικαθιστάς τη μια ανησυχία με μια άλλη». «Δεν είμαι κακός λούζερ, είμαι καλός λούζερ. Είμαι καλός σ’αυτό, χάνω κάθε φορά».

Η σμίκρυνση της νεύρωσης

Ο Τσαρλς Σουλτς (1922-2000), ο δημιουργός του Σνούπι και του σύμπαντος των Πίνατς, υπήρξε από τους κορυφαίους Αμερικανούς σχεδιαστές κόμικ του 20ού αιώνα. Πέτυχε τη σμίκρυνση της νεύρωσης του ενήλικα περνώντας τη μέσα από το φίλτρο της παιδικής αθωότητας. Η κωμωδία, που εκτυλίσσεται στα εικονογραφημένα στριπ ή στις ταινιούλες κινουμένων σχεδίων του Σνούπι, δίνει μια ανάλαφρη αίσθηση στη μικρή τραγωδία της μη ενσωμάτωσης σε έναν κόσμο όπου όλα λειτουργούν στην εντέλεια.

Οι πρώτες ιστορίες του Σνούπι δημοσιεύτηκαν σε αμερικανικές εφημερίδες το 1950 και η τελευταία τον Φεβρουάριο του 2000. Η φήμη του απογειώθηκε το 1965, όταν εμφανίστηκε στον ορίζοντα ο φανταστικός του εχθρός, ο Κόκκινος Βαρώνος. Στην Ελλάδα τον πρωτογνωρίσαμε τη δεκαετία του ’70 χάρη στο περιοδικό «Ταχυδρόμος».

ΔΕΙΤΕ

​​Στο animation «Ο Σνούπι και ο Τσάρλι Μπράουν – Πίνατς: η ταινία», που προβάλλεται στις αίθουσες μεταγλωττισμένο και 3D, ο Τσάρλι Μπράουν ερωτεύεται τη Μικρή Κοκκινομάλλα, που μετακόμισε στη γειτονιά του και κάθισε στο πρώτο θρανίο στην τάξη του. Και επειδή τού κόβονται τα πόδια όταν τη βλέπει, ο Σνούπι θα κάνει ό,τι μπορεί για να τον μάθει χορό. Ο Τσάρλι πρέπει να γίνει ο ήρωας της τάξης!

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8-11-2015

Crimson Peak

Κάποιες ρομαντικές ταινίες τρόμου, οι οποίες κατάφεραν να γίνουν ατμοσφαιρικές, έφεραν μια ξεχωριστή αύρα στο σινεμά του φανταστικού. Χάρη σε αυτές, στοιχειωμένα σπίτια και απόκοσμες ιστορίες με τέρατα απέκτησαν υποβλητική γοητεία. Σε αυτές θέλει να μοιάσει και ο πρόσφατος «Πορφυρός λόφος» του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο που ξαναφέρνει στην επικαιρότητα το γκόθικ. Η ταινία δεν είναι αυτό που θα περιμέναμε από τον σκηνοθέτη του «Λαβύρινθου του Πάνα», η καλλιτεχνική της διεύθυνση και το… αρχιτεκτονικό της σχέδιο όμως της προσδίδουν αρκετό ενδιαφέρον. Ο Ντελ Τόρο προτάσσει και πάλι το πλεονέκτημά του: άριστος γνώστης των ειδικών εφέ και της τέχνης του μέικαπ τα ενσωματώνει δημιουργικά, και με αίσθηση μέτρου, στην αισθητική του.

