You are currently browsing Δημητρης Μπούρας’s articles.

Στη δεκαετία του ’60 νέοι ήρωες βγήκαν στο φως για να χτίσουν νέους μύθους, καθώς ο άνθρωπος πατούσε στο φεγγάρι. Το 1962 ο Σον Κόνερι ταυτίστηκε με τον κινηματογραφικό Τζέιμς Μποντ, έναν άψογο στους τρόπους υπερήρωα τον οποίο είχε επινοήσει ο συγγραφέας Ιαν Φλέμινγκ περίπου μία δεκαετία πριν. Σήμερα, στην 23η ταινία του πενηντάρη πια Μποντ, στο «Skyfall» που θα κάνει πρεμιέρα την 1η Νοεμβρίου, ο πιο εύθραυστος και μελοδραματικός Ντάνιελ Κρεγκ ζει μια υπερπεριπέτεια.
Η ιστορία του Τζέιμς Μποντ φαντάζει και σαν αποσπασματικό διαχρονικό αφήγημα για το lifestyle. Ενα μικρό πολύχρωμο κολάζ, με το μπικίνι της Ούρσουλα Αντρες στην εξωτική Τζαμάικα του «Dr. No», τα Rolex με ενσωματωμένα γκάτζετ, τα σπορ αυτοκίνητα που κρύβουν μια πολεμική μηχανή, τις φιάλες σαμπάνιας Dom Perignon σε ελβετικά σαλέ ή σε σουίτες λουξ ξενοδοχείων.
Για να την αφηγηθείς σωστά, θα πρέπει να της προσδώσεις και την αίσθηση που αναλογεί στο καθένα από τα κεφάλαιά της και αντιστοιχεί στην αισθητική κάθε εποχής που έχει διατρέξει ο ατσαλάκωτος 007 από το 1962 μέχρι σήμερα. Αισθητική, που συμπυκνώθηκε στον φροντισμένο σχεδιασμό των ζενερίκ και κυρίως στο τραγούδι-σήμα κατατεθέν της κάθε ταινίας. Η ιστορία του Τζέιμς Μποντ ακούγεται και σαν εξαιρετικό σάουντρακ που περιέχει διαμάντια, από το διάσημο «Goldfinger» με τη Σίρλεϊ Μπάσεϊ μέχρι το φετινό ατμοσφαιρικό «Skyfall» της Adele.

Κορίτσια και γκάτζετ

Περιπλανηθείτε στους λαβύρινθους του Τζον Λε Καρέ, αν πραγματικά ζητάτε από το σινεμά ή τη λογοτεχνία πειστικές κατασκοπικές ιστορίες ή ρεαλιστικές ψυχολογίες κατασκόπων. Οι περιπέτειες του Μποντ έχουν όμορφα κορίτσια και απίθανα γκάτζετ, που τις κάνουν να μοιάζουν με αγορίστικες περιπέτειες για ενήλικα παιδιά. Ο Μποντ είναι ο μοναδικός κατάσκοπος στην ιστορία των λογοτεχνικών ή κινηματογραφικών κατασκόπων με βασιλική άδεια να σκοτώνει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Σαν σοφιστικέ κυνικός εραστής, ιδανικός στη φαντασίωση του άντρα, που φεύγει αφήνοντας πίσω του τις καλύτερες εντυπώσεις και καθόλου δεσμεύσεις.
Στην πιο εύστοχη ανάλυση που έχει γίνει για τον Τζέιμς Μποντ, ο Ουμπέρτο Εκο αναλύει τη δομή ενός λαϊκού κατασκοπικού μυθιστορήματος απαλλάσσοντας τον λογοτεχνικό δημιουργό του 007, τον Φλέμινγκ, από την κατηγορία του αντικομμουνιστή («Ο υπεράνθρωπος των μαζών», εκδόσεις Γνώση). Ο Φλέμινγκ υπήρξε μανιχαϊστής για «λειτουργικούς λόγους», αναζητώντας «στοιχειώδεις αντιθέσεις». Τα κλισέ τον βολεύουν για να περιγράψει το παγκόσμιο σκηνικό και για να τα εντοπίσει «ανατρέχει στην κοινή γνώμη». Στις κινηματογραφικές περιπέτειες του Μποντ οι τρομοκράτες και οι βαρώνοι των ναρκωτικών διαδέχθηκαν τους ατιμώρητους ναζί ή τους μονόχνοτους κομμουνιστές του Ψυχρού Πολέμου.
Ως ήρωας δεν θα μπορούσε παρά να ήταν Βρετανός. Είναι αριστοκράτης, φλεγματικός, με καλούς τρόπους. Μεταπολεμικά, φέρει με στυλ και φινέτσα τη χαμένη αίγλη της Γηραιάς Αλβιώνος.
Ο Μποντ όμως είναι αποστασιοποιημένος από τα ιδανικά που υπηρετεί: είναι ένας κοσμοπολίτης που ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο για το καθήκον που του έχει αναθέσει η Μεγάλη Βρετανία (που εμφανίζεται ακόμη ως αυτοκρατορία). Σε αντίθεση με τον αρχηγό της ΜΙ6 με το κωδικό όνομα Μ, που φαντάζει σαν παντογνώστης κηδεμόνας, ο Μποντ είναι ένα προικισμένο αλλά και επιπόλαιο παιδί, επιρρεπές σε ζαβολιές και σε ανώδυνα παραστρατήματα, τα οποία όμως ουδέποτε τον εκθέτουν.

Με πολλά πρόσωπα…

Ο Σον Κόνερι, ίσως ο καλύτερος Μποντ, είναι γοητευτικός επειδή δεν είναι τέλειος: αρρενωπός τζέντλεμαν, άψογος μεν, όχι όμως τέλεια προγραμματισμένο ζωντανό γκάτζετ. Ανεξάρτητος κι όχι τυφλό όργανο της εξουσίας, κυνικός, ιδιαίτερα κατά τις στιγμές που ο Ψυχρός Πόλεμος μεταφερόταν σε κρεβατοκάμαρες.
Ο Τζον Λέιζενμπι, που πήρε για μία και μοναδική φορά τη σκυτάλη από τον Κόνερι, έγινε συνώνυμο της πιο ασήμαντης τζεϊμσμποντικής περιπέτειας («Στην υπηρεσία της αυτής μεγαλειότητος»).
Απείρως μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχε ο Ρότζερ Μουρ. Οι επτά ταινίες του με λίγη προσπάθεια θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε κωμωδίες. Χαρακτηριστικά, στο «Για τα μάτια σου μόνο», που έχει γυριστεί και στην Ελλάδα, νομίζεις ότι βλέπεις ένα ποτ πουρί από mainstream περιπέτειες της εποχής – ώς και το «Κατσαριδάκι αγάπη μου» ή τα «Κανόνια του Ναβαρόνε» θυμίζει. Αυτός ο Μποντ εξωτερικά υπερτονίζει την αριστοκρατική βρετανική του καταγωγή, υπονομεύεται όμως από μια διάχυτη αμηχανία για το τι ακριβώς αντιπροσωπεύει ο υπερκατάσκοπος του Φλέμινγκ κατά τη δεκαετία του ’70.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ο Τίμοθι Ντάλτον πήρε πολύ σοβαρά τον ρόλο του. Συγκρατημένα δραματικός και με ειρωνικό, περιπαικτικό βλέμμα, φαντάζει σαν ένας κοσμοπολίτης Ράμπο σε ιστορίες προσωπικής εκδίκησης.
Στα μέσα του ’90, εποχή δύσκολη για κατασκόπους που αναζητούσαν δουλειά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, τα φωτεινά εξωτικά τοπία έδωσαν τη θέση τους σε ένα hi-tech σκηνικό που είχε τη λάμψη του μετάλλου αλλά και την παγερή του υφή. Ο γόης Πίτερ Μπρόσναν κατάφερε να σταθεί όρθιος μέσα στην πλημμυρίδα των ψηφιακών εφέ. Γήινος αλλά και ανεπαίσθητα μελαγχολικός όταν οι συνθήκες τού το επέτρεπαν, ήταν περισσότερο Τζέιμς και λιγότερο Μποντ.
Σήμερα, ο Ντάνιελ Κρεγκ δίνει την εντύπωση πως θέλει να συνδυάσει τη αύρα του Σον Κόνερι με το προφίλ του Τζέισον Μπορν (συναισθηματικά ασταθής, μάλλον μετροσέξουαλ, με ενέργεια για δράση σε ρυθμούς βιντεογκέιμ).

