You are currently browsing Δημητρης Μπούρας’s articles.

Αννα Καρένινα

Το θωρηκτό Ποτέμκιν του μελοδράματος

Το 2012 κλείνει με ένα αριστούργημα με ρώσικη ψυχή και βρετανική σφραγίδα ποιότητας: το «Αννα Καρένινα» είναι ίσως η πιο πλούσια κινηματογραφική κληρονομιά που μας αφήνει. Σε αυτήν την ταινία, στο θωρηκτό Ποτέμκιν του μελοδράματος, η Κίρα Νάιτλι αναδεικνύει με μοναδικό τρόπο τη διαχρονικότητα της λογοτεχνικής ηρωίδας του Τολστόι. Για να σταθεί όμως η ερμηνεία της με αξιώσεις στο σήμερα, έγινε μια τολμηρή τομή στο κλασικό έργο από τον σκηνοθέτη Τζο Ράιτ και από τον Τομ Στόπαρντ, τον πιο εμπνευσμένο σύγχρονο θεατρικό συγγραφέα, που έγραψε το σενάριο του «Αννα Καρένινα».
Στο παρελθόν, η Βίβιαν Λι και η Γκρέτα Γκάρμπο είχαν κάτι εκθαμβωτικό ή μοιραίο πάνω τους παίζοντας την Καρένινα. Σήμερα, η Νάιτλι είναι σαν να ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί. Κάποιες στιγμές δίνει την εντύπωση πως προσπαθεί να απαλλάξει την ηρωίδα της από το κάδρο της ταινίας εποχής. Κάποιες άλλες, νομίζεις πως έχει κατά νου τη Μάγια Πλισέσκαγια στην «Αννα Καρένινα» από τα Μπαλέτα Μπολσόι εν έτει 1976.
Λέγεται ότι ο Τολστόι δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του ως θεατρικό συγγραφέα. Θεωρούσε το θέατρο ένα ασήμαντο είδος ψυχαγωγίας, αλλά και τόπο ανούσιας κοσμικής συνάθροισης. Αν ισχύει αυτό, η προσέγγιση του Στόπαρντ είναι ανατρεπτική. Χρησιμοποίησε τη σκηνή και τα παρασκήνια του θεάτρου για να ξαναδώσει ζωή στην Αννα Καρένινα. Δίπλα του, ο Ράιτ δίνει τον καλύτερό του εαυτό, σκηνοθετώντας μια μοντέρνα ταινία: ένα «κολάζ» από θέατρο, μπαλέτο, όπερα, ζωγραφική, αλλά και γκρο πλάνα σαν και αυτά που γέμιζαν την οθόνη την εποχή που το Χόλιγουντ έχτιζε ολόκληρους κόσμους μέσα σε ένα στούντιο.
Ο Τολστόι ήταν μάλλον ισοπεδωτικός με το θέατρο, το οποίο εδώ χρησιμοποιείται με τον πιο ευφάνταστο κινηματογραφικά τρόπο για να φανούν οι αρμοί της δομής του μυθιστορήματός του. Ο Στόπαρντ και ο Ράιτ σίγουρα δεν κόπιασαν για μια ιστορία εποχής, που ο θεατής θα τη θαυμάσει για το φυσικό της ντεκόρ, τα φανταχτερά της κοστούμια ή τις στομφώδεις ερμηνείες των ηθοποιών της. Πάνω σε μια θεατρική σκηνή διασπάται η δομή του κειμένου για να φανεί το ψυχολογικό βάθος των χαρακτήρων, αλλά και η κοινωνική διάσταση του δράματος.
Αυτή η Αννα Καρένινα έχει έναν πρωτόγνωρο δυναμισμό όπως το «Λόλα Μοντές» του Μαξ Οφίλς, που είχε επίσης ανορθόδοξη δομή. Και στις δύο ταινίες, η γυναίκα που αναζητά με πάθος την απόλυτη ευτυχία, την οποία μόνον ο έρωτας μπορεί να χαρίσει, προδίδεται και καταστρέφεται. Στη σκηνή ενός τσίρκου, η Λόλα Μοντές επιχειρεί ένα άλμα στο κενό μπροστά στο κοινό που περιμένει να την κατασπαράξει με το βλέμμα του. Στη σκηνή ενός άδειου θεάτρου που δείχνει σαν σιδηροδρομικός σταθμός, η τραγική Αννα Καρένινα πέφτει στις ράγες μπροστά από μια ατμομηχανή. Εκπτωτη από τον παράδεισο της ενάρετης οικογενειακής ζωής δίπλα στον επίσης τραγικό της σύζυγο Αλεξέι Καρένιν. Εκπτωτη από την αριστοκρατική κοινωνική της τάξη, όπως και η αντιφατική Λόλα Μοντές που αναζήτησε την ηδονή με αθωότητα ταιριαστή σε αγία.
Το να παραβείς τον νόμο, είναι μια κατάσταση που βολεύεται. Η μετάνοια και η συγχώρεση γι’ αυτό υπάρχουν. Το να παραβείς όμως τους κανόνες της κοινωνίας είναι έγκλημα. Η μοιχεία συγχωρείται όταν δεν διακυβεύεται ο παράδεισος της οικογένειας. Αυτή η εκδοχή της «Αννας Καρένινα» δεν είναι η ιστορία μιας άπιστης αριστοκράτισσας, ούτε μιας τρελής από έρωτα που τίναξε τα πάντα στον αέρα. Δεν είναι δακρύβρεχτο μελό. Ούτε σαπουνόπερα. Είναι ένα μοντέρνο μελόδραμα όπου το αδιέξοδο του έρωτα ρίχνει την ηρωίδα (αλλά και τους υπόλοιπους ήρωες) σε ένα αδιέξοδο ηθικής.
Ο Στόπαρντ και ο Ράιτ μας φέρνουν στον νου και τη «Νανά», αν και η ηρωίδα του Ζολά διαφέρει από την ηρωίδα του Τολστόι. Η πόρνη Νανά διεκδικεί μέχρι τέλους το δικαίωμά της να πουλάει το σώμα της και όχι την ψυχή της. Η Αννα Καρένινα κάνει την επιλογή της, αλλά λυγίζει μη μπορώντας να αντέξει το βάρος της, ίσως γιατί εκτός από ερωμένη είναι και μητέρα. Η σημερινή «Αννα Καρένινα» φαντάζει άλλοτε σαν σε ελεύθερη τροχιά από τη Λίμνη των Κύκνων στην Τόσκα, κι άλλοτε σαν μια ρομαντική παραβολή για την καρδιά που δεν οδηγεί πάντα στον δρόμο της αρετής.