Κόκκινος θάνατος

Ο στοιχειωμένος πύργος του Ντελ Τόρο, ένα παλιό επιβλητικό κτίσμα της βικτωριανής εποχής, ορθώνεται στα ριζά ενός λόφου σε μια γυμνή περιοχή της Αγγλίας. Το υπέδαφος είναι πλούσιο σε κόκκινη άργιλο και το έδαφος άσπρο από το χιόνι. Με χρώμα συντίθεται η πρώτη αντίθεση της ταινίας. Η δεύτερη, η οποία μένει ανεκμετάλλευτη γιατί το σενάριο κολλάει στα κλισέ και η σκηνοθεσία στις εντυπώσεις, αφορά τη σύγκρουση του παλιού με το νέο. Το σκηνικό του γοτθικού τρόμου θα πάρει τις διαστάσεις ενός απόκοσμου κόκκινου βάλτου. Μια κινούμενη κόκκινη λάσπη απειλεί να ρουφήξει τον τελευταίο απόγονο μιας αριστοκρατικής οικογένειας, τον βαρονέτο Τόμας Σαρπ, εφευρέτη μιας μηχανής εξόρυξης αργίλου που φαντάζει σαν βαμπίρ. Λες και κάποια κατάρα τον καταδίκασε να μη βγει στο φως της βιομηχανικής επανάστασης.

Τον 19ο αιώνα στη Νέα Αγγλία, η Ιντιθ, που έχει χάσει μικρή τη μητέρα της από πανούκλα και πιστεύει πως τα φαντάσματα είναι αληθινά, έλκεται ακατανίκητα από το υπερφυσικό. Θέλει να γίνει συγγραφέας γοτθικής φαντασίας. Και επειδή οι εκδότες δεν θέλουν τέτοιες ιστορίες από γυναίκες, δανείζεται μια γραφομηχανή για να κρύψει τον γραφικό της χαρακτήρα.

Μια μέρα εμφανίζεται στον κοινωνικό της κύκλο ο βαρονέτος Σαρπ, αναζητώντας χορηγό για την εφεύρεσή του. Η γοητεία του και οι επιδόσεις του στο βαλς μαγεύουν την Ιντιθ. Λίγο μετά, όταν ο πλούσιος πατέρας της πεθαίνει από «ατύχημα», αποδέχεται την πρόταση γάμου που της κάνει και τον ακολουθεί στον πύργο του στην Αγγλία. Εκεί, όπου μέχρι τώρα ο Σαρπ ζούσε με την αδελφή του. Ο πύργος, όπως και τα δύο αδέλφια, έχουν πολλά μυστικά.

Από τον «Πορφυρό λόφο» λείπει και η πυκνότητα, περισσεύει όμως η αγάπη του Ντελ Τόρο για τα φαντάσματα, για ταινίες, όπως ο «Στοιχειωμένος πύργος» και η «Πτώση του οίκου των Ασερ», αλλά και για το γοτθικό ρομαντικό. Η ταινία μάς ξαναφέρνει την αύρα του.

Ο δρόμος του φανταστικού

Στο παρελθόν, από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 μέχρι τις αρχές του ’70, τα αγγλικά στούντιο Hammer καθιέρωσαν τη γοτθική αισθητική στο θρίλερ και στις ταινίες τρόμου, υπερτονίζοντας το μακάβριο στοιχείο που κυριαρχεί στις λογοτεχνικές περιγραφές. Οι απόηχοι της Αγγλικής Ρομαντικής περιόδου (1798-1832) και του «γοτθικού μυθιστορήματος», που θα μπορούσε να ήταν μια σπουδή πάνω στο συναίσθημα του τρόμου και στα όριά του, στοίχειωσαν τις κινηματογραφικές εικόνες.

Ο όρος «γοτθικό» προήλθε από τον χώρο στον οποίο διαδραματίζονταν οι πρώτες ιστορίες του είδους: κάποιο ζοφερό μεσαιωνικό κάστρο. Αργότερα, οι ιστορίες αυτές, οι οποίες εκτυλίσσονταν πάντα στο παρελθόν, διερευνούσαν τις δυνατότητες μυστηρίου και τρόμου σε σκοτεινά, βραχώδη τοπία ή ετοιμόρροπα κτίσματα με υγρά υπόγεια, μυστικούς διαδρόμους και φαντάσματα. Κάπως έτσι, ανοίχτηκε ο δρόμος στη μετέπειτα λογοτεχνία της σκοτεινής και παράλογης πλευράς της ανθρώπινης φύσης: του φοβερού εγωισμού, των διεστραμμένων ενστίκτων και του τρόμου που παραμονεύουν κάτω από την ελεγχόμενη και ήρεμη επιφάνεια του συνειδητού.