Τo τοπ 7 του 007

1. Dr. No (1962). Η παρθενική εμφάνιση του Μποντ στην οθόνη. Του Τέρενς Γιανγκ με Σον Κονέρι, Ούρσουλα Αντρες.

2. Από τη Ρωσία με αγάπη (From Russia with Love, 1963). Η κορωνίδα της φιλμογραφίας του Μποντ. Το δεύτερο μισό της ταινίας είναι αξεπέραστο. Του Τέρενς Γιανγκ με Σον Κόνερι, Ντανιέλα Μπιάνκι.

3. Goldfinger (1964). Ο πιο γοητευτικός Μποντ. Του Γκάι Χάμιλτον με Σον Κόνερι, Ονορ Μπλάκμαν.

4. Ζήσε και άσε τους άλλους να πεθάνουν (Live and Let Die, 1973).
Ξεκινάει σαν θρίλερ στη Νεα Υόρκη και κορυφώνεται σαν τρελή περιπέτεια στη Νέα Ορλεάνη. Του Γκάι Χάμιλτον με Ρότζερ Μουρ, Τζέιν Σίμουρ.

5. Προσωπική εκδίκηση (Licence to Kill, 1989). O πιο (μελο)δραματικός Μποντ έχει αντίπαλο έναν Κολομβιανό βαρώνο των ναρκωτικών. Του Σκοτ Γκλεν με Τίμοθι Ντάλτον, Κάρεϊ Λόουελ.

6. Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει (Tomorrow Never Dies, 1997).
Ο εφιάλτης της παντοκρατορίας ενός μεγιστάνα των media αντικαθιστά τον εφιάλτη του Ψυχρού Πολέμου. Του Ρότζερ Σπότισγουντ με Πιρς Μπρόσναν, Μισέλ Γιέο.

7. Casino Royale (2006). Επιστροφή σε κοσμοπολίτικο σκηνικό με οδηγό έναν συναισθηματικά εύθραυστο Μποντ. Του Μάρτιν Κάμπελ με Ντάνιελ Κρεγκ, Εβα Γκριν.

Info
– Η 23η ταινία του Τζέιμς Μποντ, το «Skyfall» γυρίστηκε από τον Σαμ Μέντες με Ντάνιελ Κρεγκ, Μπερενίς Μαρλό, Χαβιέ Μπαρδέμ (πρεμιέρα την 1/11).
– Οι 22 προηγούμενες ταινίες του Μποντ κυκλοφορούν σε dvd και blu ray.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 21-10-2012

Ο Κρίστιαν Πέτσολντ, στον οποίο οφείλει πολλά το νέο γερμανικό σινεμά, αρέσκεται να βαφτίζει τις ταινίες του με γυναικεία ονόματα. Ευτυχώς για εμάς έχει και μια εξαίρετη πρωταγωνίστρια, τη Νίνα Χος, που τον υποστηρίζει ιδανικά σε αυτή την εμμονή του. Στο «Yella» (2007), που κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, η Γέλα, η οποία ζει σε μια παρακμάζουσα πόλη της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, «πνίγει» το παρελθόν της στα σκοτεινά νερά ενός ποταμού και έρχεται στο Αννόβερο. Ελπίζει σε μια ζωή σαν και αυτή που υπόσχονται οι διαφημίσεις. Εν ριπή οφθαλμού, όμως, τ’ όνειρό της αποδεικνύεται χίμαιρα. Στο σημερινό «Barbara», που διαδραματίζεται το 1980 στην Ανατολική Γερμανία, μια άλλη γυναίκα βιώνει ένα διχασμό: Το βλέμμα της κοιτάζει προς τη Δύση, η καρδιά της όμως αρχίζει να τη βάζει σε πρωτόγνωρα διλήμματα.
Η πρωτευουσιάνα Μπάρμπαρα, μια χειρουργός που εργαζόταν σε ένα μεγάλο νοσοκομείο του Βερολίνου, μετατίθεται δυσμενώς σε μια μελαγχολική κωμόπολη κοντά στη Βόρεια Θάλασσα. Αιτία, η επιθυμία της να διαφύγει στη Δυτική Γερμανία, όπου ζει ο εραστής της. Γι’ αυτόν δεν θα μάθουμε τίποτα, παρότι περνάει συχνά τα σύνορα για να τη συναντήσει κρυφά. Η μοναδική πληροφορία που μας δίνει ο Πέτσολντ για τον εραστή της Μπάρμπαρα είναι ότι οργανώνει την απόδρασή της στη Δύση.
Οι πέτρινες ημέρες της Μπάρμπαρα με αυτό τ’ όνειρο κυλούν. Στη μικρή πόλη θα δημιουργήσει φιλική σχέση με τον προϊστάμενό της, έναν νεαρό γιατρό τον οποίο στην αρχή υποψιαζόταν για καρφί της Στάζι. Ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή της όμως θα διαδραματίσει μια νεαρή «ασθενής» από μια φυλακή (;) ανηλίκων.
Ο Πέτσολντ κρατάει χαμηλά τους τόνους. Δεν του αρέσει και το μελόδραμα, τύπου «Οι ζωές των άλλων». Το πολιτικό θρίλερ (ο φόβος από τη συνεχή παρουσία της Στάζι, που διαβρώνει τις ανθρώπινες σχέσεις, και το σασπένς γύρω από την επιχείρηση απόδρασης) χρησιμοποιείται αριστοτεχνικά στη σύνθεση της ατμόσφαιρας ενός ψυχολογικού δράματος.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-10-2012

Μεσούντος του φθινοπώρου, ημερολογιακά τουλάχιστον, ο ελληνικός κινηματογράφος ανοίγεται σαν βεντάλια, ευελπιστώντας να φέρει ένα αεράκι αναζωογονητικό. Δύο ταινίες που ήδη προβάλλονται, η «Κόρη» και το «Ο Θεός αγαπά το χαβιάρι», και άλλη μία, η «Πόλη των παιδιών», που αναμένεται σε λίγες ημέρες συνθέτουν μια πρώτη πανοραμική εικόνα της πρόσφατης παραγωγής. Πέρα από αδυναμίες ή αστοχίες το ελληνικό σινεμά στέκει όρθιο σε δύο μέτωπα: στη λεωφόρο των μεγάλων και λαμπερών παραγωγών που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, αλλά και στον τραχύ δρόμο των φτωχών, «no budget», ταινιών που ενίοτε επιφυλάσσει πρωτόγνωρες συγκινήσεις.
Οξύμωρο, θα λέγαμε όμως ότι η διεθνής συμπαραγωγή «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι», στην οποία ο Γιάννης Σμαραγδής σκιαγραφεί μια προσωπογραφία του ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη, διακρίνεται από κοσμοπολίτικο ελληνοκεντρισμό. Στην απρόβλεπτη «Κόρη» και στην ηλεκτρισμένη «Πόλη των παιδιών» τα βλέμματα των Θάνου Αναστόπουλου και Γιώργου Γκικαπέππα αντιστοιχούν σε εικόνες από την τραγική υφή της αληθινής ζωής στη σημερινή Αθήνα. Εδώ, ο επικαιρικός χαρακτήρας συνθέτει έναν ιδιόμορφο ελληνικό νεορεαλισμό, βίαιο, χωρίς την απαλότητα της ηθογραφίας.

