Μπεν Αφλεκ

Argo

Ο Μπεν Αφλεκ, ένας μάλλον μέτριος ηθοποιός, στα σαράντα του απέκτησε λάμψη που θα ζήλευαν αξιότεροι συνάδελφοί του, όπως ο μικρότερος αδελφός του και εξαιρετικός ηθοποιός Κέισι Αφλεκ. Σύμφωνα με το αμερικανικό Entertainment Weekly, περιοδικό-βαρόμετρο για τη σόου μπίζνες, ο Μπεν Αφλεκ είναι το πρόσωπο του 2012. Το «Επιχείρηση: Argo», στο οποίο είναι σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής, έχει καλές σχέσεις με τη… CIA και άριστες επιδόσεις στα ταμεία. Στοίχισε λιγότερο από 45 εκατ. δολάρια, ενώ έχει αποφέρει μέχρι στιγμής πάνω από 110 εκατ. μόνο από την προβολή του στις ΗΠΑ. (Στη χώρα μας το είδαν 72.000 θεατές στις πρώτες 10 ημέρες προβολής.) Περιστρέφεται γύρω από μια αληθινή ιστορία: μια επιχείρηση της CIA στην Τεχεράνη, που οργανώθηκε σαν κινηματογραφική υπερπαραγωγή.
Ο Μπεν Αφλεκ είναι καλός σκηνοθέτης. Βγάζει αρκετά χρήματα παίζοντας σε ταινίες, ενώ παράλληλα γράφει σενάρια ή σκηνοθετεί τις ιστορίες που αυτός επιλέγει. Ο ίδιος έχει πει πως η εμπειρία του ως ηθοποιός είναι ένα κέρδος που το επενδύει μεθοδικά στη σκηνοθεσία. Αυτό περίπου έκανε και ο Κλιντ Ιστγουντ από τις αρχές του ’70 μέχρι την ημέρα που καταξιώθηκε ως μεγάλος δημιουργός.

Εκκίνηση με Οσκαρ

Το 1997, στα 25 του, ο Μπεν Αφλεκ εμφανίστηκε δυναμικά στο προσκήνιο μαζί με τον Ματ Ντέιμον και τον «Ξεχωριστό Γουίλ Χάντινγκ». Το σενάριο, με την υπογραφή και των δύο, βραβεύτηκε με Οσκαρ αναδεικνύοντας δύο παιδιά-θαύματα. Ο Ντέιμον ήταν και ο πρωταγωνιστής, ενώ ο Αφλεκ στεκόταν πιο πίσω, σε μια ταινία που απευθυνόταν σε νεανικό κοινό θέτοντας το δίλημμα επιτυχία ή ζωή. Ο ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ, ένας νεαρός με υψηλότατο IQ, αρνείται συνειδητά να εκμεταλλευτεί τις ικανότητές του και να τρέξει στη λεωφόρο ενός λαμπρού μέλλοντος.
Οι δρόμοι τους χώρισαν μετά τη μοιρασιά του Οσκαρ. Ο μπέιμπι φέις Ντέιμον επελέγη από τον Σπίλμπεργκ για τη «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν», ενώ ο πιο γοητευτικός Μπεν Αφλεκ πήγε στη σκιά του «Ερωτευμένου Σαίξπηρ». Ο πρώτος μπήκε σε τροχιά μιας σοβαρής και επιτυχημένης καριέρας ως ηθοποιός. Ο δεύτερος άρχισε να γίνεται διάσημος για τις εμφανίσεις του στους κοσμικούς κύκλους συνοδεύοντας τις κατακτήσεις του, την Τζένιφερ Λόπεζ ή την Κάμερον Ντίαζ. Κατά τον Ντέιβιντ Τόμπσον, Βρετανό κριτικό και συγγραφέα βιογραφικών λεξικών, η καριέρα του Μπεν Αφλεκ ως πρωταγωνιστή φαντάζει σαν «επιτομή των πλαστικών δημιουργημάτων που συντηρούν την κινηματογραφική βιομηχανία».
Τα κουτσομπολιά βέβαια, όσο ο Αφλεκ είναι αγκαλιά με την επιτυχία, θα συνεχίσουν να αναμασούν το παραμύθι του άσωτου και περιζήτητου εργένη που εξελίχθηκε σε καλό οικογενειάρχη. Εδώ και χρόνια είναι παντρεμένος με την ηθοποιό Τζένιφερ Γκάρνερ και έχει τρία παιδιά.

Ενας νέος Ιστγουντ;