Υποδειγματική αναβίωση της αισθητικής της Hammer, ήταν η «Γυναίκα με τα μαύρα» του Τζέιμς Γουότκινς το 2012. Το καλύτερο δώρο στον Ντάνιελ Ράντκλιφ, ο οποίος μόλις είχε βγει από τον κύκλο του «Χάρι Πότερ» και ξεκινούσε την ενήλικη καλλιτεχνική του ζωή.

Δείτε

Πορφυρός λόφος (Crimson Peak, 2015)
Toν 19o αιώνα, μια πλούσια Αμερικανίδα, η οποία γράφει ιστορίες με φαντάσματα και θέλει να τις εκδώσει, παντρεύεται έναν Βρετανό αριστοκράτη και μετακομίζει στον ετοιμόρροπο πύργο του. Γυρίστηκε από τον Γκιγιέρμο ντελ Τόρο. Παίζουν: Μία Βασίσκοβα, Τομ Χίντλστον, Τζέσικα Τσάστεϊν, Τσάρλι Χάναμ (Προβάλλεται στις αίθουσες).

Η γυναίκα με τα μαύρα (Woman in Black, 2012)
Αρθουρ Κιπς, νεαρός δικηγόρος, ο οποίος φέρει βαρέως τον άδικο χαμό της γυναίκας του στη γέννα του γιου τους, πηγαίνει στο απομακρυσμένο χωριό Κράιθιν Γκίφορντ για μια υπόθεση κληρονομιάς. Ενας βάλτος δίπλα στο χωριό είναι στοιχειωμένος από το φάντασμα μιας γυναίκας. Γυρίστηκε από τον Τζέιμς Γουότκινς. Παίζουν: Ντάνιελ Ράντκλιφ (φωτ.), Κιάραν Χιντς, Τζάνετ ΜακΤιρ (Σε dvd)

O στοιχειωμένος πύργος (The Haunting, 1963)
Κλασική ταινία του Ρόμπερτ Γουάιζ. Ενας επιστημόνας προσκαλεί σε ένα στοιχειωμένο πύργο δύο γυναίκες και έναν άντρα για να μελετήσει τη συμπεριφορά τους. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1-11-2015

η

Δύο σπουδαίοι ηθοποιοί, η Σάρλοτ Ράμπλινγκ και ο Τομ Κόρτνεϊ, βετεράνοι του ευρωπαϊκού σινεμά, δίνουν όγκο, αλλά και δραματικό βάθος, στο φιλμ του Αντριου Χέι «45 χρόνια». Το σενάριό του είναι καλογραμμένο, η σκηνοθεσία του αθόρυβη και η ένταση υπόκωφη. Η Κέιτ και ο Τζεφ ζουν σε μια κωμόπολη της Αγγλίας, μόνοι με τον σκύλο τους γιατί δεν απέκτησαν παιδιά, και ετοιμάζονται να γιορτάσουν τα 45 χρόνια έγγαμης συμβίωσής τους, με επισημότητα που θα ταίριαζε σε γαμήλια δεξίωση.