Σαν παραμύθι…

«Τα δώρα του Θεού πρέπει να χαρίζονται, μόνον τότε φέρνουν ευτυχία»· με αυτή τη φράση του κινηματογραφικού του Βαρβάκη σαν κλειδί, ο Σμαραγδής επιχειρεί να μπει στην ψυχή ενός σπουδαίου Ελληνα, ίσως και για να λύσει αινίγματα γύρω από μύθους της νεώτερης Ελλάδας. Ο δρόμος προς την ψυχή του Βαρβάκη θα είχε περισσότερες εκπλήξεις αν το σενάριό του ήταν πυκνό. Θα μείνουμε στη μεγαλύτερη, την ερμηνεία του Γερμανού ηθοποιού Σεμπάστιαν Κοχ («Οι Ζωές των άλλων») που δεσπόζει ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό της ταινίας.
Το «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» κινείται παραπλεύρως της Ιστορίας, αλλά και της ακαδημαϊκής βιογραφίας. Κάπως έτσι μπαίνει στην ομίχλη ενός παραμυθιού με ήρωα έναν άνθρωπο της περιπέτειας, ο οποίος μέχρι το τέλος θα διερωτάται τι είναι η πατρίδα του. Στο κινηματογραφικό πορτρέτο του Βαρβάκη επιχειρείται μια συμπύκνωση του ελεύθερου πνεύματος του Ελληνα που μεγαλουργεί όπου βρεθεί και σταθεί. Αυτό το ελεύθερο πνεύμα, που αποτελεί και τον ιδεατό πυρήνα της Ελλάδας που οραματίστηκε ο Βαρβάκης, φυλακίζεται από μια αυτοκαταστροφική και τυφλή Ελλάδα κατά την κρίσιμη στιγμή τής μετάβασής της από τον οθωμανικό μεσαίωνα στη νεώτερη εποχή. Οι λόγοι όμως δεν εξηγούνται.
Ο ήρωας αυτού του παραμυθιού έχει μια επιτηδευμένη αντιφατικότητα, είναι πειρατής, αλλά και οραματιστής έμπορος που χαράσσει νέους δρόμους στον χάρτη της Ευρώπης. Ολα αυτά και κάτι ακόμη: είναι ένας ταπεινός και ελεύθερος άνθρωπος που επέλεξε για ορίζοντά του την ψευδαίσθηση του απείρου της θάλασσας.

Θρίλερ σαν τη ζωή…

Στην «Κόρη» ο Θάνος Αναστόπουλος οργανώνει ελλειπτικά και αριστοτεχνικά τη γεωγραφία ενός ρεαλιστικού κλειστοφοβικού θρίλερ. Αρχίζει από την περιφέρεια ενός φανταστικού κύκλου (σε έναν μικρό καταυλισμό υλοτόμων στο δάσος) με δυο τρεις στατικές εικόνες και με ένα πανοραμικό, που φέρνει τούμπα τον κόσμο αλλάζοντας το κέντρο βάρους της ταινίας. Ο κύκλος στενεύει, γίνεται η θηλιά ενός ψυχολογικού θρίλερ με ήρωες δυο παιδιά στην καρδιά ενός «δάσους» από κομμένους και πλανισμένους κορμούς δέντρων. Μια 14χρονη απάγει τον 8χρονο γιο του συνεταίρου του εξαφανισμένου της πατέρα και τον φυλακίζει στο «δάσος»: σε μια αποθήκη ξυλείας στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί, όπου, λόγω οικονομικής κρίσης, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πέφτουν σαν υλοτομημένα δέντρα. Η αψυχολόγητη πράξη του κοριτσιού (η κινητήριος δύναμη του θρίλερ) αποκαλύπτει την ψυχολογία δύο οικογενειών σε απόγνωση, ενώ υπαινίσσεται και μια Ελλάδα που βράζει.
Θερμοκρασίες σε βαθμό τήξης αναπτύσσονται και στην «Πόλη των παιδιών». Οι χώροι και εδώ έχουν κεφαλαιώδη σημασία. Σε διαμερίσματα, αντιπροσωπευτικά για μεγάλο μέρος της κοινωνικής πυραμίδας, εκτυλίσσονται παράλληλες και αυτόνομες ιστορίες. Τακτικά παρεμβάλλονται γενικές εικόνες της τσιμεντένιας Αθήνας. Σαν ενσταντανέ τραβηγμένα από το εσωτερικό των «κελιών» στα οποία ζουν οι ήρωες, που προοιωνίζονται μια μοιραία σύγκλιση. Μια από τις παράλληλες ιστορίες εκτυλίσσεται σε ερημική περιοχή και λειτουργεί σαν καταλύτης στην ταινία του πρωτοεμφανιζόμενου Γιώργου Γκικαπέππα, που μας εντυπωσιάζει με την πυκνότητα και την ακρίβεια της σκηνοθεσίας του.

Δείτε

Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι (2012)

Πορτρέτο του ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη με πλούτο κοστουμιών και διεθνές καστ. Γυρίστηκε από τον Γιάννη Σμαραγδή. Παίζουν Σεμπάστιαν Κοχ, Γιεβγκένι Στίτσκιν, Κατρίν Ντενέβ, Τζον Κλιζ. (Προβάλλεται στις αίθουσες).

Η κόρη (2012)

Η τελευταία ταινία του Θάνου Αναστόπουλου («Διόρθωση»). Η κόρη μιας χωρισμένης οικογένειας φυλακίζει ένα μικρότερό της αγόρι σε μια χρεοκοπημένη αποθήκη ξυλείας κάπου στην Αθήνα. Θεωρεί τον πατέρα του αγοριού υπεύθυνο για την εξαφάνιση του δικού της πατέρα. Οι δύο άντρες ήταν συνέταιροι. Παίζουν: Σαβίνα Αλιμάνι (φωτ.), Αγγελος Παπαδήμας, Γιώργος Συμεωνίδης, Ιερώνυμος Καλετσάνος. (Προβάλλεται στις αίθουσες).