– Η «Αννα Καρένινα» θα κάνει πρεμιέρα την Πρωτοχρονιά.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22-12-2012

The Angels Share

Η τελευταία ταινία του Κεν Λόουτς έχει ένα ρεαλισμό ικανό να προκαλέσει κατάθλιψη, αλλά και μια αισιοδοξία σαν και αυτή που συναντάμε στα χολιγουντιανά παραμύθια. Το δράμα ταίριαξε με την κωμωδία κάτω από έναν τίτλο ολίγον ποιητικό: «μερίδιο των αγγέλων» λένε οι Σκωτσέζοι το 2% του ουίσκι που εξατμίζεται κατά την παλαίωσή του μέσα στα ξύλινα βαρέλια.
Εδώ, στο τέλεια ισορροπημένο σενάριο του Πολ Λάβερτι, το «μερίδιο των αγγέλων» θα μπορούσε να ’ναι το κομμάτι της ψυχής και της ζωής του νεαρού ήρωα της ταινίας (ενός μικροεγκληματία) που σπαταλιέται άσκοπα μέχρι να γίνει υπεύθυνος άντρας. Θα μπορούσε να ’ναι και ο κόπος που δεν πήγε χαμένος του επιτηρητή του σε ένα πρόγραμμα κοινωνικής εργασίας, ο οποίος πασχίζει ειλικρινά για την κοινωνική επανένταξή του. Ο «Φύλακας» δίνει μια ευκαιρία στον καταδικασμένο να σταθεί με αξιοπρέπεια στα πόδια του. Μια μικρή εκδρομή σε ένα παλιό αποστακτήριο θα βάλει τον νεαρό σε μια τροχιά αναζήτησης νέων αξιών. Παίζουν: Πολ Μπράνιγκαν, Τζον Χένσο, Σιόμπαν Ρέιλι, Ρότζερ Αλαν.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-12-2012

WC9V2088.CR2

Το Χόλιγουντ των μεγάλων ρόλων

Κάντε ένα πείραμα. Φανταστείτε το «The Master», μια από τις λίγες αμερικανικές ταινίες του 2012 που αναμέναμε με υψηλές προσδοκίες, γυμνό. Χωρίς τους δύο πρωταγωνιστές του, τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και τον Χοακίν Φίνιξ, τι θα είχε απομείνει στην οθόνη; Μόνο η φιλόδοξη προσπάθεια του ανήσυχου σκηνοθέτη Πολ Τόμας Αντερσον, που μοιάζει να προσπαθεί να χτίσει πύργους στην άμμο.
Εικαστικά, το «Τhe Master» είναι ένα μεγαλειώδες και ταυτόχρονα αλλόκοτο σινεμασκόπ της Αμερικής του ’50. Ενας συγκερασμός απαλών χρωμάτων, από τα οποία όμως αναδύεται μια παράξενη ατμόσφαιρα (σαν να βλέπεις σε όνειρο κάτι που έχει χαθεί) που εξαφανίζει τη νοσταλγία. Λείπει όμως ένα σενάριο με ξεκάθαρη ρότα. Τι άραγε θέλει να σχολιάσει ο Αντερσον; Τη μάζα που χειραγωγείται από έναν όψιμο Μεσσία; Ή μήπως μια Αμερική – Γη της Επαγγελίας για κάθε παραδοξότητα; Το κενό που αφήνουν αυτά τα ερωτήματα καλύπτουν με την παρουσία τους ο Χόφμαν και ο Φίνιξ. Η σχέση τους χτίζεται συναρπαστικά πάνω στην αντίθεση αφέντης – υπηρέτης. Χωρίς αυτούς το «Τhe Master» θα ήταν μια νεκρή φύση.