Η ευτυχία τους, που κερδήθηκε μεθοδικά στο πέρασμα του χρόνου, θα κλυδωνιστεί όμως από ένα ξαφνικό φύσημα αέρα από το παρελθόν. Ενα γράμμα από την Ελβετία πληροφορεί τον Τζεφ πως το πτώμα της πρώτης του αγάπης βρέθηκε στις Αλπεις. Ηταν πλακωμένο επί μισό αιώνα από ένα στρώμα πάγου. Η άτυχη γυναίκα θεωρείτο νεκρή, μετά από ορειβατικό δυστύχημα το 1962, και το πτώμα της δεν είχε βρεθεί. Ο Τζεφ, άλλοτε ενοχικός και άλλοτε σαν σε ίλιγγο, βυθίζεται στις αναμνήσεις. Η ευθυτενής Κέιτ, που στέκει δίπλα του φαινομενικά ψύχραιμη, πέφτει σε εσωτερική τρικυμία.Τα «45 χρόνια» δεν έχουν τίποτα το εντυπωσιακό. Κυλούν σέρνοντας το βάρος των μικρών στιγμών της καθημερινότητας, που κάποιες φορές είναι δυσβάσταχτο. Φανταστείτε έναν Τσέχοφ, πιο νατουραλιστή και πιο κοντά στην ψυχοσύνθεση του Αγγλου, να κινεί τα νήματα μιας ιστορίας σαν και αυτές που άρεσαν στον Μπέργκμαν.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28-10-2015

Δ

Το «Δικαστήριο»  είναι μια ακροβασία του Ινδού Τσαϊτάνια Ταμάν πάνω από την κωμωδία, το δικαστικό δράμα, την ηθογραφία, το ντοκιμαντέρ, αλλά και το καφκικό παράλογο. Απόλυτα ακριβής στις κινήσεις του, βραβεύτηκε ως πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης στη βενετσιάνικη Μόστρα.Ενας ηλικιωμένος, λαϊκός βάρδος της Βομβάης και πολιτικός ακτιβιστής συλλαμβάνεται και οδηγείται στο δικαστήριο. Ενα τραγούδι του έσπρωξε έναν εργάτη των υπονόμων στην αυτοκτονία!Ο Ταμάν αποδεικνύεται οξυδερκής παρατηρητής της ζωής σε όλες τις κοινωνικές της βαθμίδες, όταν περιγράφει σκηνές δικαστικού «δράματος», αλλά και στιγμιότυπα από την καθημερινότητα του κατηγορούμενου, του δικηγόρου, του δικαστή και άλλων που εμπλέκονται σε αυτήν την απίθανη δίκη. Το σώμα της ταινίας θυμίζει το σινεμά του Κιαροστάμι. Η ψυχή της είναι κοντά στο πνεύμα του Ιοσελιάνι.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28-10-2015

αστακος

Ο Γιώργος Λάνθιμος, ο διασημότερος σύγχρονος Ελληνας σκηνοθέτης διεθνώς, επανέρχεται με τον «Αστακό» του. Πολυαναμενόμενο φιλμ, το πρώτο που γύρισε στο εξωτερικό μετά την απόφασή του να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αγγλία. Κίνηση, η οποία πιθανότατα να ήταν και η πιο σωστή για το καλλιτεχνικό του μέλλον. Στην πραγματικότητα, τον Λάνθιμο δεν τον ανακαλύψαμε εμείς εδώ στην Ελλάδα, οι ξένοι τού άνοιξαν τον δρόμο προς την επιτυχία. Η πρωτόλεια «Κινέττα» του εδώ πέρασε εντελώς απαρατήρητη. Οι Κάννες ανακάλυψαν το ταλέντο του και επένδυσαν σε αυτό το 2009, όταν βράβευσαν τον «Κυνόδοντά» του, ο οποίος έφτασε μέχρι τα Οσκαρ. Οι Κάννες επένδυσαν σε αυτόν για δεύτερη φορά, τον περασμένο Μάιο, βραβεύοντας τον «Αστακό» με το Ειδικό Βραβείο της επιτροπής.
Η ταινία έχει έναν πρόλογο που θυμίζει παλιομοδίτικη δυστοπική φαντασία. Μια γυναίκα οδηγεί μόνη στο ψιλόβροχο στην εξοχή. Σταματάει το αμάξι της και πλησιάζει δύο γαϊδάρους, οι οποίοι βόσκουν σε ένα χωράφι. Θα πυροβολήσει τον ένα εν ψυχρώ! Ο επίλογος κορυφώνεται σε μια σκηνή ανάλογης εσωτερικής έντασης, ανακαλώντας στη μνήμη μας το διασημότερο βουβό σουρεαλιστικό κάδρο του Λουίς Μπουνιουέλ.
Το παράλογο και το ρετρό, τα οποία παρεμβάλλονται σαν σφήνα, ορίζουν τη μοίρα του «Αστακού».