Το 2007 ο Μπεν Αφλεκ πήρε το βάπτισμα του πυρός στη σκηνοθεσία γυρίζοντας το «Χωρίς ίχνη», ένα νεονουάρ με σεβασμό στις αφηγηματικές παραδόσεις του κλασικού Χόλιγουντ. Ο ίδιος έγραψε το σενάριο από ένα βιβλίο του Ντένις Λεχέιν. Είχε άλλον έναν καλό σύμμαχο, τον αδελφό του Κέισι, ο οποίος πρωταγωνιστεί υποδυόμενος έναν νεαρό ιδιωτικό ντετέκτιβ. Το «Χωρίς ίχνη» διακρίνεται για τον σκληρό ρεαλισμό του νουάρ, αλλά και για την αυτάρκεια μιας ταινίας με ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Καλοί και κακοί ρίχνονται στο καζάνι μιας κόλασης που σιγοβράζει. Η δράση εκτυλίσσεται στη Βοστώνη, όπου μεγάλωσαν οι αδελφοί Αφλεκ.
Στη Βοστώνη διαδραματίζεται και η δεύτερη ταινία του, η αστυνομική περιπέτεια «Τhe Town». Εδώ πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο Μπεν Αφλεκ, την παράσταση όμως κλέβει ο συμπρωταγωνιστής του, Τζέρεμι Ρένερ. Ενας ληστής τραπεζών, ο Νταγκ, θέλει να ξεφύγει από τη μοίρα του. Ενας αδελφικός φίλος και σύντροφός του στον υπόκοσμο (Ρένερ) θα τον βάλει σε μπελάδες και διλήμματα. Στην τελευταία ληστεία τους θα πάρουν εξαιτίας του μαζί τους ως όμηρο την υποδιευθύντρια της τράπεζας. Οταν την αφήνουν ελεύθερη, ο Νταγκ, που έχει αναλάβει να την παρακολουθεί, την ερωτεύεται.
Στο «Επιχείρηση: Αrgo», ο Αφλεκ σκηνοθετεί με άνεση στο μεταίχμιο του θρίλερ και της κατασκοπικής περιπέτειας. Παράλληλα, πρωταγωνιστεί σε ένα ρόλο που μάλλον που δεν του ταιριάζει. Κρίνοντας από τις υποψηφιότητες των Οσκαρ, την παράσταση έκλεψε και πάλι ένας β΄ ρόλος, που ερμηνεύεται από τον Αλαν Αρκιν.

Δείτε

Επιχείρηση: Argo (Αrgο, 2012)

Η φυγάδευση έξι Αμερικανών από την Τεχεράνη του αγιατολάχ Χομεϊνί την εποχή της κατάληψης της αμερικανικής πρεσβείας από Ιρανούς φοιτητές.
Ο Μπεν Αφλεκ σκηνοθετεί με νεύρο μια αληθινή ιστορία ενσαρκώνοντας ο ίδιος έναν πράκτορα της CIA, τον υπαρκτό Τόνι Μέντεζ. Βέβαια, η υπόθεση των έξι ήταν μια παρωνυχίδα του προβλήματος των ομήρων στην αμερικανική πρεσβεία, το οποίο έπαιξε καταλυτικό ρόλο για την ισλαμοποίηση της ιρανικής επανάστασης ενώ συνέβαλε και στη μη επανεκλογή του Κάρτερ.
Ο Αφλεκ αφήνει ανεκμετάλλευτο το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του σεναρίου του: την υπόγεια σχέση των μυστικών υπηρεσιών με το Χόλιγουντ. Το Ιράν (που διώκει τους αντιφρονούντες σκηνοθέτες) απείλησε πως θα γυρίσει τη δική του ταινία για τα γεγονότα στην πρεσβεία. (Στις αίθουσες)

Χωρίς ίχνη (Gone Baby Gone, 2007)

Νεονουάρ με πρωταγωνιστή τον Κέισι Αφλεκ. Ο θείος και η θεία ενός μικρού κοριτσιού που έχει πέσει θύμα απαγωγής ζητούν τη βοήθεια ενός ζευγαριού ιδιωτικών ντετέκτιβ. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 27-1-2013

Λίνκολν

ΛΙΝΚΟΛΝ2

Για πρώτη φορά ίσως στην καριέρα του ο Στίβεν Σπίλμπεργκ αποφεύγει να εντυπωσιάσει με τη δύναμη του θεάματος και του παραμυθιού ή να βυθίσει τον θεατή στη συγκίνηση ενός επικού δράματος. Αν το «Ε.Τ.» και η «Λίστα του Σίντλερ» ορίζουν σχηματικά το φαινόμενο Σπίλμπεργκ, το «Λίνκολν» το παρακάμπτει. Δεν έχει πλοκή και είναι βασανιστικά επίμονο με τις λεπτομέρειες του παρασκηνίου της μεγαλύτερης πολιτικής μάχης που έδωσε ο Αβραάμ Λίνκολν το 1865, λίγο πριν από τη δολοφονία του. Της πιο κρίσιμης για την Αμερική: κατήργησε συνταγματικά τη δουλεία την ώρα που ο εμφύλιος είχε ήδη 600.000 νεκρούς.
Το 1939, το «Οσα παίρνει ο άνεμος» (το μεγαλύτερο έπος του Χόλιγουντ με φόντο τον εμφύλιο) εξέφρασε και την ελπίδα για αναγέννηση της χώρας που ήταν ακόμη στη δίνη του μεγάλου κραχ. Σήμερα το «Λίνκολν» επιστρέφει στο μακρινό παρελθόν για να μιλήσει για το παρόν: για την Αμερική (και ολόκληρο τον κόσμο) που είναι σε επικίνδυνη αστάθεια λόγω χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αν δεν είχε υπάρξει ο Λίνκολν, ίσως να μην υπήρχε ο Ομπάμα. Αυτό είναι πασιφανές. Η προσοχή του Σπίλμπεργκ όμως είναι στο όραμα και στα κότσια ενός μεγάλου ηγέτη την ώρα των μεγάλων αποφάσεων.
Το «Λίνκολν» είναι ένας ύμνος στη δικαιοσύνη, η οποία εκπορεύεται από τη λογική και όχι από την ηθική. Είναι και ένα σχόλιο για τις μεγάλες μάχες που κερδίζονται από τους άξιους ηγέτες στο πεδίο της πολιτικής. Κυρίως με την πειθώ και σίγουρα όχι με μισαλλοδοξία.
Δύσκολο να βρεις ψεγάδι στο «Λίνκολν». Δύσκολο και να χειροκροτήσεις μια ταινία / μεγεθυντικό φακό πάνω από ένα μισοσκόταδο της αμερικανικής Ιστορίας. Ο εξαιρετικός Ντάνιελ Ντέι Λιούις και ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας, ο Γιάνους Καμίνσκι, είναι παρηγοριά για όσους κουραστούν από την κατά Σπίλμπεργκ πατριδογνωσία. Στη φωτογραφία του αποτυπώνεται εύγλωτα η πρόθεση του Σπίλμπεργκ να εικονογραφήσει τη μετάβαση της Αμερικής από το ημίφως (η δουλεία) στη νέα φωτεινή εποχή. Παίζουν επίσης Τόμι Λι Τζόουνς, Σάλι Φιλντ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 24-1-2013