Ο αφέντης

Ο Χόφμαν στον ρόλο του «Μάστερ» Λάνκαστερ Ντοντ (ένας ήρωας που παραπέμπει στον ηγέτη της σαϊεντολογίας Λ. Ρον Χάμπαρντ) αγγίζει την τελειότητα. Κάποιες στιγμές δίνει την εντύπωση πως θέλει να ενσαρκώσει τη δύναμη και το μεγαλείο ενός Πολίτη Κέιν. Κάποιες άλλες, αναδιπλώνεται σε έναν αυτοσαρκασμό σαν αυτόν του Τσαρλς Λότον.
Το παρουσιαστικό του Χόφμαν θυμίζει αυτό του Λότον, ενώ η ερμηνεία του φέρνει στον νου τον ήρωα του Λότον στη «Νύχτα του κυνηγού» (τη μοναδική ταινία που γύρισε ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός κινηματογραφώντας το υπνωτιστικό βλέμμα του Ρόμπερτ Μίτσαμ, και η οποία αναγνωρίστηκε ως αριστούργημα μετά τον θάνατό του). Ο «Μάστερ» Λάνκαστερ Ντον περιφέρεται στην Αμερική, όπως ο ψευτο-ιεροκήρυκας Χάρι Πάουελ από τη «Νύχτα του κυνηγού», στον οποίο συνυπάρχουν το καλό (αγάπη) και το κακό (μίσος). Ο «Μάστερ» βέβαια δεν σκοτώνει ανυπεράσπιστες χήρες όπως ο «ιεροκήρυκας» Πάουελ. Διασχίζει απλώς τον παράδεισο του καταναλωτισμού, πουλώντας σε δυστυχείς τη συνταγή της ευτυχίας.
Θα λέγαμε ότι με αυτόν τον ρόλο του ο Χόφμαν βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του. Αουτσάιντερ για τα δεδομένα ενός σταρ σίστεμ που παράγει είδωλα ή και μύθους, σκαρφάλωσε αργά και μεθοδικά στην κορυφή της πυραμίδας, επιδεικνύοντας απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών του μέσων σε κάθε σκαλί. Ξανθός (αλλά όχι Αδωνις), ευτραφής, διοπτροφόρος και ατημέλητος, κατάφερε να μετατρέψει αυτό το ασήκωτο «βάρος» σε πλεονέκτημα. Αρκεί να τον θυμηθούμε στα «Παιχνίδια εξουσίας», στη «Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης», στην «Αμφιβολία», στο «Capote» (που του χάρισε ένα Οσκαρ) ή στο ανεξάρτητο «Happiness», που τον έκανε γνωστό προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Στην πρώτη σκηνή σε ξεγελάει, σε κάνει να πιστέψεις πως έχει να κάνεις με έναν καρατερίστα. Στη πρώτη κορύφωση της δραματουργίας συνειδητοποιείς πόσο μεγάλος ηθοποιός είναι.

Ο υπηρέτης

Σκεφτείτε ότι πριν από μερικά χρόνια όλοι είχαμε πιστέψει πως ο Χοακίν Φίνιξ, ο σημερινός «υπηρέτης» του «The Master», ήταν τελειωμένος καλλιτεχνικά. Ο ίδιος μάλιστα δήλωνε στις «χύμα» τηλεοπτικές του εμφανίσεις πως αφήνει οριστικά το σινεμά για να γίνει ράπερ. Η επανεμφάνισή του στο «Τhe Master» είναι εντυπωσιακή. Νομίζεις πως ζεις πραγματικά στην εποχή που τα περίφημα Actor’s Studio έβγαζαν ηθοποιούς σαν τον Μάρλον Μπράντο.
Ο «υπηρέτης» του Φίνιξ, ο Φρέντι Κουέλ, είναι ένα ζωντανό ερείπιο του πολέμου που βρίσκει καταφύγιο στην Κιβωτό του «Μάστερ» Λάνκαστερ Ντοντ. Γίνεται φανατικός οπαδός της αίρεσής του και δεξί του χέρι στην προσπάθειά του να διευρύνει τον κύκλο των πιστών. Ο Φίνιξ έχει μεταμορφωθεί πλήρως για να μπει στο πετσί ενός φαινομενικά σκληρού, στην πραγματικότητα εύθραυστου ψυχολογικά άντρα, ο οποίος στην αρχή της ταινίας φαντάζει σαν να αναζητάει έναν χαμένο παράδεισο. Από μια άλλη οπτική γωνιά, εάν επιχειρήσουμε μια σύγκριση του «The Master» με το πολυαναμενόμενο «On the road», που βασίζεται στο μυθικό βιβλίο του Κέρουακ, ο Φίνιξ είναι ένας ήρωας στον αντίποδα των μπίτνικ.

Δείτε

142-1
The Master (2012)

Η τελευταία ταινία του Πολ Τόμας Αντερσον («Θα χυθεί αίμα») έχει για πρόλογό της μια σκηνή σε ένα εξωτικό νησί του Ειρηνικού στην εκπνοή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια, στο μεγαλύτερο μέρος της διαδραματίζεται στην Αμερική της δεκαετίας του ’50. Ενας βετεράνος του πολεμικού ναυτικού, ο αλκοολικός Φρέντι Κουέλ, που επινοεί διαρκώς δικά του κοκτέιλ αναμειγνύοντας τα πιο απίθανα υλικά, παρατάει επεισοδιακά τη δουλειά του ως φωτογράφος σε ένα εμπορικό κέντρο και πηγαίνει σε μια φυτεία του Νότου. Ο θάνατος ενός αγρότη, ύστερα από μεθύσι με δικό του κοκτέιλ, θα τον φέρει στο πλοίο του «Μάστερ» Λάνκαστερ Ντοντ. Πρόκειται για έναν τυχοδιώκτη, ιδρυτή μιας θρησκευτικής αίρεσης: ένα «κοκτέιλ» θρησκειών που σερβίρεται με γαρνιτούρα την επιστήμη. O Κουέλ, ο οποίος παραπατάει διαρκώς αναζητώντας αληθινές αξίες στη ζωή του, θα εξαρτηθεί πλήρως από τον χαρισματικό Ντοντ. Ο Χοακίν Φίνιξ (φωτ.) υποδύεται τον Κουέλ και ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν τον «Μάστερ». Δίπλα τους η Εϊμι Ανταμς. Tο μουσικό θέμα της ταινίας είναι από τον Τζόνι Γκρίνγουντ, κιθαρίστα των Radiohead. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16-12-2012