Το προξενιό του… σωλήνα

Σε ένα απροσδιόριστο μέλλον οι Αρχές συλλαμβάνουν τα μοναχικά άτομα και τα μεταφέρουν σε ένα απομακρυσμένο ξενοδοχείο. Μόνο στα ζευγάρια επιτρέπεται να ζουν ελεύθερα. Στο ξενοδοχείο, καταγράφονται το φύλο και η σεξουαλική τους προτίμηση και αρχίζει η… αναμόρφωση. Αντρες και γυναίκες έχουν 45 ημέρες για να βρουν σύντροφο. Στη διάρκεια της αναμόρφωσης τους απαγορεύεται κάθε ηδονή.
Στον «πολιτισμένο» ζωολογικό κήπο του Λάνθιμου όσοι αποτύχουν να ζευγαρώσουν, χάνουν το πλεονέκτημα της λογικής και υποβιβάζονται στην τροφική αλυσίδα: μεταμορφώνονται στο ζώο που έχουν ήδη επιλέξει. Κατόπιν αφήνονται ελεύθεροι στο διπλανό δάσος, όπου έχουν βρει καταφύγιο και οι Μοναχικοί, οι δραπέτες του ξενοδοχείου. Ο ήρωας που ενσαρκώνει ο Κόλιν Φάρελ, ο πρωταγωνιστής του «Αστακού», μεταφέρεται στο ξενοδοχείο μαζί με τον σκύλο του (ο μεταμορφωμένος αδελφός του) και διαλέγει να γίνει αστακός. Λίγο μετά το σκάει και χάνεται στο δάσος. Ούτε εκεί, όμως, τα πράγματα είναι ειδυλλιακά. Απαγορεύονται ο έρωτας και γενικά οι συναισθηματικές εκδηλώσεις.
Στον «Κυνόδοντα», όπου ένας πατέρας-αφέντης μεγαλώνει τα τρία παιδιά του σε πλήρη απομόνωση, σε μια βίλα στην εξοχή, αλλοιώνεται ο βασικότερος κώδικας επικοινωνίας, η γλώσσα, για να φανεί ένας τρόπος χειραγώγησης. Το παράλογο αποκαλύπτει τη διαστροφή: στον βωμό της καθαρότητας της οικογένειας αποκλείεται η επαφή με τον «βρώμικο» κόσμο. Στον «Αστακό», το παράλογο αποκαλύπτει την ανάγκη (και το δικαίωμα) του ατόμου να αγαπά και να ζει όπως αυτό επιλέγει, αρνούμενο τον προκαθορισμένο ρόλο του σε μια ψυχρή «μηχανή» που αναπαράγει δυστοπία.

Η πανοπλία

Ο Λάνθιμος και ο στενός συνεργάτης του, ο σεναριογράφος Ευθύμης Φιλίππου, διαλέγουν πάντα για τις ταινίες τους παράξενους αλλά και απόλυτα εύστοχους τίτλους. Ο σημερινός ταιριάζει κουτί σε ένα φιλμ που προτάσσει την πανοπλία του. Ο «Αστακός» είναι ένα αποτελεσματικό ευρωπαϊκό κινηματογραφικό «όπλο»: μια κινηματογραφική φόρμα ικανή να ταράξει στάσιμα νερά. Είναι συζητήσιμο, όμως, κατά πόσο καταφέρνει να φτάσει μέχρι το βάθος της ψυχής του σύγχρονου ατόμου και να αγγίξει τις αγωνίες του. Ο «Αστακός» αμύνεται, με την ευελιξία του, αλλά και την ευαισθησία του (σε αυτό το ζουμί βράζει η… αστακομακαρονάδα), απέναντι στην ομοιομορφία ενός ολοκληρωτισμού σαν αυτόν που μας περιέγραψε ο Τριφό στη διασκευή του «Φαρενάιτ 451». Ο Λάνθιμος, όμως, είναι σαν να φοβάται να βγει από το ενυδρείο. Η μισή ταινία σε προετοιμάζει για τη βουτιά στα βαθιά, η οποία τελικά δεν γίνεται. Η άλλη μισή, ώς το τελευταίο δεκάλεπτο που τον δικαιώνει ως έναν ευρηματικό σκηνοθέτη, κολλάει σε επαναλήψεις και κοινοτοπίες. O «Αστακός» στα δύσκολα κρύβεται πίσω από γρίφους.