Η πόλη των παιδιών (2012)

Τέσσερις ρεαλιστικές ιστορίες που συγκλίνουν. Μια εγκυμονούσα Ιρανή ζει έναν εφιάλτη καθώς πλησιάζει ο τοκετός. Ενας μεσήλικας με αποτυχημένο γάμο χάνει τη δουλειά του και στη συνέχεια μαθαίνει ότι θα ξαναγίνει πατέρας. Ενα ζευγάρι προσπαθεί μάταια να αποκτήσει παιδί. Ενας επιπόλαιος νεαρός άντρας δοκιμάζεται όταν η φίλη του τού λέει ότι περιμένει παιδί. Γυρίστηκε από τον Γιώργο Γκικαπέππα. (Πρεμιέρα, 1/11)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 14-10-2012

Παύση και σιωπή…

Μάλλον βιάστηκαν όσοι πίστεψαν πως μ’ αυτή την ταινία ο Μίκαελ Χάνεκε κουράστηκε με την ανατομία της βίας και γύρισε σελίδα. Η «Αγάπη», το τελευταία του έργο, θα μπορούσε να εκληφθεί σαν μια θρησκευτική παραβολή περί αγάπης και λύτρωσης. Ανορθόδοξη, όμως, γιατί ο Χάνεκε είναι σκεπτικιστής γύρω από την υπόσχεση του παραδείσου. Θα μπορούσαμε επίσης να την εκλάβουμε και σαν σαδιστική ταινία τρόμου για την αγάπη πέρα από το μελόδραμα που συνήθως εξιδανικεύει καταστάσεις. Οι ήρωές της, ένα ευτυχισμένο ηλικιωμένο ζευγάρι καθηγητών μουσικής, βιώνουν τη φυσική τους φθορά και παρακμή σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο του Παρισιού. Ο Χάνεκε τους παρατηρεί όπως ένας βιολόγος εξετάζει το κύτταρο ενός οργανισμού που μαραίνεται. Μπροστά στον φακό του έχει τον Ζαν Λουί Τρεντινιάν, ευθυτενή παρά τα 82 του χρόνια, και την Εμανουέλ Ριβά, πολλά υποσχόμενη πρωταγωνίστρια του εμβληματικού «Χιροσίμα αγάπη μου» που όμως η καριέρα της δεν είχε ανάλογη συνέχεια.
Η ταινία «Αγάπη», χωρίς άρθρο οριστικό ή αόριστο, είναι μια ανθρωπολογική ματιά του Αυστριακού σκηνοθέτη στην παρακμή, η οποία επίσης περιλαμβάνει βία. Η αγάπη (που σε ιδεατό επίπεδο είναι προϋπόθεση της αρμονίας και κατ’ επέκταση του πολιτισμού) εξαφανίζεται καθώς παρακμάζει το σώμα και αποκαλύπτεται η βία. Προς το τέλος, ο Χάνεκε αφήνει μια χαραμάδα και στη μεταφυσική, που κάνει την ταινία του να φαντάζει σαν μπεργκμανική ελεύθερη παραλλαγή των «Παράξενων παιχνιδιών».

Η αρχή του τέλους

Στα «Παράξενα παιχνίδια», όπου οι ήρωες προέρχονται από υψηλή κοινωνική τάξη, η βία εισβάλλει αναίτια, δηλαδή παράλογα, σε μια οικογένεια μεσοαστών. Στην «Αγάπη», όπου οι ήρωες έχουν υψηλό πολιτιστικό υπόβαθρο, η βία αρχικά εμφανίζεται σαν ένας ασαφής φόβος βαραίνοντας τον ορίζοντα (ένας διαρρήκτης μπήκε διακριτικά στο διαμέρισμα του ηλικιωμένου ζευγαριού την ώρα που έλειπαν, χωρίς όμως να αφαιρέσει κάτι πολύτιμο ή να προκαλέσει ζημιές). Σε λίγο, ο αόριστος φόβος θα συγκεκριμενοποιηθεί κάνοντας αισθητή την εγγύτητα του τέλους. Η ταινία αρχίζει από το τέλος της: με το πτώμα της ηλικιωμένης καθηγήτριας πιάνου σε αποσύνθεση στο άδειο διαμέρισμά της στο Παρίσι. Στο φλάσμπακ που ακολουθεί η σκηνοθεσία αποφεύγει τεχνηέντως να ορίσει έναν αφηγητή. Στην «Αγάπη» πρωταγωνιστούν τρία πρόσωπα: το ηλικιωμένο ζευγάρι των μουσικών (ο Ζορζ και η Αν) και η κόρη τους που είναι διάσημη πιανίστα.
Ο Χάνεκε μας εισάγει στο κυρίως θέμα με μια παύση. Την επομένη της διάρρηξης στο διαμέρισμά τους βλέπουμε τον Ζορζ και την Αν να παίρνουν το πρωινό τους συζητώντας για μικροπράγματα της καθημερινότητάς τους. Ξαφνικά η Αν παύει να αντιδρά, λες και πάτησε κάποιος ένα αόρατο πλήκτρο pause που ορίζει τη ροή ζωής της. Κοκαλώνει, σαν άγαλμα με ζωντανή καρδιά και ανάσα, «κοιτώντας» με κενό βλέμμα τον Ζορζ που προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Περνούν δυο – τρία λεπτά και η Αν «επιστρέφει» σαν να ξύπνησε από βαθύ ύπνο: μια πρόσκαιρη παύση που προοιωνίζεται το οριστικό delete.

Η λύτρωση

Στην επόμενη σεκάνς αρχίζει ένα δράμα δωματίου που είναι αλήθεια ότι υποβάλλει τον θεατή σε ένα κλιμακούμενο ψυχολογικό βασανιστήριο. Η Αν επιστρέφει στο σπίτι σε αναπηρικό καροτσάκι μετά από ένα εγκεφαλικό που έχει παραλύσει τη δεξιά της πλευρά. Ο Ζορζ την φροντίζει με ειλικρινή αφοσίωση, η κατάστασή της όμως μέρα με τη μέρα χειροτερεύει δραματικά. Οταν η Αν του ζητά να μην την ξαναπάει στο νοσοκομείο προτιμώντας να πεθάνει στο κρεβάτι της, ο Ζορζ αρχίζει να απομονώνεται ακόμη και από την κόρη τους που επιμένει πως η μητέρα της χρειάζεται πιο εξειδικευμένη παρακολούθηση και βοήθεια. Παρατηρεί τη σωματική και πνευματική παρακμή της αγαπημένης του συζύγου, βιώνοντας τραγικά τη μοναξιά που οδηγεί στην τρέλα.
Ο Μπέργκμαν θεωρούσε τον Θεό ως μια επινόηση του ανθρώπου που δεν αντέχει τη μοναξιά του μπροστά στο υπαρξιακό κενό. Ο Χάνεκε επιστρατεύει την αγάπη απέναντι στη μοναξιά και ανακαλύπτει τη βία εκεί που ο Μπέργκμαν ανακάλυψε τη σιωπή: στη θέση που αξιωματικά θα έπρεπε να βρίσκεται ο συνομιλητής – θεός του. Παρ’ όλα αυτά, ο ψυχρός Χάνεκε είναι πιο γήινος και ανθρώπινος από τον αυστηρό στοχαστή Μπέργκμαν.

Δείτε

Αγάπη (Amour, 2012)

Η «Αγάπη» του Μίκαελ Χάνεκε απαιτεί από τον θεατή της να ζήσει μια δοκιμασία, από την οποία όμως στο τέλος βγαίνει λυτρωμένος. Εξαιρετική ταινία, παρά την κατάθλιψη που προκαλεί κατά το μεγαλύτερό της μέρος.
Ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν υποδύεται έναν ηλικιωμένο καθηγητή της Μουσικής που παρακολουθεί την αγαπημένη του σύζυγο, πρώην δασκάλα του πιάνου, να οδηγείται στον θάνατο με διαδοχικά εγκεφαλικά επεισόδια. Στον ρόλο της, η Εμανουέλ Ριβά (φωτ.). Τον περασμένο Μάιο στις Κάννες η «Αγάπη» πρόσθεσε ακόμη έναν Χρυσό Φοίνικα στη συλλογή από βραβεία του Χάνεκε. (Προβάλλεται στις αίθουσες).