Διώκτες του εγκλήματος

Διώκτες του εγκληματος

Το Λος Αντζελες στους «Διώκτες του εγκλήματος» φαντάζει σαν ένας ηλιόλουστος παράδεισος για τους γκάνγκστερ. Η ιστορία είναι χιλιοειπωμένη (μοιάζει σαν ελεύθερη παραλλαγή των «Αδιάφθορων» του Μπράιαν ντε Πάλμα), η φόρμα όμως κάνει την ταινία γοητευτική. Το στυλ είναι ανάλαφρο, έχει κάτι από γκροτέσκ, αλλά και πινελιές από Σκορσέζε. Στην ατμόσφαιρα, υπάρχει ένας αέρας art deco μαζί με τη νοσταλγία που αποπνέουν το νουάρ και η κλασική γκανγκστερική ταινία.
1949, ο πόλεμος έχει τελειώσει και η Πόλη των Αγγέλων μπαίνει στον ξέφρενο ρυθμό του αμερικανικού ονείρου. Στον ίδιο ρυθμό είναι και ένας «οραματιστής» γκάνγκστερ, ο Μίκι Κοέν (Σον Πεν), που θέλει γίνει άρχοντας της πόλης. «Είμαι η πρόοδος» λέει, καθώς καταστρώνει ένα μεγαλόπνοο σχέδιο για να ελέγξει τον τζόγο, τα ναρκωτικά, την πορνεία και το λαθρεμπόριο όπλων δυτικά του Σικάγου. Είναι παράφρων· θεωρεί τον εαυτό του έναν μικρό Καίσαρα.
Ο Μίκι έχει εξαγοράσει το σύνολο σχεδόν των αστυνομικών του Λος Αντζελες. Το μόνο αγκάθι στη λεωφόρο των ονείρων του είναι μια ομάδα αδιάφθορων που έχει συσταθεί μυστικά από τον αρχηγό της αστυνομίας. Τα μέλη της δρουν όπως οι κομάντο και οι σαμποτέρ στον πόλεμο. «Μπάτσος που δεν εξαγοράζεται είναι σαν σκυλί με λύσσα» λέει ο Μίκι, βγάζοντας αφρούς από το στόμα.
Οι «Διώκτες του εγκλήματος» φαντάζουν σαν ένα μίξερ που αλέθει την γκανγκστερική περιπέτεια, την καταιγιστική δράση, την κομεντί, το γουέστερν. Ενδιαφέρον έχει και η απόσταση που κρατάει ο σκηνοθέτης Ρούμπεν Φλάισερ από την ωμή βία.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 24-1-2013

Κώστας Γαβράς

Κατάσταση πολιορκίας

Κατάσταση πολιορκίας

Σαράντα επτά χρόνια χωρίζουν το «Διαμέρισμα δολοφόνων», την πρώτη ασπρόμαυρη ταινία του Κώστα Γαβρά, από το πρόσφατο «Κεφάλαιό» του. Σχεδόν μισός αιώνας με τον Γαβρά στη Γαλλία αλλά και στο Χόλιγουντ να υπηρετεί ένα λαϊκό σινεμά, βαθιά πολιτικό αλλά όχι στρατευμένο, καθοδηγώντας σπουδαίους πρωταγωνιστές: τον Υβ Μοντάν, τη Σιμόν Σινιορέ, τον Ζαν Λουί Τρεντινιάν, τον Τζακ Λέμον κ.ά.
Σχεδόν μισός αιώνας συγκινήσεων, εντάσεων, ανησυχιών, αλλά και οραμάτων συμπυκνώνεται σε ένα αναδρομικό αφιέρωμα που περιλαμβάνει το σύνολο του έργου του και το οποίο θα πραγματοποιηθεί από τις 29/1 έως τις 6/2 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Με εξαίρεση το «Κεφάλαιο» που ήδη προβάλλεται στο εμπορικό κύκλωμα αιθουσών. Παράλληλα, έχουν προγραμματιστεί δύο εκδηλώσεις: μια ανοιχτή συζήτηση του σκηνοθέτη με το κοινό (30/1) και ένα Masterclass από τον ίδιο στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (31/1), επίσης με ελεύθερη είσοδο.