Δείτε

«Ο αστακός» (The Lobster, 2015)

Σε ένα ακαθόριστο μέλλον, σε μια πόλη όπου θεωρούνται «υγιείς» και αφήνονται να ζουν ελεύθεροι μόνον όσοι έχουν ταίρι, τα μοναχικά άτομα συλλαμβάνονται και οδηγούνται σε ένα ξενοδοχείο–αναμορφωτήριο. Εκεί έχουν περιθώριο 45 ημέρες για να βρουν σύντροφο. Τον επιλέγουν ψυχρά, με βάση κοινές συνήθειες και κοινά χαρακτηριστικά. Αν δεν τα καταφέρουν, μεταμορφώνονται στο ζώο που έχουν ήδη επιλέξει. Ο Ντέιβιντ, ο ήρωας της ταινίας, επέλεξε να γίνει αστακός. Για δύο βασικούς λόγους: του αρέσει η θάλασσα και έχει διαβάσει πως ο αστακός ζει εκατό χρόνια, παραμένοντας γόνιμος.
Ο «Αστακός» είναι πολυεθνική συμπαραγωγή (από ελληνικής πλευράς συμμετέχει η Faliro House), γυρισμένη κυρίως στην Ιρλανδία. Στο σενάριο συνεργάστηκαν ο σκηνοθέτης Γιώργος Λάνθιμος και ο Ευθύμης Φιλίππου. Η φωτογραφία είναι του Θύμιου Μπακατάκη και το μοντάζ του Γιώργου Μαυροψαρίδη. Παίζουν: Κόλιν Φάρελ, Ρέιτσελ Βάις (φωτ.), Τζον Σ. Ράιλι, Μπεν Γουίσοου, Λέα Σεϊντού, Αγγελική Παπούλια, Αριάν Λαμπέντ. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 25-10-2015

Αστακός

Ο «Αστακός» είναι το κύριο πιάτο στο μενού της κινηματογραφικής εβδομάδας. Αγγλόφωνο φιλμ, διεθνούς συμπαραγωγής στην οποία συμμετέχει και η ελληνική Falliro House, με διασημότητες και επαίνους: στις Κάννες πήρε το Ειδικό Βραβείο της επιτροπής. Ο Γιώργος Λάνθιμος, o χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του «weird wave of greek cinema», ξανάρθε στην επικαιρότητα με τη φιλοδοξία η ταινία του να γίνει ευρωπαϊκή avant-garde. Ο «Αστακός» του, όμως, χάνεται στα μισά του δρόμου για να ξαναβρεί το βήμα του και τον εσωτερικό του ρυθμό λίγο πριν από το συναρπαστικό του φινάλε.