«Παράξενα παιχνίδια» (Funny Games», 1997)

Τα «Αστεία παιχνίδια», σύμφωνα με τον αυθεντικό της τίτλο, είναι η ταινία που καθιέρωσε τον Χάνεκε στα κινηματογραφικά σαλόνια της Ευρώπης προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Δύο νεαροί με εκλεπτυσμένο γούστο μπαίνουν σαν κύριοι σε μια εξοχική βίλα και αίφνης μετατρέπονται σε ψυχρούς βασανιστές και δολοφόνους διασκεδάζοντας σαδιστικά την πλήξη τους. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7-10-2012

Δυσβάσταχτο τέλος μιας σχέσης

Η «Αγάπη», η πρόσφατη ταινία του Μίκαελ Χάνεκε, που πρόσθεσε άλλον ένα Χρυσό Φοίνικα στη συλλογή του με βραβεία, θα μπορούσε να ιδωθεί και σαν κλινική μελέτη του μελοδράματος. Στη θέση της μοίρας, όμως, που καταστρέφει «άδικα» μια αρμονική και ευτυχισμένη σχέση τοποθετήστε τον χρόνο και τη φυσική του συνέπεια: την παρακμή. Ο Χάνεκε είναι παγερός σε σημείο απώθησης, αλλά και βαθιά διαλεκτικός.
Η ιστορία θυμίζει μπεργκμανικό δράμα δωματίου. Ενα ηλικιωμένο ζευγάρι καθηγητών μουσικής, ο Ζορζ και η Αν, ζουν αρμονικά στο διαμέρισμά τους στο Παρίσι. Ενα εγκεφαλικό επεισόδιο αφήνει παράλυτη την Αν, εξαρτημένη πλήρως από τον σύντροφό της. Ο Ζορζ, που τη φροντίζει με αφοσίωση, νιώθει τον θάνατο όλο και πιο κοντά. Η αίσθηση ενός απροσδιόριστου φόβου με την οποία αρχίζει η ταινία (λόγω μιας διάρρηξης στο διαμέρισμα του ηλικιωμένου ζευγαριού) σταδιακά μετατρέπεται σε δυσβάσταχτο βάρος που οδηγεί στην τρέλα.
Ο Χάνεκε, βαθιά υπαρξιακός, επιχειρεί άλλη μια παραλλαγή γύρω από τη βία, περιγράφοντας το φυσικό τέλος μιας σχέσης. Μεγεθύνει τα σημάδια της υλικής φθοράς (το ανθρώπινο κορμί που παρακμάζει), θέλοντας να δοκιμάσει την αντοχή του άυλου που περικλείεται στην έννοια αγάπη. Κάποιες στιγμές η εξαιρετική του «Αγάπη» γίνεται ιδιαίτερα καταθλιπτική. Ευτυχώς, ο ωμός ρεαλισμός προς το τέλος γίνεται ποίηση.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 4-10-2012

Το φάντασμα του καπιταλισμού

Το 2002, στην «25η ώρα», ο Σπάικ Λι στάθηκε πάνω από τα συντρίμμια των Δίδυμων Πύργων μιλώντας για την ελευθερία αλλά και για τον φόβο που στοίχειωνε ψυχές. Σε παράλληλη τροχιά κινείται σήμερα ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ στο «Cosmopolis», σε ένα Μανχάταν στοιχειωμένο από το φάντασμα του καπιταλισμού έτοιμου να καταρρεύσει για ψύλλου πήδημα.
Ο ήρωάς του είναι ένας «μεταλλαγμένος» καπιταλιστής, εκπρόσωπος της γενιάς που την «ανέθρεψαν λύκοι» και που δυσκολεύεται πια να αφηγηθεί τον μύθο της. Κοσμοπολίτης, αλλά και άπληστος. Διορατικός, αλλά παγιδευμένος στον ορθολογισμό του. Χαμένος στο παγκοσμιοποιημένο πουθενά, που δεν χρειάζεται χρόνος για να γίνεις πλούσιος, αλλά πλούτος για να έχεις χρόνο. Το δικό του ταξίδι προς την ελευθερία, ή μάλλον τη λύτρωση, είναι ελλειπτικό, ίσως και φαντασιακό, και διαρκεί λιγότερο από ένα 24ωρο. Διασχίζει το Μανχάταν με τη λευκή λιμουζίνα του, που φαντάζει άλλοτε σαν κάψουλα διαστημοπλοίου και άλλοτε, όταν φτάνει η ώρα για να βυθιστεί μέσα στη νύχτα, σαν hi tech νεκροφόρα.

Ο χρόνος

Στην «25η ώρα» ένας έκπτωτος από τον παράδεισο περιμένει την κατάβασή του στο καθαρτήριο μετανιωμένος για την απληστία του. Στο «Cosmopolis», ο Ρόμπερτ Πάτινσον ενσαρκώνει έναν νεαρό μεγιστάνα της Γουόλ Στριτ, τον Ερικ Πάρκερ, ο οποίος σταδιακά βλέπει όλη του τη ζωή να καταρρέει, ενώ ο ίδιος παραμένει έρμαιο των αντιφάσεών του. Στον μαθηματικά δομημένο κόσμο του, λογικό και συμμετρικό, δεν υπάρχει χώρος για φαντασία ή ασυμμετρία. Η εμμονή του Κρόνενμπεργκ με την επικείμενη και ανεξέλεγκτη αυτοκαταστροφή του «συστήματος» ή του ατόμου από ενδογενή ελαττώματα ή παθήσεις βρήκε χρυσάφι στο ομότιτλο βιβλίο του Ντον ΝτεΛίλο.
Ο κόσμος χάνεται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και ο Ερικ Πάρκερ αποφασίζει να πάει για… κούρεμα στην άλλη άκρη της πόλης, σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά στο κουρείο που τον πήγαινε ο πατέρας του όταν ήταν παιδί. Η επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ, οι συγκεντρώσεις και η δράση ακτιβιστών τύπου Occupy Wall Street, αλλά και η κηδεία ενός σούφι ράπερ προκαλούν έμφραγμα στους δρόμους. Καθ’ οδόν για το κουρείο μπαινοβγαίνει στη λιμουζίνα του ένα μικρό πλήθος: συνεργάτες και σύμβουλοι, μια έμπορος τέχνης, ο γιατρός για το καθημερινό του τσεκ απ.
Ο Ερικ Πάρκερ θα βγει δυο τρεις φορές από τη λιμουζίνα του (που κυλάει σαν χελώνα στην καρδιά της παγκόσμιας οικονομίας που χτυπάει όπως η καρδιά ενός ντοπαρισμένου σπρίντερ) για να συναντήσει τη σύζυγό του ή για να κάνει σεξ με μια φρουρό από την προσωπική του ασφάλεια. Oταν πέφτει η νύχτα, σκοτώνει έναν άλλο φρουρό του χωρίς απολύτως κανέναν ενδοιασμό. Eνα τυφλό χτύπημα βίας που ανοίγει την πρώτη χαραμάδα για να φανεί ο αντιφατικός χαρακτήρας ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι όλα, μέχρι και η βία, πρέπει να έχουν μια αιτία και ένα σκοπό. Στο μέσον της νύχτας θα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με έναν άντρα που τον μισεί θανάσιμα. Eνας τύπος που δεν χώρεσε στο σύστημα γεμάτος οργή στρέφει το όπλο του στον απαθή Ερικ Πάρκερ που μόλις έπεσε από τον θρόνο του γιατί δεν πρόβλεψε έναν αστάθμητο παράγοντα σε μια κερδοσκοπική του επίθεση στο κινέζικο γουάν.