Το «Διαμέρισμα δολοφόνων» εν έτει 1966, ήταν μια σπουδή πάνω στο φιλμ νουάρ, η οποία κατά κάποιο τρόπο έδειχνε και την προτίμηση του Γαβρά σε ένα είδος κινηματογράφου που το υπηρετούσε επάξια ο Ζαν Πιερ Μελβίλ εκείνη την εποχή στη Γαλλία. Ο κινηματογράφος για τον ξενιτεμένο Ελληνα σκηνοθέτη ήταν μια τέχνη καταρχήν αφηγηματική. Δεν χρειαζόταν ο ίδιος να εξασκηθεί για να την απαλλάξει από την «παιδική της ασθένεια»: το θέαμα.
Ολες οι ταινίες του Γαβρά είναι ιστορίες που απευθύνονται με ευθύ και ξεκάθαρο λόγο στον μέσο θεατή. Οι ήρωές του δεν είναι σούπερμαν που επιβάλλουν με πειθώ ή βία το καλό και το ηθικό. Είναι καθημερινοί άνθρωποι – «προέκταση της επιθυμίας του θεατή για δικαιοσύνη», όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ένας Γάλλος κριτικός. Ο Γαβράς δεν ξόρκισε το θέαμα και τις συμβάσεις του. Αντίθετα, το αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, υπηρετώντας κατά κύριο λόγο το πολιτικό θρίλερ, ένα είδος που αγγίζει εύκολα το ευρύ κοινό. Οι ταινίες του όμως δεν αναπαράγουν μύθους ή στερεότυπα, αλλά είναι διάσπαρτες από θραύσματα της μεταπολεμικής πολιτικής ιστορίας.

Δέκα σταθμοί πριν από το «Κεφάλαιο»

Διαμέρισμα δολοφόνων (1966)

Ενας αστυνόμος ερευνά το μυστήριο των διαδοχικών φόνων σε ένα τρένο της γραμμής Μασσαλία – Παρίσι. Με Υβ Μοντάν, Σιμόν Σινιορέ.

Ζ (1969)

Το σήμα κατατεθέν του Γαβρά στην Ελλάδα. Ενας αδέκαστος ανακριτής προσπαθεί να αποκαταστήσει μια αλήθεια, η οποία δεν βολεύει την εξουσία. Ο Χόρχε Σεμπρούν μετέτρεψε σε σενάριο το ομότιτλο μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού. Το Αλγέρι, όπου γυρίστηκε η ταινία, μεταμορφώθηκε για να μοιάζει με τη Θεσσαλονίκη των ημερών της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη. Με Υβ Μοντάν, Ζαν Λουί Τρεντινιάν.

Η ομολογία (1970)

Και αυτή η ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα: στην ιστορία του Αρθουρ Λόντον, ενός κυβερνητικού αξιωματούχου της Τσεχοσλοβακίας που οδηγήθηκε σε στημένη δίκη από τους σταλινικούς. Με Υβ Μοντάν, Σιμόν Σινιορέ.

Κατάσταση πολιορκίας (1973)

Οι μηχανισμοί δράσης της εξουσίας, αλλά και της ανάδρασης σε μια νεοαποικιοκρατική μπανανία. Ενας βασανιστής της CIA, ο οποίος παρέχει τις υπηρεσίες του σε μια χούντα της Λατινικής Αμερικής, απάγεται από ένοπλους αριστεριστές, ανακρίνεται και εκτελείται. Με τον Υβ Μοντάν.

Αγνοούμενος (1982)

Πολιτικό θρίλερ βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Αμερικανού ακτιβιστή Τσαρλς Χόρμαν, που «εξαφανίστηκε» κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στη Λατινική Αμερική. Ο πατέρας και η μνηστή του αγνοούμενου αναζητούν τα ίχνη του. Ζουν μια πραγματικότητα που πριν από λίγο θα τη θεωρούσαν δυστοπική φαντασία. Με Τζακ Λέμον, Σίσυ Σπέισεκ.

Χάννα Κ.(1983)

Μια Αμερικανοεβραία δικηγόρος αναλαμβάνει την υπόθεση ενός Παλαιστινίου που έχει κάνει αγωγή κατά του Ισραήλ. Με την Τζιλ Κλέιμπουργκ.

Το στίγμα της προδοσίας (1988)

Η εξάπλωση του νεοναζισμού στα αγροτικά στρώματα της Αμερικής στα χρόνια της διακυβέρνησης Ρέιγκαν. Με Τομ Μπέρεντζερ, Ντέμπρα Γουίνγκερ.

Μουσικό κουτί (1989)

Αριστη ισορροπία μεταξύ δικαστικού θρίλερ και οικογενειακού δράματος. Μια Αμερικανίδα δικηγόρος ανακαλύπτει ότι ο πατέρας της, ένας Ούγγρος μετανάστης στις ΗΠΑ, υπήρξε ναζί εγκληματίας πολέμου. Με Τζέσικα Λανγκ, Αρμιν Μίλερ Σταλ.

Αμήν (2002)

Ο Γαβράς προκάλεσε σκάνδαλο με αυτή την ταινία. Μετέφερε στο σινεμά ένα θεατρικό του Ρολφ Χόχουτ, καταγγέλλοντας το Βατικανό ότι έκλεισε τα μάτια για να μη δει το Ολοκαύτωμα. Με Ούρλιχ Τούκουρ, Ματιέ Κασοβίτς.