DANSLAMAISON
Ασκήσεις λογικής στο μάθημα της φαντασίας…

Το «Αγόρι στο τελευταίο θρανίο» («Dans La Maison») είναι μια ευχάριστη ταινία, σαν ένας «Μικρός Νικόλας» αποκλειστικά για ενήλικες. Μια ανεπιτήδευτη κομεντί στην κόψη του σασπένς, έτσι όπως το εννοούσε ο καλύτερος Γάλλος μαθητής του Χίτσκοκ, ο Τριφό. Ενας 16χρονος, ο Κλοντ, για τον οποίο ο διευθυντής του λυκείου του αναρωτιέται (αμπελο) φιλοσοφικά αν πρόκειται για «μαύρο πρόβατο ή χαμένο αμνό», είναι ο βασικός ήρωας σε αυτή την ιστορία του Φρανσουά Οζόν.
Ο Κλοντ είναι ο πιο αινιγματικός της γαλαρίας στην τάξη. Εξπέρ στα μαθηματικά, σκαρφίζεται ένα λογικό σχέδιο για να «αντιγράψει» στο κατ’ εξοχήν μάθημα της φαντασίας, τη λογοτεχνία: διαλέγει το «θύμα» του, έναν σκράπα στην άλγεβρα, και στη συνέχεια εισβάλλει στο σπίτι του ως ο κολλητός του. Ο Κλοντ, άλλοτε μετέωρος ανάμεσα στη φαντασίωση και την αληθινή ζωή και άλλοτε σαν παράτολμος ηδονοβλεψίας, αρχίζει να μεταφέρει πυρετωδώς στο χαρτί ότι βλέπει από την κλειδαρότρυπα και ότι κρυφακούει. Οσονούπω ερωτεύεται τη μητέρα του φίλου του. Στο «έγκλημα» υπάρχει και συνένοχος. Ο καθηγητής του στη λογοτεχνία (ένας αποτυχημένος συγγραφέας, λάτρης του Φλομπέρ και του Κάφκα) ενθουσιάζεται με την ιδέα ότι τον κατευθύνει σαν ηθικός αυτουργός. Ετσι βιώνει φαντασιακά τον ρόλο του ως πατέρας.
Ο Οζόν έφτιαξε μια απολαυστική ταινία παίζοντας διαρκώς με το υπολανθάνον. Ολες οι σχέσεις σε αυτό υπόκεινται. Κάποιες στιγμές νομίζεις πως έχουν εξαφανιστεί τα όρια ανάμεσα στην αληθινή ζωή και τη μυθοπλασία. Το σενάριο βασίζεται στο θεατρικό του Χουπάν Μαγιόρκα «The Boy In The Last Row». Στους βασικούς ρόλους οι, Φαμπρίς Λουσινί, Ερνστ Ούμχαουερ, Εμανουέλ Σενιέ, Κριστίν Σκοτ Τόμας.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13-12-2012

Αντρέι Βάιντα
Αυτοπορτρέτο του Αντρέι Βάιντα

Με λίγη ίσως υπερβολή, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον Αντρέι Βάιντα ως τον Σοπέν του πολωνικού κινηματογράφου. Το πλούσιο αναδρομικό αφιέρωμα στο έργο του, στην Ταινιοθήκη από τις 13 έως τις 23/12, θα δείξει εάν η παρομοίωση αυτή στέκει. Ο Βάιντα γεννήθηκε το 1926, σπούδασε εικαστικές τέχνες στην Κρακοβία και σινεμά στην περίφημη σχολή του Λοτζ. Από το 1954 μέχρι σήμερα, που ολοκληρώνει μια βιογραφία του Λεχ Βαλέσα, γυρίζει ακατάπαυστα ταινίες, αντλώντας τα θέματά του κυρίως από τη σύγχρονη ιστορία της πατρίδας του.
Ολα αυτά τα χρόνια ο κινηματογράφος του Βάιντα ήταν σαν ένα κρυφό σχολειό ή σαν μάθημα πατριδογνωσίας που είχε στόχο την αφύπνιση ή τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης του Πολωνού. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι την Πολωνία στο παρελθόν την είχαν μοιραστεί οι Αυστριακοί, οι Πρώσοι και οι Ρώσοι. Στις ταινίες του Βάιντα οι ήρωες είναι συνήθως τραγικά πρόσωπα που αναζητούν την ταυτότητά τους σε μια χώρα άλλοτε κομματιασμένη από τους κατακτητές της κι άλλοτε σιωπηλή από τον φόβο του σταλινισμού. Κάποιες φορές η κινηματογραφική εικόνα είναι σαν υπόγεια πράξη αντίστασης. Κάποιες άλλες φορές ηχεί σαν κραυγή απόγνωσης στη διαπασών.

Από τον Στάλιν…

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, η τριλογία του Βάιντα γύρω από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Αντίσταση των Πολωνών («Μια γενιά», «Κανάλ», «Στάχτες και διαμάντια») έκανε για πρώτη φορά γνωστό το πολωνικό σινεμά πέραν των συνόρων της πολύπαθης Πολωνίας. Αυτές οι ταινίες είναι σαν ένας καθρέφτης που μας δείχνει τον άνθρωπο πολύ χειρότερο απ’ όσο μας τον δείχνουν συνήθως οι πολεμικές ταινίες.
Το ασπρόμαυρο «Κανάλ», ένα αντιστασιακό δράμα, κατά τα φαινόμενα ηρωικό, μετατρέπεται σιγά σιγά σε ταινία κλειστοφοβικού τρόμου. Το καλοκαίρι του 1944 ο Κόκκινος Στρατός σταμάτησε χωρίς προφανή λόγο την επέλασή του λίγο έξω από τη Βαρσοβία. Οι Γερμανοί, οι οποίοι αποχωρούσαν βιαστικά από την πόλη, αποδεκάτισαν με την ησυχία τους δεκάδες χιλιάδες εξεγερμένους Πολωνούς που χρησιμοποιούσαν το δίκτυο των υπονόμων της πόλης ως καταφύγιο. Η ανεξήγητη μικρή ανάπαυλα των Σοβιετικών σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για την πολωνική Αντίσταση από πολλούς ερμηνεύτηκε ως κίνηση τακτικής του Στάλιν. Λέγεται ότι ήθελε να ξεμπερδέψει με τους «τροτσκιστές» και «εθνικιστές» Πολωνούς. Οι ναζί έκαναν τη βρώμικη δουλειά.
Πριν από μερικά χρόνια, ο Βάιντα επέστρεψε στην ίδια εποχή με το «Κατίν», μιλώντας ανοιχτά για ένα άλλο έγκλημα του Στάλιν, εν ψυχρώ αυτή τη φορά. To 1939, σχεδόν ταυτόχρονα με τους Γερμανούς, εισέβαλαν στην Πολωνία και οι Σοβιετικοί, αιχμαλωτίζοντας την αφρόκρεμα του πολωνικού στρατού. Οι Πολωνοί αξιωματικοί μεταφέρθηκαν στο δάσος του Κατίν στη Λευκορωσία και δολοφονήθηκαν με μια σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους. Οι ομαδικοί τάφοι βρέθηκαν το 1943. Μετά τον πόλεμο, το έγκλημα χρεώθηκε στους ναζί κι η αλήθεια βγήκε στο φως μόλις το 1990. Ανάμεσα στους νεκρούς του Κατίν ήταν και ο πατέρας του Βάιντα.