Το χρήμα

Η τραγικότητα του εγωιστή Ερικ Πάρκερ έγκειται στο ότι δεν έχει συνείδηση του κυνισμού του ούτε του τι περικλείει η έννοια της ελευθερίας. Είναι ένας Πολίτης Κέιν ανάμεσα στην αληθινή ζωή και στον κυβερνοχώρο και σε καιρούς που ο ατομισμός, βασικό συστατικό του αμερικανικού μύθου, οδηγεί σε αδιέξοδο. Ο Ερικ Πάρκερ συλλέγει διαρκώς πληροφορίες και τις «μετατρέπει σε κάτι τερατώδες». Είναι ο ήρωας μιας εποχής που τη διακρίνει μια θεμελιώδης αντίθεση: οι άνθρωποι έχουν συναίσθηση του πρόωρου θανάτου, αλλά και την ψευδαίσθηση ότι θα «απορροφηθούν σε ροές πληροφορίας» και θα μείνουν απέθαντοι σαν τους βρικόλακες του ρομαντισμού. Το χρήμα έπαψε να αφηγείται κάτι για την κοινωνία, συνδιαλέγεται μόνον με το χρήμα. Ο άνθρωπος, στην κορυφή της πυραμίδας του τεχνολογικού θαύματος, εθελοτυφλεί μπροστά στην απόγνωση, τον τρόμο και τον θάνατο.

Δείτε

Cosmopolis (2012)

Η τελευταία ταινία του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ντον ΝτεΛίλο και φαντάζει σαν ένα αλλόκοτο μανιφέστο επιστημονικής φαντασίας γύρω από την παθογένεια του σημερινού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Ενας κροίσος των διεθνών αγορών και του εικονικού χρήματος, ο 28χρονος Ερικ Πάρκερ, προσπαθεί να διασχίσει με τη λιμουζίνα του τον πραγματικό κόσμο.
Το τέλος της διαδρομής του ολοκληρώνει την πτώση του. Το φιλμ αρχίζει με μια αναφορά στο χάος του ζωγράφου Τζάκσον Πόλοκ και με τον στίχο «Ο αρουραίος έγινε νόμισμα», του Πολωνού ποιητή Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ. Κλείνει με άλλη μια αναφορά στη ζωγραφική, με μια λεπτομέρεια από έναν πίνακα του πιο γεωμετρικού Μαρκ Ρόθκο.
Το σάουντρακ του Χάουαρντ Σορ είναι εξαιρετικό, συμπεριλαμβάνει δύο τραγούδια των Καναδών «Μetric» και ένα ξεχωριστό χιπ χοπ από τον K’Naan (εμφανίζεται στην ταινία κάνοντας το πτώμα ενός ράπερ σούπερ σταρ) σε στίχους του Ντον ΝτεΛίλο. Παίζουν: Ρόμπερτ Πάτινσον, Πολ Τζιαμάτι, Σάρα Γκάντον, Ζιλιέτ Μπινός, Σαμάνθα Μόρτον, Ματιέ Αμαλρίκ. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 30-9-2012

Ακρότητες σε νουάρ ιστορίες

Οι αστυνομικές ιστορίες του σύγχρονου αμερικανικού κινηματογράφου έχουν ωμή βία, αλλά και μια γενικότερη εμμονή σε ακραίες καταστάσεις και συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της… βλακείας. Αυτή η εμμονή είναι που ενίοτε στυλιζάρει τους χαρακτήρες, ενώ κάποιες άλλες φορές τούς αποστασιοποιεί από το ρεαλιστικό τους περιβάλλον, δίνοντάς τους υπαρξιακό βάθος.
Στο νεονουάρ «Στα όρια» («Rampart» κατά τον αυθεντικό τίτλο), που προβλήθηκε το περασμένο καλοκαίρι, ένας «βρώμικος» μπάτσος χάνει κάθε επαφή με την οικογένειά του γλιστρώντας σε μια επίγεια κόλαση. Ο Γούντι Χάρλεσον, που τον υποδύεται, σμιλεύει έναν αντιήρωα σαν απόγονο του ταξιτζή Τράβις Μπικλ. Στο «Killer Joe» του Γουίλιαμ Φρίντκιν, που προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη, το νεονουάρ αποκτάει ξεχωριστό στυλ καθώς βυθίζεται στην υπερβολή της μαύρης κωμωδίας. Ο Φρίντκιν σκιαγραφεί μια κόλαση στη θέση του παραδείσου, προσφέροντας στον πρωταγωνιστή του, τον Μάθιου Μακόναχι, ο οποίος ενσαρκώνει έναν μπάτσο–σατανά, τη μεγαλύτερη ευκαιρία στη μέχρι τώρα καριέρα του. Ο ανερχόμενος σταρ δεν απογοήτευσε τον βετεράνο σκηνοθέτη του «Εξορκιστή».

Ρεαλισμός

Στο σενάριο του «Rampart», ο συγγραφέας Τζέιμς Ελροϊ ανακύκλωσε αληθινές υποθέσεις και σκάνδαλα που τάραξαν το ομώνυμο αστυνομικό τμήμα του Λος Αντζελες στην εκπνοή του ’90. Παράλληλα, τοποθέτησε με κυνισμό και τέλεια συμμετρία το καλό απέναντι στο κακό: ο μπάτσος των δρόμων είναι το ίδιο σάπιος με τον εγκληματία των δρόμων. Η ουσία όμως δεν βρίσκεται εκεί, αλλά στην αυτοκαταστροφική μανία του βασικού χαρακτήρα της ταινίας. Ο «βιαστής Ντέιβιντ» (παρατσούκλι που κόλλησαν στον σκληρό ντετέκτιβ Ντέιβιντ Ντάγκλας οι συνάδελφοί του στο αστυνομικό τμήμα Ράμπαρτ, όταν σκότωσε εν ψυχρώ έναν υποτιθέμενο βιαστή) βγαίνει σε πυρετώδη κατάσταση από ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον. Είναι αποξενωμένος και με υπαρξιακό βάθος κινηματογραφικός χαρακτήρας. Τον πρωτοείδαμε στον «Ταξιτζή» (1976), τον ξαναείδαμε στο πρόσωπο του οργισμένου Μάικλ Ντάγκλας στο «Μια ξεχωριστή μέρα» (1993), τον βλέπουμε ολοένα και πιο συχνά ακόμη και σε πολεμικές περιπέτειες, όπως το προπέρσινο «The Hurt Locker», που είναι σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί.
Αποξενωμένοι, ακραίοι ή αυτοκαταστροφικοί τύποι σαν και τον ταξιτζή Τράβις Μπικλ υπήρχαν και στο ευρωπαϊκό σινεμά του ’60 και του ’70. Οι εμμονές τους τους οδήγησαν και στην αυτοκτονία. Ο τρελός Πιερό του Γκοντάρ θα μπορούσε να είναι ένας από αυτούς. Σε αντίθεση με αυτούς, όμως, ο Τράβις Μπικλ είναι ένας αυθεντικός Αμερικανός αντιήρωας. Ενας θανάσιμος παρατηρητής, που δεν αυτοκτονεί γιατί έχει ακλόνητη πίστη στην ηθική του υπεροχή.