Το τσεκούρι (2005)

Ο σώζων εαυτόν σωθήτω ή ο εκφασισμός μιας ακραία ανταγωνιστικής κοινωνίας. Ενας άνεργος, πρώην στέλεχος μιας εταιρείας, δολοφονεί τους συνυποψηφίους του για μια θέση εργασίας. Με τον Χοσέ Γκαρσία.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-1-2013

Αλλοθι

Allothi

Το «Αλλοθι» ήταν ένα εμπορικό αουτσάιντερ της περασμένης χρονιάς με το οποίο επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο ο Ρίτσαρντ Γκιρ, ο μεγάλος σταρ της δεκαετίας του ’90 που λατρεύτηκε από τις γυναίκες όσο λίγοι χολιγουντιανοί ηθοποιοί. Ο Γκιρ ισορροπεί διαρκώς στην κόψη του ξυραφιού σε έναν αμφίσημο ρόλο και σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του. Ο 60χρονος Ρόμπερτ Μίλερ, ένας λαμπρός δισεκατομμυριούχος του Μανχάταν, ετοιμάζεται να πουλήσει την εταιρεία του σε μια τράπεζα. Η αληθινή εικόνα όμως της επιχειρηματική της αλλά και προσωπικής του ζωής δεν είναι αυτή που φαίνεται…
Στο «Αλλοθι» υπάρχει η γοητευτική πλευρά του Ρόμπερτ Μίλερ (ο ήρωας που ενσαρκώνει ο Γκιρ). Ο συνετός επιχειρηματίας, αλλά και ο ώριμος κι ο δυνατός άντρας που εμπνέει ασφάλεια και σιγουριά στις γυναίκες. Υπάρχει όμως και μια σκοτεινή του όψη που τον συμπληρώνει: Ο κυνικός και υποκριτής που άλλοτε προσφύγει απάτη για να επιτύχει το σκοπό του κι άλλοτε το βάζει στα πόδια για να διατηρήσει ασπίλωτη την εικόνα του.
Εχει ιδιαίτερη σημασία ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας, «Arbitrage». Στη γλώσσα των οικονομικών arbitrage είναι μια κερδοσκοπική κίνηση με αμελητέο θεωρητικά ρίσκο: πουλάς το ίδιο ή παρόμοιο πράγμα (υλικό ή άυλο) την ίδια στιγμή σε δυο διαφορετικές αγορές και σε δυο διαφορετικές τιμές. Από τη διαφορά της τιμής προκύπτει το κέρδος σου. Σε δυο ταμπλό παίζει ταυτόχρονα και ο Ρόμπερτ Μίλερ πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Στο χώρο των επιχειρήσεων παζαρεύει με θράσος την εταιρεία του. που δείχνει υγιής αλλά είναι έτοιμη να χρεοκοπήσει. Στην προσωπική του ζωή ποντάρει στην εικόνα του ώριμου εραστή που δεν λογαριάζει κόστος, αλλά και στην εικόνα του επιτυχημένου συζύγου και πατέρα που ανακάλυψε ξαφνικά ότι το αληθινό νόημα της ζωής δεν βρίσκεται στο χρήμα αλλά στην αξία της οικογένειας.
Η ζωή του Ρόμπερτ Μίλερ, ο οποίος παρά τα όσα λέει δημοσίως έχει παραδώσει την ψυχή του στο χρήμα, αρχίζει να γίνεται κόλαση. Ένα βράδι, η ερωμένη του σκοτώνεται σε τροχαίο με το αυτοκίνητο που αυτός οδηγούσε. Παράλληλα, η αγαπημένη του κόρη ανακαλύπτει τις απάτες του στην εταιρεία που σκοπεύει να πουλήσει.
Θα περιμέναμε μια σκηνοθεσία πιο πυκνή και πιο κοντά σε μια νουάρ ατμόσφαιρα. Γυρίστηκε από τον Νίκολας Τζαρέκι. Παίζουν επίσης, Σούζαν Σαράντον, Τιμ Ροθ, Μπριτ Μόρλινγκς, Λετίσια Κάστα.