…Στον Βαλέσα

Παρακάμπτοντας πανέμορφες ταινίες εποχής («Ο γάμος», «Οι δεσποινίδες του Βίλκο») ή υπαρξιακά δράματα («Ολα για πούλημα») στεκόμαστε σε δυο τρεις ταινίες που περιέγραψαν εύγλωττα την Πολωνία του υπαρκτού σοσιαλισμού και παράλληλα σημάδεψαν το πολωνικό σινεμά της δεκαετίας του ’70. Το «Χωρίς αναισθητικό» και κυρίως το «Ο άνθρωπος από μάρμαρο», είναι πολιτικά έργα που μοιάζουν άλλοτε με καφκικό εφιάλτη, κι άλλοτε με ντοκουμέντο γύρω από το μεταπολεμικό σταλινικό τραύμα. Αφήνουν όμως και μια χαραμάδα στο φως.
Το 1981, στο «Ο άνθρωπος από σίδερο», η χαραμάδα θα γίνει ρωγμή. Σε αυτό το… σίκουελ του «Ανθρώπου από μάρμαρο» ο ήρωας ορθώνει το ανάστημά του απέναντι στο καθεστώς, όμως δεν γίνεται θρύψαλα γιατί είναι φτιαγμένος από ατσάλι. Ο «Ανθρωπος από σίδερο» διακρίνεται από έναν παροξυσμό σε ό,τι αφορά την κίνηση της κάμερας. Ο ενθουσιασμός του Βάιντα για την «Αλληλεγγύη» και την εξέγερση των εργατών στα ναυπηγεία του Γκντανσκ δεν κρύβεται. Στην ταινία, που είναι προφητική για την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, εμφανίζεται και ο Λεχ Βαλέσα.

Δείτε

Ανθρωπος από σιδερο
Το αφιέρωμα στον Αντρέι Βάιντα συνδιοργανώνεται από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος, την πρεσβεία της Δημοκρατίας της Πολωνίας και την καλλιτεχνική εταιρεία Kampania Artystyczna. Περιλαμβάνει το σημαντικότερο μέρος της δουλειάς του. Δεκαοκτώ ταινίες μεγάλου μήκους, μερικές από τις οποίες προβάλλονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ταινίες μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ. Το αφιέρωμα πλαισιώνεται και από μια έκθεση με φωτογραφικό υλικό από τις ταινίες, αφίσες (οι Πολωνοί γραφίστες έχουν δημιουργήσει σχολή γύρω από την κινηματογραφική αφίσα) καθώς και έργα ζωγραφικής του ιδίου.
Mη χάσετε το «Kανάλ», το «Στάχτες και διαμάντια» (δύο εξαιρετικά δείγματα της λεγόμενης πολωνικής σχολής), το «Ολα για πούλημα», το «Χωρίς αναισθητικό», τον «Γάμο», τις «Δεσποινίδες του Βίλκο», τον «Ανθρωπο από σίδερο» και τη «Γη της επαγγελίας». Οι εκδηλώσεις θα διαρκέσουν από τις 13 μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου στην Ταινιοθήκη (Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-136). Για το πρόγραμμα των προβολών ή όποια άλλη πληροφορία στην ηλεκτρονική διεύθυνση http: //www. tainiothiki. gr και στα τηλέφωνα 2103609695 – 2103612046

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 9-12-2012

The Master, Χοακίν Φίνιξ

Στην προηγούμενη ταινία του Πολ Τόμας Αντερσον, στο «Θα χυθεί αίμα», που έμοιαζε με σκοτεινή βιβλική παραβολή, ένας αδίστακτος τυχοδιώκτης παρουσιάζεται ως μεσσίας στους αμόρφωτους αγρότες της Καλιφόρνιας. Στο σημερινό «The Master», ένας άλλος τυχοδιώκτης, ιδρυτής μιας αίρεσης, χειραγωγεί με απίστευτη ευκολία τους πιστούς, οι οποίοι φαίνονται καλοζωισμένοι. Το φιλμ υπερεκτίθεται στο φως ώστε να αποδοθεί η ατμόσφαιρα του καταναλωτικού παραδείσου. Η Αμερική μόλις είχε βγει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Φαινομενικά, το «The Master» είναι ένα χρονικό γύρω από τη γέννηση της σαϊεντολογίας. Ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, ο «Μάστερ» Λάνκαστερ Ντοντ, παραπέμπει στον ηγέτη της σαϊεντολογίας, τον Λ. Ρον Χάμπαρντ. Ο αληθινός στόχος της ταινίας, όμως, είναι ασαφής. Θέλει να σχολιάσει το πώς χειραγωγείται η μάζα; Ή να περιγράψει μια Αμερική γόνιμη για κάθε παραδοξότητα;
Ενας βετεράνος του πολεμικού ναυτικού, ο Φρέντι Κουέλ, επιστρέφει ψυχικό ράκος στην πατρίδα. Η τυχαία γνωριμία του με τον «Μάστερ» θα του αλλάξει τη ζωή. Ο Π.Τ. Αντερσον επιμένει στη σχέση των δύο αντρών, μια υπολανθάνουσα σχέση αφέντη – υπηρέτη.
Πέραν όλων αυτών, που συνοψίζουν μια πρώτη εντύπωση από την ταινία, υπάρχουν και οι έξοχες ερμηνείες του Φ. Σ. Χόφμαν και του Χοακίν Φίνιξ. Μόνο γι’ αυτές αξίζει να ξαναδεί κανείς το «The Master».