Ψυχοπαθολογία

Οι διαταραγμένοι ψυχικά είναι επίπεδοι ή πληκτικοί σε θρίλερ της σειράς με κατά συρροή δολοφόνους. Δεν συμβαίνει το ίδιο με κάποιες ταινίες που βλέπουν το έγκλημα και κυρίως την ψυχοπαθολογία του δολοφόνου μέσα από το πρίσμα του νεονουάρ. Πόσω μάλλον όταν τους τυχαίνουν και σπουδαίοι ηθοποιοί.
Στο «Ο δολοφόνος μέσα μου», ο Κέισι Αφλεκ δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας σε μια ταινία από το ομότιτλο pulp fiction του Τζιμ Τόμπσον που κινείται στα όρια του σαδομαζοχισμού. Αρχές του ’50 σε μια κωμόπολη του Τέξας, ένας αστυνομικός δολοφονεί με απίστευτη αγριότητα μια πόρνη, η οποία σαν «αέρας άναψε τη σβησμένη φωτιά» μέσα του, αλλά και την αγνή μέλλουσα σύζυγό του. Η ατμόσφαιρα, από τον Βρετανό σκηνοθέτη Μάικλ Γουιντερμπότομ, έχει κάτι από τους εφιάλτες ενηλικίωσης στο αξεπέραστο κινηματογραφικό «παραμύθι» του Ντέιβιντ Λιντς, «Μπλε βελούδο».
Στο «Killer Joe», το θεατρικό του Τρέισι Λετς παρέχει στέρεη βάση σε μια ταινία που θυμίζει άλλοτε το σινεμά των αδελφών Κοέν («Mόνον αίμα», «Φάργκο») και άλλοτε εικόνες από το portfolio του Τζιμ Τζάρμους. Ο Φρίντκιν μας συστήνει τον αντιήρωά του μέσα από μια γκροτέσκ εικονογράφηση της αμερικανικής ενδοχώρας. Ενας μαυροφορεμένος μπάτσος με καουμπόικο καπέλο, ο σιωπηλός killer Joe, ο οποίος στον ελεύθερο χρόνο του εκτελεί συμβόλαια θανάτου έναντι υψηλής αμοιβής, καλείται για να αναλάβει ρόλο σωτήρα σε έναν μικρόκοσμο παρακμής αλλά και απύθμενης βλακείας. Ενας πανικόβλητος νεαρός, που έχει προβλήματα με τη μαφία, του προτείνει να σκοτώσει τη μητέρα του για να εισπράξει την ασφάλειά της. Ο Τζο θα δεχθεί ως προκαταβολή τις «υπηρεσίες» της μικρής αδελφής του νεαρού.

Δείτε

Killer Joe (2011)

Συμπτώσεις και απίθανες καταστάσεις συνθέτουν ένα σουρεαλισμό αμερικανικού τύπου, στην πρόσφατη ταινία του Γουίλιαμ Φρίντκιν. Ενας νεαρός έμπορος ναρκωτικών πέφτει σε απόγνωση όταν η αλκοολική μητέρα του τού κλέβει το εμπόρευμα. Στη συνέχεια πείθει τον πατέρα του, που ζει με τη δεύτερη γυναίκα του, να τη δολοφονήσουν για να βάλουν στο χέρι την ασφάλεια ζωής. Ο πατέρας, που οι απαιτήσεις του από τη ζωή είναι πιο χαμηλές από το δείκτη νοημοσύνης του, δέχεται να συναντήσουν τον αστυνόμο Killer Joe, που συμπληρώνει το εισόδημά του αναλαμβάνοντας δολοφονίες. Το σάουντρακ είναι εξαιρετικό. Παίζουν: Μάθιου Μακόναχι, Εμίλ Χιρς, Τόμας Χέιντεν Τσερτς, Τζούνο Τεμπλ, Τζίνα Γκέρσον. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

Στα όρια (Rampart, 2011)

Ενας συναρπαστικός Γούντι Χάρελσον (φωτ.), που του αξίζει ένα Οσκαρ, σε μια αστυνομική ταινία–ρεπορτάζ στο Λος Αντζελες του 1999. Ενας διεφθαρμένος ντετέκτιβ, πρώην βετεράνος του Βιετνάμ, ξυλοκοπεί άγρια έναν άνδρα που τον τράκαρε με το αυτοκίνητό του, και γίνεται στόχος των εσωτερικών υποθέσεων. Γυρίστηκε από τον Ορεν Μούβερμαν. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 23-9-2012

Ο διάβολος θα γελάσει τελευταίος…

Ο μικρόκοσμος και οι καταστάσεις στην τελευταία ταινία του Γουίλιαμ Φρίντκιν θυμίζουν το «Μόνον αίμα» και το «Φάργκο» των αδελφών Κοέν, που άφησαν βαθιά τα ίχνη τους στο ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά στις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Η ωμή βία και η βλακεία, το νοσηρό και αγνό, είναι όψεις του ιδίου νομίσματος και στο «οικοσύστημα» του «Killer Joe». Ενας ψηλόλιγνος μαυροφορεμένος άντρας, ο Κίλερ Τζο, που φαντάζει σαν κυνηγός κεφαλών σε σπαγκέτι γουέστερν, είναι η ενσάρκωση του σατανά στην ταινία. Ο Τζο θα παρεισφρήσει ανορθόδοξα σε μια οικογένεια, θα πάρει τα ηνία της και θα λειτουργήσει σαν άγγελος εξολοθρευτής και ελευθερωτής για την έφηβη κόρη της.
Η ιστορία που μας αφηγείται ο Φρίντκιν βασίζεται στο θεατρικό του Τρέισι Λετς και έχει ως φόντο μια μικρή πόλη του Τέξας. Ο 22χρονος Κρις, ένα βαποράκι, βρίσκεται σε κατάσταση πανικού εξαιτίας της αλκοολικής μητέρας του, που του έκλεψε τα ναρκωτικά. Η δολοφονία της με απώτερο σκοπό την είσπραξη της ασφάλειας ζωής προβάλλει ως η μόνη λύση. Στο κόλπο, όμως, πρέπει να μπει και ο πατέρας του Κρις (ένας πανηλίθιος άντρας που έχει ξαναπαντρευτεί μια γκαρσόνα η οποία τον απατά) γιατί την πιθανολογούμενη ασφάλεια θα την εισπράξει η αδελφή του Κρις, η αθώα Ντότι. Πατέρας και γιος ζητούν από τον Τζο, έναν αστυνομικό που εκτελεί και συμβόλαια θανάτου, να τους βοηθήσει. Ο Τζο, ο οποίος πληρώνεται πάντα προκαταβολικά, κάνει μια αβαρία δεχόμενος ως εγγύηση την Ντότι. Το σχέδιο, όμως, θα έχει άσχημη κατάληξη.
Ο Φρίντκιν δείχνει να έχει τον απόλυτο έλεγχο κινούμενος στο μεταίχμιο του νεονουάρ και της μαύρης κωμωδίας. Το στυλ του, που έχει κάτι από Τζιμ Τζάρμους, δεν είναι πυροτέχνημα γιατί έχει πίσω του τις στιβαρές ερμηνείες του Μάθιου Μακόναχι, αλλά και των υπολοίπων ηθοποιών της ταινίας. Η ατμόσφαιρα χρωστάει πολλά και στο εξαιρετικό σάουντρακ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-9-2012


