Οι 200 του Παντελή Βούλγαρη

Το Τελευταίο Σημείωμα 29

 

Αραγε θα μας ξεχάσουν; Το ερώτημα δεσπόζει σε διαφημιστικές αφίσες και κάρτες του «Τελευταίου σημειώματος» του Παντελή Βούλγαρη. Μαρτυρά λακωνικά, όπως οι επιγραφές σε επιτύμβιες πλάκες, την ψυχολογία των ηρώων της ταινίας στις τελευταίες στιγμές τους. Ο Βούλγαρης επέλεξε το ερώτημα, αφήνοντας στην άκρη το ταπεινό «άραγε θα μας θυμούνται;», για να θέσει εμμέσως και εξαρχής ένα ζητούμενο στην ταινία του: τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τον ήρωα από τον αντιήρωα, τον ηρωικό άνθρωπο από αυτόν που ακολουθεί σκυφτός τη μοίρα του;

Στις σπουδαίες στιγμές του ο Βούλγαρης φιλμάρει τους ήρωες του όρθιους απέναντι στα μικρά ή τα μεγάλα της ζωής, σε τυφώνες της Ιστορίας αλλά και σε καθημερινές καταστάσεις που ρίχνουν τον άνθρωπο λιώμα. Αγέρωχοι, με ψηλά το κεφάλι, χάνονται στον ορίζοντα του κινηματογραφικού κάδρου. Θυμηθείτε πώς έφυγε ξημερώματα από το «Βιετνάμ» ο Γιώργος Αρμένης.

Μεγάλη στιγμή του Βούλγαρη είναι και το «Τελευταίο σημείωμα» για τους διακόσιους της Καισαριανής, κομμουνιστές στη συντριπτική πλειοψηφία τους, που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς την Πρωτομαγιά του 1944. Κόντρα στη μόδα της αμφισημίας ή στην ισοπέδωση που επιβάλλει το πολιτικώς ορθόν, ο Βούλγαρης τολμά να φωνάξει το προσκλητήριο των διακοσίων. Να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, να μην χαράξει γκρίζες ζώνες γύρω από το Χαϊδάρι ή την Καισαριανή. Γιατί σέβεται τον άνθρωπο -ιδιαίτερα αυτόν που επιλέγει ο ίδιος τη μοίρα του- αλλά και γιατί παίρνει πολύ στα σοβαρά την Ιστορία.

Το «Τελευταίο σημείωμα», που ίσως φανεί προκλητικά ντεμοντέ σε αυτούς που εξισώσουν τον Χίτλερ με τον Στάλιν, δεν είναι ετεροχρονισμένος «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» ούτε «στρατευμένο κομμουνιστικό» έργο. Ούτε είναι μια σκονισμένη απάντηση στα αντιστασιακά δράματα του Τζέιμς Πάρις. Είναι βαθιά προσωπική ταινία, αληθινή και συγκινητική μέχρι δακρύων, με τον Βούλγαρη όρθιο μπροστά σε έναν διάφανο καθρέφτη της Ιστορίας, αλλά και της δικής του ζωής. Είναι επίσης σύνθετο έργο σε ό,τι αφορά τη μορφή του.

Eμπνέεται από το πιο ηρωικό επεισόδιο της ζωής του κομμουνιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη -το τελευταίο- αλλά και από το σημείωμα που άφησε για τον πατέρα του, την ώρα που το καμιόνι με τους μελλοθάνατους του Χαϊδαρίου έφτανε στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Μόλις είχε αρνηθεί να τον αντικαταστήσουν με άλλο κρατούμενο. Ο Καρλ Φίσερ, διοικητής του στρατοπέδου στο Χαϊδάρι, έτρεφε μια συμπάθεια για τον πολύγλωσσο και πολυμαθή Ελληνα διερμηνέα του.

Η ταινία αρχίζει σε τόνους του ασπρόμαυρου, θυμίζοντας αρχαία τραγωδία, και τελειώνει με χρώμα. Ηρωικά, αναζητώντας προοπτική στα μάτια των διακοσίων, που στάθηκαν στο απόσπασμα χωρίς μαύρο μαντήλι στο πρόσωπό τους. Η προοπτική, όταν τα μάτια βλέπουν το σύνορο της ζωής, ήταν το ζητούμενο και στην «Ψυχή βαθιά» πριν από μερικά χρόνια, όταν η ανώνυμη αντάρτισσα του Δημοκρατικού Στρατού εξομολογείται, λίγο πριν από το εκτελεστικό απόσπασμα, πως θέλει να δει θάλασσα έστω για μια φορά στη ζωή της. Εκεί ο τόνος δεν ήταν ηρωικός, ο καθρέφτης ήταν θολός, γιατί υπήρχε Εμφύλιος.