Ναγκίσα Οσιμα

Οσιμα

Το νέο κύμα του ιαπωνικού σινεμά

Χθες, με τον θάνατο του Ναγκίσα Οσιμα, ήταν σαν να έκλεισε και τυπικά ένα μεγάλο κεφάλαιο του ιαπωνικού κινηματογράφου. Σύμφωνα με τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, ο Οσιμα άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία ογδόντα ετών από πνευμονία. Ηταν ο τελευταίος μιας σειράς Ιαπώνων δημιουργών, των οποίων το έργο απέκτησε οικουμενικές διαστάσεις.
Ο Κουροσάβα και ο Οζου, που προηγήθηκαν, έβαλαν το ιαπωνικό σινεμά στα κινηματογραφικά σαλόνια της Δύσης. Οι ταινίες τους ακούμπησαν στην παράδοση, ιδιαίτερα αυτές του Κουροσάβα, και ήταν βαθιά ανθρωπιστικές. Οι ταινίες του Οσιμα αντίθετα, έφεραν έναν δυνατό άνεμο ανανέωσης.
Ο Οσιμα ξεκίνησε την ενήλικη ζωή του σπουδάζοντας νομικά και πολιτικές επιστήμες. Εγκατέλειψε όμως την ιδέα της καριέρας ως επιστήμονας παρασυρμένος από την αγάπη του για το σινεμά. Ακραίο πάθος, που του δόθηκε απόλυτα προκαλώντας σκάνδαλο. Στην πιο εμβληματική του ταινία, στην «Αυτοκρατορία των αισθήσεων», το σινεμά είναι μια έκφραση απόλυτου ερωτισμού (και όχι ακραίου όπως θα ήθελαν αυτοί που τον κατηγόρησαν για πορνογραφία). Ο Οσιμα ήταν το νέο κύμα του ιαπωνικού σινεμά. Επηρεάστηκε από τη γαλλική νουβέλ βαγκ και ιδιαίτερα από τον Γκοντάρ. Οι πρώτες ταινίες του που έγιναν γνωστές στη Δύση, το «Ημερολόγιο ενός κλέφτη» και το «Αγόρι», αποτυπώνουν μια εικόνα της ιαπωνίας του ’60 θέτοντας και το αίτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης.
O Οσιμα πίστεψε στο σινεμά του δημιουργού. Αυτός ήταν και ο λόγος που θέλησε να κόψει τους δεσμούς του με την ανθούσα εμπορικά κινηματογραφική βιομηχανία της χώρας του. Ουσιαστικά, η καριέρα του αρχίζει το 1965, όταν ιδρύει τη δική του κινηματογραφική εταιρεία παραγωγής.
Η ταινία – σήμα κατατεθέν του Οσιμα ήταν η «Αυτοκρατορία των αισθήσεων», το 1976. Η ιστορία μιας πόρνης και ενός ιδιοκτήτη εστιατορίου στη μιλιταριστική Ιαπωνία του 1936. Η ατμόσφαιρα γίνεται ποιητική καθώς ο έρωτας οδηγεί στον θάνατο. Δύο χρόνια μετά, με την «Αυτοκρατορία του πάθους», κέρδισε Χρυσό Φοίνικα (το σημαντικότερο βραβείο της καριέρας του). Ο ερωτισμός και εδώ είναι διάχυτος, αλλά εκφράζεται πιο σεμνά.
Αλλες γνωστές ταινίες του είναι το «Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λόρενς», το 1983, και ο επίλογός του, το «Ταμπού» το 1999, με το οποίο απομυθοποιεί τους σαμουράι.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16-1-2013

Ο Λίνκολν και ο μπάρμπα Θωμάς

CHRISTOPH WALTZ and JAMIE FOXX star in DJANGO UNCHAINED

Δύο από τα πολυδιαφημισμένα φιλμ της νέας χρονιάς, το «Λίνκολν» του Στίβεν Σπίλμπεργκ και το «Django, ο τιμωρός» του Κουέντιν Ταραντίνο, επιστρέφουν στην Αμερική της εποχής της δουλείας και του εμφυλίου πολέμου.
Ο Σπίλμπεργκ ήταν πάντα ιδεαλιστής. Κάποτε στη «Λίστα του Σίντλερ» επεδίωξε ένα έργο-σταθμό για το Ολοκαύτωμα. Σήμερα, γύρισε μια σκοτεινή ταινία στον αντίποδα του νοσταλγικού «Οσα παίρνει ο άνεμος» για τον μεγαλύτερο διχασμό της Αμερικής: τη δουλεία. Ο Ταραντίνο, όπως πάντα κυνικός απέναντι στο πολιτικώς ορθό, παραμένει στον αφρό των κινηματογραφικών ειδών: το «Django» του είναι ένα χαρμάνι από γουέστερν σπαγγέτι και blaxploitation. (Ετσι ονομάστηκαν τα αστυνομικά b movies με μαύρους σκηνοθέτες και πρωταγωνιστές, που γυρίζονταν στις αρχές του ’70. Το blaxploitation έφερε στο σινεμά μια δυνατή αύρα της μουσικής σόουλ. Ταυτόχρονα αλλοίωσε με ολίγον κιτς τη λευκή εικόνα της αστυνομικής περιπέτειας, που τότε περνούσε στη δικαιοδοσία του λιγομίλητου Dirty Harry.)

Ο καλός…

Το «Λίνκολν» είναι ένα υποτονικό πολιτικό θρίλερ με ιστορικό φόντο τον αμερικανικό εμφύλιο. Κουραστικό για τον θεατή, που δεν έχει καμία διάθεση να βυθιστεί στο πολιτικό παρασκήνιο που προηγήθηκε της 13ης τροποποίησης του αμερικανικού Συντάγματος, με την οποία καταργήθηκε η δουλεία. Βέβαια, όσοι έχουν μεγαλύτερη υπομονή ή δεν νοιάζονται για το σασπένς και τη δράση θα απολαύσουν έναν εκπληκτικό Ντάνιελ Ντέι Λιούις σε μια οσκαρική ερμηνεία.
Ο κινηματογραφικός Λίνκολν του Ντέι Λιούις είναι κεντρικό πρόσωπο σε μια πολιτική ίντριγκα μάλλον, παρά ήρωας σε ένα έπος για τη νέα σελίδα της αμερικανικής ιστορίας. Φαντάζει σαν μια σεβάσμια ασκητική μορφή στο κέντρο ενός υποφωτισμένου κάδρου. Ετσι εικονογραφείται από τον Σπίλμπεργκ η Αμερική στο λυκαυγές μιας νέας εποχής. Το αύριο στο «Λίνκολν» δεν είναι απλά μια άλλη μέρα, όπως στο «Οσα παίρνει ο άνεμος», αλλά ένας θολός ορίζοντας. Η δολοφονία του Λίνκολν, που ακολούθησε την κατάργηση της δουλείας, έδειξε πόσο δύσκολη ήταν η κοινωνική και πολιτική ενσωμάτωση του ελεύθερου πλέον δούλου στον ελεύθερο Νέο Κόσμο.
Ο μαύρος τοποθετείται συνειδητά από τον Σπίλμπεργκ στο περιθώριο της Ιστορίας ή μάλλον στον προθάλαμό της. Ο πρόλογος της ταινίας, με τον πρόεδρο Λίνκολν να συζητάει με δύο μαύρους στρατιώτες των Βορείων, είναι σαν μια ευχή που έγινε πράξη στην εποχή μας με την είσοδο του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο. Διόλου τυχαίο ίσως και το γεγονός ότι, σε μια ταινία με θέμα τη δουλεία, οι μαύροι εμφανίζονται ελάχιστα στο σκοτεινό της κάδρο.