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-12-2012

Η μεγαλύτερη ντρίμπλα που έγινε ποτέ επί… σαιξπηρικού εδάφους αφορά τον «Αμλετ» του Ρώσου Γκριγκόρι Κόζιντσεφ. Για την ιστορία, το 1964, η τότε Σοβιετική Ενωση συμμετείχε με την εν λόγω ταινία στον παγκόσμιο εορτασμό των 400 χρόνων από τη γέννηση του Σαίξπηρ. Αυτός ο «Αμλετ» άφησε άφωνο μέχρι και τον Λόρενς Ολίβιε που είχε ταυτιστεί με τον διασημότερο ήρωα του σαιξπηρικού ρεπερτορίου.
Ο Ολίβιε, όπως και άλλοι διαπρεπείς αγγλόφωνοι ηθοποιοί, πόνταρε στην ψυχολογική ερμηνεία του Αμλετ και στον ρυθμό του σαιξπηρικού λόγου. Ο Κόζιντσεφ, στη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τον λόγο στην εικόνα, που ήταν καθαρόαιμα κινηματογραφική και όχι αναπαράσταση της θεατρικής σκηνής. Η ποίηση του Σαίξπηρ μετουσιώθηκε έτσι σε εικαστικό σύμπαν απαράμιλλης πλαστικότητας. Κάτι ανάμεσα στη λιτότητα ενός Ντράγιερ (που ταιριάζει απόλυτα στην ασκητική φιγούρα του συγκεκριμένου Αμλετ) και στην επιβλητικότητα ενός Αϊζενστάιν.
Στα χέρια του ο Κόζιντσεφ είχε χρυσό: τη μετάφραση του κειμένου από τον Μπόρις Πάστερνακ. Και μπροστά του έναν ολοζώντανο θησαυρό: το πρόσωπο του Ινοκέντι Σμοκτουνόφσκι. Ο δικός του Αμλετ, ένας ευγενής και έντιμος άνθρωπος με υπαρξιακό βάθος, φαντάζει σαν ασκητής σε έναν διεφθαρμένο κόσμο…

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-120-2012

jace
Απομιμήσεις της αληθινής ζωής…

Ο παλιός εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος βασίστηκε στους ηθοποιούς, «που μετατρέπονται σε αυτοκράτορες του κινηματογραφικού θεάματος γιατί καταφέρνουν να οργανώσουν τις ταινίες αποκλειστικά γύρω απ’ αυτούς, γύρω από το σώμα τους, την παρουσία τους», υποστήριζε με πάθος ο Χρήστος Βακαλόπουλος (Σύγχρονος Κινηματογράφος ’82, τ. 31). Σαν να λέμε, το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», η δραματική κομεντί του αξιότατου Γιώργου Τζαβέλλα, χρωστάει τη διαχρονική της αξία πρωτίστως στα σώματα του Γιώργου Κωνσταντίνου και της Μάρως Κοντού. Στην αυθεντική υλική της διάσταση, που γίνεται άμεσα αντιληπτή από τον θεατή, και όχι τόσο στο ειδικό βάρος που έχει ως ηθογραφία γύρω από τη θέση της γυναίκας στη μικροαστική οικογένεια του ’60. Αρκούμαστε σε αυτό το παράδειγμα και στους δύο βετεράνους του κινηματογράφου μας, που ξανάρχονται στο προσκήνιο μαζί με το «Αν», την πρώτη ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη.
Ο Αντωνάκης και η Ελενίτσα του Τζαβέλλα, ηλικιωμένοι πια, βρίσκονται σε ένα τηλεοπτικό στούντιο όπου γυρίζεται ένα ντοκιμαντέρ – αν και είθισται τα ντοκιμαντέρ να γυρίζονται σε φυσικό χώρο. Συζητούν μεταξύ τους, όπως οι θεατές στο διάλειμμα μιας προβολής, περί έρωτος και γάμου. Απολύτως σεβαστός, αλλά και προβληματικός για τη συνοχή του «Αν» ο τρόπος που μνημονεύεται η κορωνίδα της νεορεαλιστικής μας ηθογραφίας, το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», σε αυτή τη μοντέρνα ερωτική ηθογραφία.
Η αχίλλειος πτέρνα του Παπακαλιάτη, όμως, είναι αλλού. Ολα τα κακά που του συμβαίνουν (είναι και πρωταγωνιστής) μέχρι να εξαντλήσει όλες τις υποθέσεις του (περί ζωής και θανάτου, έρωτα και μοναξιάς, πίστης και απιστίας, γάμου και παρατεταμένης εφηβείας) θυμίζουν ταινία… καταστροφής. Σε αυτό το είδος, που τόσο ευδοκιμεί στο Χόλιγουντ, μικρές και μεγάλες τραγωδίες εμφανίζονται σαν ατυχήματα.