Η λιγοστή ψίχα και το ζουμί του «Αστακού» είναι το ζεστό συναίσθημα: τα ρετρό ελληνικά τραγούδια (η πιο γοητευτική εμμονή του Λάνθιμου) που δημιουργούν μικρές ρωγμές στο ψυχρό σκηνικό της «επιστημονικής φαντασίας». Το κέλυφός του παραπέμπει σε ένα ακαθόριστο και δυστοπικό μέλλον. Εκεί φτάνουν θραύσματα από τον «Κυνόδοντα», αλλά και σκόρπιες ιδέες από το «Φαρενάιτ 451» του Τριφό.
Στην ταινία του Τριφό το παράλογο εμφανίζεται με τους πυροσβέστες, που δεν είναι για να σβήνουν φωτιές, αλλά για ν’ ανάβουν τις φλόγες. Τα βιβλία καίγονται και οι αναγνώστες συλλαμβάνονται. Οσοι ξεφεύγουν από την πυροσβεστική κρύβονται σε ένα δάσος. Στην ταινία του Λάνθιμου το παράλογο έρχεται με ένα «θαύμα»: ένα αόρατο χέρι μεταμορφώνει σε ζώα τα άτομα που δεν μπορούν να βρουν σύντροφο. Ανθρωποι μονάχοι, μελαγχολικοί και ψυχικά καταβεβλημένοι, συναινούν, και κατόπιν μεταφέρονται σε ένα δάσος. Σχεδόν όλοι. Σε αυτό το μέλλον η κοινωνία, κλειστή και πεντακάθαρη, έχει το σεξ μόνον για αναπαραγωγή. Τα συναισθήματα και η ηδονή απαγορεύονται. Ενα επαναλαμβανόμενο μουσικό μοτίβο, από έγχορδα, σκίζει σαν ξυράφι τις εικόνες και μας προετοιμάζει για το τελευταίο σουρεαλιστικό πλάνο του «Αστακού». Τι είναι ο «Αστακός»; Ενα φιλμ με «κοιλιές» και γρίφους, αλλά και με ιδιαίτερη αρμονία, γύρω από το κοινότοπο ερώτημα: «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη;».

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22-10-2015

Blog Stats

  • 84,082 hits

Αρχείο

RSS Άγνωστο κανάλι

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
Δεκεμβρίου 2016
Δ T Τ T Π S S
« Νοέ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

13η τροποποίηση αμερικανικού συντάγματος Beasts of the southern wild Blancanieves CIA Killer Joe Killing them softly Les Miserables New Age Paradies Liebe Skyfall Weird wave of greek cinema Αλφρεντ Χίτσκοκ Αμερικανικός εμφύλιος Αν Χάθαγουεϊ Αννα Καρένινα Αουσβιτς Γιώργος Λάνθιμος Εμίλ Ζολά Επιστημονική φαντασία Ζακ Γαλιφιανάκης Ζακ Οντιάρ Κάθριν Μπίγκελοου Κίρα Νάιτλι Κεν Λόουτς Κουέντιν Ταραντίνο Κουβενζανέ Γουόλις Κόλιν Φάρελ Λέων Τολστόι Λίνκολν Λαρς φον Τρίερ Λεονάρντο Ντι Κάπριο Μαργκαρέτε Τίζελ Μαριόν Κοτιγιάρ Ματ Ντέιμον Μπάρμπα Θωμάς Μπεν Αφλεκ Μπεν Ζέιτλιν Μπραντ Πιτ Μυθικά πλάσματα του Νότου Νανά Ντάνιελ Ντέι Λιούις Ολοκαύτωμα Οσα Παίρνει ο άνεμος Οσκαρ 2013 Πάμπλο Μπερχέρ Παιχνίδια Εξουσίας Πολ Λάβερτι Πολ Τόμας Αντερσον Ράσελ Κρόου Σπάικ Λι Στίβεν Σπίλμπεργκ Τζέιμς Μποντ Τζέσικα Τσάστεϊν Τζο Ράιτ Τομ Στόπαρντ Τομ Χούπερ Τόμι Λι Τζόουνς Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν Φρανσουά Οζόν Χαβιέ Μπαρδέμ Χιου Τζάκμαν Χοακίν Φίνιξ Χόλιγουντ Ψυχώ αμερικανικός κινηματογράφος γαλλικός κινηματογράφος γαλλικό σινεμά γουέστερν ελληνικός κινηματογράφος ερωτισμός στον κινηματογράφο μιούζικαλ πολιτικό θρίλερ σπαγγέτι γουέστερν σύγχρονος αμερικανικός κινηματογράφος σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος

Twitter Updates