Στο ενδιάμεσο, ο Βούλγαρης αφηγείται μικρά επεισόδια από τη ζωή του Σουκατζίδη και των συντρόφων του στο Χαϊδάρι. Δίνει πληροφορίες για την προσωπική ζωή του, αποφεύγοντας το ηρωικό πολιτικό του παρελθόν. Περιγράφει τη σχέση του με τον Φίσερ -καλλιεργημένο αξιωματικό από την ελίτ των Ες Ες- θυμίζοντάς μας λιγάκι τον «Υπηρέτη» του Τζόζεφ Λόουζι. Δεν ξοδεύει όμως ούτε ένα κινηματογραφικό καρέ για τον εξανθρωπισμό του ναζί.

 

Από το «Μπλόκο» στο Σκοπευτήριο

Η πιο φιλόδοξη ελληνική ταινία μέχρι σήμερα, γύρω από την κατοχή και την Αντίσταση, ήταν το «Μπλόκο» του 1965, για το Μπλόκο της Κοκκινιάς. Σε αυτή την ταινία ο Αδωνις Κύρου αποστασιοποιείται σταδιακά από το αντιστασιακό δράμα -τού αφαιρεί τον επικό ή ηρωικό χαρακτήρα του- μέχρι τη στιγμή που ο αντιήρωας θα προβεί σε ηρωική πράξη -λόγω κακής ψυχολογίας και όχι λόγω έπαρσης ή ιδεολογικής προσήλωσης. Ενας μαυραγορίτης, καταδότης της Γκεστάπο, θα πετάξει την κουκούλα από το κεφάλι του και θα σταθεί γυμνός ανάμεσα στο πλήθος. Ηρωας, έστω μικροσκοπικός.

Νομίζω ότι ο Βούλγαρης χρησιμοποιεί παρόμοιο αφηγηματικό τρόπο στο «Τελευταίο σημείωμα». Αποδυναμώνει το τυπικό αντιστασιακό δράμα, κατακερματίζοντας τη δράση, τού δίνει υφή χρονικού και ατμόσφαιρα ψυχολογικού δράματος. Η ταινία δεν έχει σασπένς γιατί οι ήρωές της αδιαφορούν για τον θάνατο. Παράδοξο, θα πείτε, αλλά μόνον η ζωή τους ενδιαφέρει.

Το «Τελευταίο σημείωμα» είναι καθρέφτης για τον σκηνοθέτη. Το υλικό που χρησιμοποιεί ο Βούλγαρης για την αναπαράσταση της «βιογραφίας» του Σουκατζίδη, δίνει την εντύπωση θραυσμάτων από παλιές ταινίες του, το «Χάπι ντέι» ή τα «Πέτρινα χρόνια».

Ο Βούλγαρης ‘έβλεπε πάντα την Ιστορία στον καθρέφτη της καθημερινότητας και τούμπαλιν. Αυτό δεν ήταν ένας τρόπος διαφυγής, αλλά το βασικό γνώρισμα ενός κινηματογράφου που ήθελε και να συγκινήσει. Το άτομο, με τις αντιφάσεις και τα όνειρά του, και η Ιστορία, με τα παλιρροϊκά κύματά της, φάνταζαν ανέκαθεν σαν συμπληγάδες από τις οποίες έπρεπε να περάσει αλώβητο το σκάφος του. Από το «Χάπι ντέι» και τα «Πέτρινα χρόνια» του μέχρι την «Ψυχή βαθιά» και το «Τελευταίο σημείωμά» του. Τέσσερις ταινίες, που αντιστοιχούν σε δύο εποχές, οι οποίες έχουν ορίσει σαν συντεταγμένες το στίγμα του Βούλγαρη στο ελληνικό σινεμά, αλλά και τη σχέση του με την Αριστερά και τους αριστερούς. Το σκάφος άντεξε όλα αυτά τα χρόνια.

Το «Τελευταίο σημείωμα» είναι καθρέφτης και για τον θεατή. Αυτή η ταινία με την προσχηματική πλοκή, είναι ένας ψίθυρος ζωής που καταλήγει σε ένα ξέσπασμα ψυχής λίγο πριν από το κρεσέντο του θανάτου. Η ψυχή, που βγαίνει ηρωικά, είναι αυτή που ενώνει τον Ελληνα. Το σενάριο συνυπογράφεται από τον σκηνοθέτη και την Ιωάννα Καρυστιάνη.

Δημοσιεύτηκε στη ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ 28-10-2017

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s