Υπόθεση 1η. Στη μεταπολεμική Ελλάδα της αγωνίας για την επιβίωση, ο αυθεντικότερος εκπρόσωπος του μελό, ο Νίκος Ξανθόπουλος, έφτιαξε γύρω του έναν μύθο εξιδανικεύοντας τη φτώχεια. Στη σημερινή Ελλάδα, που η κρίση κάνει διαρκώς μετάσταση στον καλοζωισμένο της ιστό, ο κατεξοχήν ανανεωτής της σαπουνόπερας, ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, μεταφέρει τον τηλεοπτικό του μύθο στο σινεμά εξιδανικεύοντας την πανταχόθεν βαλλόμενη μεσαία τάξη των γκλάμουρους επαγγελμάτων όπως αυτά που μονοπωλούν την TV. Η σύγκριση της «λαϊκής» περσόνας του Ξανθόπουλου με το lifestyle του Παπακαλιάτη στο «Αν» ενέχει την υπερβολή. Είναι ενδεικτική όμως της ευκολίας με την οποία απωθείται ο ρεαλισμός και υποκαθίσταται από –άλλοτε εξιδανικευμένες κι άλλοτε εξεζητημένες– απομιμήσεις της πραγματικότητας.
Στο «Αν», η εικόνα της πραγματικότητας είναι τόσο επιτηδευμένη, που μοιάζει με νεκρή φύση. Κρίμα, γιατί ο Παπακαλιάτης φαίνεται πως θέλει να βγει από τον δοκιμαστικό σωλήνα της τηλεόρασης για να φτιάξει μια μοντέρνα (δηλαδή, με στυλ) ερωτική ιστορία.

Υπόθεση 2η. Στη σφαίρα της απομίμησης βρέθηκε και ένας άλλος Ελληνας κινηματογραφιστής, ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης, με την τελευταία του ταινία, το «J.A.C.E.», που προβάλλεται εδώ και μερικές εβδομάδες. Μια δίνη από απίθανες καταστάσεις συνθέτουν την οδύσσεια ενός Αλβανού, που αναγκάστηκε να έρθει στην Ελλάδα όταν η μαφία δολοφόνησε τον πατέρα του. Χαρακτηριστικό στο «J.A.C.E.» είναι η «υβριδική» ματιά του Καραμαγγιώλη στο κοινωνικό περιθώριο: κάτι μεταξύ σαπουνόπερας του Φώσκολου και «Στρέλλας». Υπάρχει όμως και μια εμμονή γύρω από την εικόνα ως ντοκουμέντο, η οποία τον ακολουθεί από την εποχή του «Rοm».

Ενα συμπέρασμα

Ο νέος εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος ζει τη δεύτερη δεκαετία του, αν δεχτούμε ως ορόσημο της γέννησής του το «Safe Sex» στα τέλη του ’90. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, όμως, απέχει πολύ από μια ψύχραιμη αποτίμηση και δημιουργική ανακύκλωση της ασπρόμαυρης παράδοσής του. Αλλοτε παραδίδεται στα στερεότυπα και στο lifestyle της τηλεόρασης κι άλλοτε βουτάει αμήχανα στο παρελθόν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν και το ριμέικ του «Ηλία του 16ου» πριν από μερικά χρόνια, που έβαλε το χθες σαν καθρέφτη μπροστά στο σήμερα.

Δείτε

Αν (2012)

Το πολυδιαφημισμένο κινηματογραφικό ντεμπούτο του Χριστόφορου Παπακαλιάτη είναι ένα μωσαϊκό από υποθέσεις γύρω από το τυχαίο στη ζωή. Ο ήρωάς του, ο Δημήτρης, ένας νεαρός σκηνοθέτης που ζει στην Πλάκα, βγαίνει με το ζόρι από το σπίτι βραδιάτικα λόγω της επιμονής της σκύλας του, της Μοναξιάς, που θέλει βόλτα. Αραγε τι θα γινόταν εάν δεν έβγαιναν από στο σπίτι, θα γνώριζε τη Χριστίνα; Πώς θα ήταν η ζωή του αν έμενε εργένης; Παίζουν: Χρ. Παπακαλιάτης, Μαρίνα Καλογήρου, Μαρία Σολωμού, Θέμις Μπαζάκα, Ακύλας Καραζήσης, Γιώργος Κωνσταντίνου, Μάρω Κοντού. (Στις αίθουσες)

J.A.C.E. (2012)

Δράμα του Μενέλαου Καραμαγγιώλη. Ενας μικρός Αλβανός πέφτει θύμα ενός σύγχρονου παιδομαζώματος από τη μαφία του trafficking. Η ζωή του στην Αθήνα είναι ένα μαρτύριο όπου χωρούν τα πάντα: σεξουαλική εκμετάλλευση, εμπόριο ανθρώπινων οργάνων… Φύλακας άγγελός του θα γίνει ένας μοναχικός αξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος είναι διαρκώς στόχος των διεφθαρμένων συναδέλφων του. Παίζουν: Αλμπαν Ουκάζ (φωτ.), Ιερώνυμος Καλετσάνος, Στεφανία Γουλιώτη, Ακύλας Καραζήσης. (Στις αίθουσες)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2-12-2012

Ο μικρός επιστήμων του …τρόμου

Ο μικρός Βίκτωρ Φρανκενστάιν, μαθητής δημοτικού σχολείου στη φανταστική κωμόπολη Νέα Ολλανδία των ΗΠΑ, ζωντανεύει με τη βοήθεια της επιστήμης το νεκρό σκύλο του. Με δυο κουβέντες αυτή είναι η υπόθεση στο Frankenweenie του Τιμ Μπάρτον, που προβάλλεται εδω και κάμποσες ημέρες στις αίθουσες. Θα τη χαρακτήριζα ως τον πιο απολαυστικό …μακάβριο αφρό σε ένα κοκτέιλ παραδοσιακού animaton και ρομαντικού τρόμου (το 3D χαλάει κάπως την ατμόσφαιρα).
Η ασπρόμαυρη κόμικ παραλλαγή του κλασικού Φράνκενσταϊν είναι υπόδειγμα διαλεκτικής: το μαύρο (το γκόθικ) και το άσπρο (η νοσταλγία και το χιούμορ) μετατρέπονται σε πρώτη ύλη της κινηματογραφικής φόρμας.
Το «Frankenweenie» είναι ένα χειροποίητο έργο, πρωτότυπο και όχι με οδηγό τα φασόν της χολιγουντιανής παραγωγής, γύρω από την αθωότητα και το τέρας. Η αθωότητα ταυτίζεται με τη διαφορετικότητα και αυτή με τη σειρά της ταυτίζεται με τη λογική και την επιστήμη που διαρκώς αμφισβητεί. (Η μεταφυσική είναι αμελητέα ποσότητα σε αυτή την ταινία). Το τέρας είναι η κανονικότητα, η απόλυτη τάξη, η βλακεία, ο φόβος απέναντι στο άγνωστο. Καθοριστικό ρόλο στη ζωή του μικρού Βίκτορα παίζει η τέχνη (φτιάχνει μόνος του φιλμάκια τρόμου) και ένας καθηγητής του τής φυσικής, ο κος Ρισκρούσκι, που διώχνεται κακήν κακώς από τη Νέα Ολλανδία.