… ο κακός και ο άσχημος

Στο «Λίνκολν», στη μεγάλη ιστορική στιγμή της τροποποίησης του Συντάγματος, μια μαύρη υπηρέτρια δακρύζει από ευγνωμοσύνη και συγκίνηση. Για τον Σπίλμπεργκ όλοι, λευκοί και μαύροι, είναι καλοί. Στο «Django», δύο χρόνια πριν τον εμφύλιο, όλοι είναι κυνικοί, κακοί και άσχημοι. Ο Ταραντίνο, είτε για χαβαλέ είτε για να προκαλέσει τα αντανακλαστικά όλων όσοι υπεραμύνονται του πολιτικώς ορθού, οδήγησε τα πράγματα στα άκρα: κατέστρεψε πλήρως την εικόνα του μπαρμπα-Θωμά. Ουσιαστικά, πρωταγωνιστής στην ταινία του δεν είναι ο μαύρος πιστολέρο Τζάνγκο, ούτε ο μέντοράς του (ένας λευκός κυνηγός κεφαλών που μιλάει σαν συνταγματολόγος και στρατολογεί τον Τζάνγκο για να καθαρίσουν το τοπίο του Νότου από επικυρηγμένους και δουλέμπορους), αλλά ο μπάτλερ ενός λευκού αριστοκράτη. Ενας μαύρος, τρελά αφοσιωμένος σαν πιστό σκυλί στον λευκό αφέντη, που συμπεριφέρεται μοχθηρά και βάναυσα στους άλλους μαύρους. Ο Σάμιουελ Τζάκσον δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας στον ρόλο του πιο απροσδόκητου μπαρμπα-Θωμά. Το «Django» δίπλα στο «Λίνκολν» φτιάχνει την τέλεια αντίθεση. Από τη μια, η ηθική ακεραιότητα και ο σοβαρός σκοπό του Σπίλμπεργκ, καθώς και ένας υπολανθάνων διδακτισμός: δείχνει πόσο δύσκολες είναι οι βαθιές αλλαγές και θέλει να πείσει τον σημερινό Αμερικανό να εμπιστευτεί την πολιτική και τους πολιτικούς που διαπνέονται από ένα όραμα για τον άνθρωπο. Από την άλλη, ο Ταραντίνο αρκέστηκε στο γνωστό του χιούμορ, στην εκδίκηση και τον σαρκασμό. Αν τον πάρουμε πιο σοβαρά, θεωρεί ότι και οι μαύροι είχαν ευθύνη για τα δεινά τους. Πάντως, ο Σπάικ Λι έγινε έξω φρενών με το «Django, ο τιμωρός».

Δείτε

Django, ο τιμωρός (2012)

Σε αυτό το γουέστερν σπαγγέτι του Κουέντιν Ταραντίνο, που εμπνέεται από το «Django» του Σέρτζιο Κορμπούτσι, θα αντικρίσετε έναν μπαρμπα-Θωμά πιο κακό με τους μαύρους ακόμη και από δουλέμπορο! Δύο χρόνια πριν τον αμερικανικό εμφύλιο, ένας λευκός τυχοδιώκτης, ο Γερμανός δόκτωρ Κινγκ Σουλτς, περιπλανιέται στις φυτείες του Νότου παριστάνοντας τον οδοντίατρο. Στην πραγματικότητα είναι ένας αδίστακτος κυνηγός κεφαλών, που μιλάει ασταμάτητα σαν δικηγόρος και χρησιμοποιεί με… φειδώ, αλλά και αποτελεσματικότητα δημίου, το όπλο του. Ο Κινγκ Σουλτς ελευθερώνει έναν μαύρο σκλάβο, τον Τζάνγκο, και τον κάνει βοηθό του. Μαζί φτάνουν σε μια φυτεία στο Μισισίπι, στην Κάντιλαντ, όπου είναι σκλάβα η γυναίκα του Τζάνγκο. Επικεφαλής των μαύρων υπηρετών στην Κάντιλαντ είναι ένας ηλικιωμένος μαύρος, ο μοχθηρός Στίβεν. Παίζουν: Κρίστοφ Βαλτ, Τζέιμι Φοξ, Σάμιουελ Τζάκσον, Λεονάρντο ντι Κάπριο, Κέρι Ουάσιγκτον. (Πρεμιέρα στις 17/1.)