Σινεμά από θραύσματα της αληθινής ζωής…

Στο «Polisse» της Μαϊουέν Λε Μπεσκό, που απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες, το σινεμά είναι μια μυθοπλασία χτισμένη με θραύσματα της αληθινής ζωής. Το αυτοσχεδιαστικό στυλ φλερτάρει με τον ρεαλισμό του ντοκιμαντέρ, ενώ η σκηνοθεσία σμιλεύει άριστα τους χαρακτήρες. Είναι απίστευτη η ευελιξία της. Εν ριπή οφθαλμού το «ντοκιμαντέρ» γίνεται αστυνομικό θρίλερ, κοινωνικό δράμα, μελόδραμα.
Το σενάριο, ένα μωσαϊκό από μικρές αποσπασματικές ιστορίες -υποθέσεις, φωτογραφίζει την καθημερινότητα των μελών της μονάδας προστασίας ανηλίκων της αστυνομίας του Παρισιού. Περιπτώσεις παιδεραστίας, κακοποίηση παιδιών από τους γονείς τους, παιδική πορνεία και εγκληματικότητα που θεριεύει σε γειτονιές μεταναστών αποκτώντας εφιαλτικές διαστάσεις…
Ο κινηματογραφικός φακός φαντάζει σαν ένα παράθυρο ορθάνοιχτο σε έναν κόσμο γεμάτο αντιθέσεις και αντιφάσεις, στον οποίο το παιδί υποφέρει ποικιλοτρόπως. Το κέντρο βάρους της ταινίας, όμως, είναι στο εσωτερικό του «δωματίου», στον μικρόκοσμο των αστυνομικών. Η πραγματικότητα, αμείλικτη και περίπλοκη, εισβάλλει στην ιδιωτική τους ζωή και τους επηρεάζει συναισθηματικά, ενίοτε τους οδηγεί σε οριακές συμπεριφορές. Σταδιακά, η ζωή εκεί έξω και ο μικρόκοσμος των αστυνομικών γίνονται συγκοινωνούντα δοχεία.
Ρόλο καταλύτη στη δραματουργία παίζει μια φωτογράφος (την υποδύεται η σκηνοθέτις) η οποία παρακολουθεί από κοντά τις επιχειρήσεις της ομάδας προστασίας ανηλίκων. Κάποιες στιγμές το «Polisse» ανακαλεί στη μνήμη του θεατή τον «Νόμο 627» του Μπερτράν Ταβερνιέ. Ερμηνείες: Καρίν Βιάρντ, Τζόισταρ, Μαρίνα Φουά, Νίκολας Ντιβοσέλ, Εμμανουέλ Μπερκό, Μαϊουέν Λε Μπεσκό, Καρόλ Ροχέρ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13-9-201

Τεχνητή επαναφορά: ρυθμός βιντεογκέιμ σε ντεκόρ Μπλέιντ Ράνερ

Οι ψυχεδελικές δυστοπίες του Φίλιπ Ντικ, που τυχαίνει να ’χουν και παράξενους τίτλους, έχουν αποτελέσει πρώτη ύλη και για πασίγνωστες ταινίες. Το «Μπλέιντ Ράνερ» (από το «Ονειρεύονται τα ανδροειδή ηλεκτρικά πρόβατα;») αποτελεί κορυφαίο σημείο αναφοράς της κινηματογραφικής επιστημονικής φαντασίας. Η «Ολική επαναφορά» (από το «Θυμόμαστε εμείς για εσάς») ήταν ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση στην καριέρα του Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ για να επιδείξει κάτι πιο ενδιαφέρον από το φουσκωτό κορμί του. Η δυστοπία του Πολ Βερχόφεν (1990), η οποία τότε κόντεψε να γίνει κωμωδία λόγω Σβαρτσενέγκερ, ξαναγυρίστηκε από τον Λεν Γουάιζμαν («Underworld»).
Ο Νταγκ Κουέιντ, εργάτης σε μια μονότονη καθημερινότητα, τα βράδια βασανίζεται από το ίδιο όνειρο: προσπαθεί να διαφύγει από αμείλικτους διώκτες, μαζί του τρέχει και μια κοπέλα. Ενα πρωινό επισκέπτεται την εταιρεία Rekall που προσφέρει στους πελάτες της απίθανες αποδράσεις και συγκινήσεις σε εικονικές πραγματικότητες. Η διασωλήνωσή του, απαραίτητη για να εκχυθεί στο σώμα του η κατάλληλη ουσία για το «ταξίδι» του, τού επιφυλάσσει όμως μια δυσάρεστη έκπληξη. Ο Νταγκ θα βρεθεί μπερδεμένος ανάμεσα στο αληθινό και το φανταστικό και θα πρέπει να ανακαλύψει ποιος πραγματικά είναι. Ο κόσμος γύρω του είναι μοιρασμένος σε τρεις ζώνες: τη Μητρόπολη, την Αποικία και την ενδιάμεση Νεκρή Ζώνη.
Ο Γουάιζμαν σκηνοθετεί σαν να οδηγεί σε πίστα της φόρμουλα 1. Είναι απίστευτη η ταχύτητα του μοντάζ, αληθινή καταιγίδα δράσης. Προκαλεί άγχος και δεν σου χαρίζει ούτε δευτερόλεπτο για να σκεφτείς τι βλέπεις. Κρίμα γιατί η διεύθυνση παραγωγής, τα σκηνικά και τα κοστούμια θέλουν να φτάσουν σε επίπεδα «Μπλέιντ Ράνερ». Αξιοσημείωτο ότι σε αυτό το υπερθέαμα δράσης η ατμόσφαιρα είναι επιβλητική. Παίζουν: Κόλιν Φάρελ, Μπέκινσεϊλ, Τζέσικα Μπίελ, Μπράιαν Κράνστον, Μπιλ Νάι.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-9-2012

Blog Stats

  • 77,964 hits

Αρχείο

Μαΐου 2015
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

13η τροποποίηση αμερικανικού συντάγματος Beasts of the southern wild Blancanieves CIA Killer Joe Killing them softly Les Miserables New Age Paradies Liebe Αλφρεντ Χίτσκοκ Αμερικανικός εμφύλιος Αν Χάθαγουεϊ Αννα Καρένινα Βωβό σινεμά Εμίλ Ζολά Επιστημονική φαντασία Ζακ Γαλιφιανάκης Ζιλί Ντελπί Κάθριν Μπίγκελοου Κίρα Νάιτλι Κεν Λόουτς Κουέντιν Ταραντίνο Κουβενζανέ Γουόλις Λέων Τολστόι Λίνκολν Λαρς φον Τρίερ Λεονάρντο Ντι Κάπριο Μαργκαρέτε Τίζελ Μαριόν Κοτιγιάρ Ματ Ντέιμον Μπάρμπα Θωμάς Μπεν Αφλεκ Μπεν Ζέιτλιν Μπραντ Πιτ Μυθικά πλάσματα του Νότου Νανά Ντάνιελ Ντέι Λιούις Οσα Παίρνει ο άνεμος Οσκαρ 2013 Πάμπλο Μπερχέρ Παιχνίδια Εξουσίας Πολ Λάβερτι Πολ Τόμας Αντερσον Ράσελ Κρόου Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ Ρόμπερτ Ντάουνι τζούνιορ Σπάικ Λι Στίβεν Σπίλμπεργκ Τζέσικα Τσάστεϊν Τζο Ράιτ Τζόνι Ντεπ Τομ Στόπαρντ Τομ Χούπερ Τόμι Λι Τζόουνς Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν Φρανσουά Οζόν Χαβιέ Μπαρδέμ Χιονάτη Χιου Τζάκμαν Χοακίν Φίνιξ Χολιγουντιανή κωμωδία Χόλιγουντ Ψυχώ αμερικανικός κινηματογράφος γαλλικός κινηματογράφος γαλλικό σινεμά γουέστερν ελληνικός κινηματογράφος ερωτισμός στον κινηματογράφο μιούζικαλ πολιτικό θρίλερ πορνογραφία σπαγγέτι γουέστερν σύγχρονος αμερικανικός κινηματογράφος σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος

Twitter Updates

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 32 other followers