New age μπλοκμπάτσερ χαμένο στα σύννεφα…

Το πολυαναμενόμενο «Cloud Atlas» είναι διανθισμένο με ρήσεις-θέσφατα του new age, όμως, δεν έχει και την αντίστοιχη ατμόσφαιρα. Καταρχάς, του λείπει η ομοιογένεια ύφους. Σχηματικά, θα λέγαμε πως είναι σαν υβριδικό μεταμοντέρνο έπος. Ακουμπάει στον 19ο αιώνα (σε μια ιστορία γύρω από το δουλεμπόριο) και εκτείνεται σαν σπείρα στο μέλλον έως το 2346. Το τέλος (εκλάβετέ το και ως παύση σε μια ατέρμονη μουσική συμφωνία) εικονογραφείται σαν ένας Mεσαίωνας, που έπεται μιας Αποκάλυψης. Στο ενδιάμεσο, υπάρχουν η φουτουριστική δυστοπία, το πολιτικό θρίλερ σε ύφος σέβεντις, το δράμα εποχής, η γκροτέσκ κωμωδία. Σχεδόν όλο το αφηγηματικό σινεμά είναι στα πόδια της Λάνα (πρώην Λάρι) Γουατσόφσκι, του αδελφού της Αντι και του Τομ Τίκβερ.
Ο χώρος είναι μικρός, αλλά και μάταιος ο κόπος να περιγράψουμε τις έξι ιστορίες που ξεπατικώνουν οι τρεις σκηνοθέτες από το ομότιτλο βιβλίο του Ντέιβιντ Μίτσελ, ζητώντας από τους ίδιους ηθοποιούς να υποδυθούν έξι διαφορετικούς ρόλους σε αντίστοιχες εποχές.
Ουσιαστικά, έχουμε έξι διαφορετικές ιστορίες, που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σεναριακά σε ισάριθμες ταινίες, και όχι ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων. Η έννοια της πυκνότητας και της ενορχήστρωσης χάθηκε μέσα στην αμπελοφιλοσοφία. Το «Cloud Atlas» φαντάζει σαν ορχήστρα χωρίς μαέστρο στο πόντιουμ. Είναι ένα new age μπλοκμπάστερ τεχνηέντως ασαφές, όπως τα σχήματα από σύννεφα στον ουρανό.
Παίζουν: Τομ Χανκς, Χάλι Μπέρι, Τζιμ Μπρόαντμπεντ, Μπεν Γουίσοου, Χιούγκο Γουίβινγκ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22-11-2012

Blog Stats

  • 80,693 hits

Αρχείο

Φεβρουαρίου 2016
Δ T Τ T Π S S
« Νοέ.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
29  

13η τροποποίηση αμερικανικού συντάγματος Beasts of the southern wild Blancanieves CIA Killer Joe Killing them softly Les Miserables New Age Paradies Liebe Skyfall Weird wave of greek cinema Αλφρεντ Χίτσκοκ Αμερικανικός εμφύλιος Αν Χάθαγουεϊ Αννα Καρένινα Αουσβιτς Γιώργος Λάνθιμος Εμίλ Ζολά Επιστημονική φαντασία Ζακ Γαλιφιανάκης Ζακ Οντιάρ Κάθριν Μπίγκελοου Κίρα Νάιτλι Κεν Λόουτς Κουέντιν Ταραντίνο Κουβενζανέ Γουόλις Κόλιν Φάρελ Λέων Τολστόι Λίνκολν Λαρς φον Τρίερ Λεονάρντο Ντι Κάπριο Μαργκαρέτε Τίζελ Μαριόν Κοτιγιάρ Ματ Ντέιμον Μπάρμπα Θωμάς Μπεν Αφλεκ Μπεν Ζέιτλιν Μπραντ Πιτ Μυθικά πλάσματα του Νότου Νανά Ντάνιελ Ντέι Λιούις Ολοκαύτωμα Οσα Παίρνει ο άνεμος Οσκαρ 2013 Πάμπλο Μπερχέρ Παιχνίδια Εξουσίας Πολ Λάβερτι Πολ Τόμας Αντερσον Ράσελ Κρόου Σπάικ Λι Στίβεν Σπίλμπεργκ Τζέιμς Μποντ Τζέσικα Τσάστεϊν Τζο Ράιτ Τομ Στόπαρντ Τομ Χούπερ Τόμι Λι Τζόουνς Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν Φρανσουά Οζόν Χαβιέ Μπαρδέμ Χιου Τζάκμαν Χοακίν Φίνιξ Χόλιγουντ Ψυχώ αμερικανικός κινηματογράφος γαλλικός κινηματογράφος γαλλικό σινεμά γουέστερν ελληνικός κινηματογράφος ερωτισμός στον κινηματογράφο μιούζικαλ πολιτικό θρίλερ σπαγγέτι γουέστερν σύγχρονος αμερικανικός κινηματογράφος σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος

Twitter Updates

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 36 ακόμα followers