Λίνκολν (2012)

Μια εξαιρετική προσωπογραφία του προέδρου Λίνκολν, κυρίως χάρη στην ερμηνεία του Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Η σκηνοθεσία είναι του Στίβεν Σπίλμπεργκ. (Πρεμιέρα στις 24/1.)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13-1-2013

Αννα Καρένινα

Αννα Καρένινα

Το θωρηκτό Ποτέμκιν του μελοδράματος

Το 2012 κλείνει με ένα αριστούργημα με ρώσικη ψυχή και βρετανική σφραγίδα ποιότητας: το «Αννα Καρένινα» είναι ίσως η πιο πλούσια κινηματογραφική κληρονομιά που μας αφήνει. Σε αυτήν την ταινία, στο θωρηκτό Ποτέμκιν του μελοδράματος, η Κίρα Νάιτλι αναδεικνύει με μοναδικό τρόπο τη διαχρονικότητα της λογοτεχνικής ηρωίδας του Τολστόι. Για να σταθεί όμως η ερμηνεία της με αξιώσεις στο σήμερα, έγινε μια τολμηρή τομή στο κλασικό έργο από τον σκηνοθέτη Τζο Ράιτ και από τον Τομ Στόπαρντ, τον πιο εμπνευσμένο σύγχρονο θεατρικό συγγραφέα, που έγραψε το σενάριο του «Αννα Καρένινα».
Στο παρελθόν, η Βίβιαν Λι και η Γκρέτα Γκάρμπο είχαν κάτι εκθαμβωτικό ή μοιραίο πάνω τους παίζοντας την Καρένινα. Σήμερα, η Νάιτλι είναι σαν να ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί. Κάποιες στιγμές δίνει την εντύπωση πως προσπαθεί να απαλλάξει την ηρωίδα της από το κάδρο της ταινίας εποχής. Κάποιες άλλες, νομίζεις πως έχει κατά νου τη Μάγια Πλισέσκαγια στην «Αννα Καρένινα» από τα Μπαλέτα Μπολσόι εν έτει 1976.
Λέγεται ότι ο Τολστόι δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του ως θεατρικό συγγραφέα. Θεωρούσε το θέατρο ένα ασήμαντο είδος ψυχαγωγίας, αλλά και τόπο ανούσιας κοσμικής συνάθροισης. Αν ισχύει αυτό, η προσέγγιση του Στόπαρντ είναι ανατρεπτική. Χρησιμοποίησε τη σκηνή και τα παρασκήνια του θεάτρου για να ξαναδώσει ζωή στην Αννα Καρένινα. Δίπλα του, ο Ράιτ δίνει τον καλύτερό του εαυτό, σκηνοθετώντας μια μοντέρνα ταινία: ένα «κολάζ» από θέατρο, μπαλέτο, όπερα, ζωγραφική, αλλά και γκρο πλάνα σαν και αυτά που γέμιζαν την οθόνη την εποχή που το Χόλιγουντ έχτιζε ολόκληρους κόσμους μέσα σε ένα στούντιο.
Ο Τολστόι ήταν μάλλον ισοπεδωτικός με το θέατρο, το οποίο εδώ χρησιμοποιείται με τον πιο ευφάνταστο κινηματογραφικά τρόπο για να φανούν οι αρμοί της δομής του μυθιστορήματός του. Ο Στόπαρντ και ο Ράιτ σίγουρα δεν κόπιασαν για μια ιστορία εποχής, που ο θεατής θα τη θαυμάσει για το φυσικό της ντεκόρ, τα φανταχτερά της κοστούμια ή τις στομφώδεις ερμηνείες των ηθοποιών της. Πάνω σε μια θεατρική σκηνή διασπάται η δομή του κειμένου για να φανεί το ψυχολογικό βάθος των χαρακτήρων, αλλά και η κοινωνική διάσταση του δράματος.
Αυτή η Αννα Καρένινα έχει έναν πρωτόγνωρο δυναμισμό όπως το «Λόλα Μοντές» του Μαξ Οφίλς, που είχε επίσης ανορθόδοξη δομή. Και στις δύο ταινίες, η γυναίκα που αναζητά με πάθος την απόλυτη ευτυχία, την οποία μόνον ο έρωτας μπορεί να χαρίσει, προδίδεται και καταστρέφεται. Στη σκηνή ενός τσίρκου, η Λόλα Μοντές επιχειρεί ένα άλμα στο κενό μπροστά στο κοινό που περιμένει να την κατασπαράξει με το βλέμμα του. Στη σκηνή ενός άδειου θεάτρου που δείχνει σαν σιδηροδρομικός σταθμός, η τραγική Αννα Καρένινα πέφτει στις ράγες μπροστά από μια ατμομηχανή. Εκπτωτη από τον παράδεισο της ενάρετης οικογενειακής ζωής δίπλα στον επίσης τραγικό της σύζυγο Αλεξέι Καρένιν. Εκπτωτη από την αριστοκρατική κοινωνική της τάξη, όπως και η αντιφατική Λόλα Μοντές που αναζήτησε την ηδονή με αθωότητα ταιριαστή σε αγία.
Το να παραβείς τον νόμο, είναι μια κατάσταση που βολεύεται. Η μετάνοια και η συγχώρεση γι’ αυτό υπάρχουν. Το να παραβείς όμως τους κανόνες της κοινωνίας είναι έγκλημα. Η μοιχεία συγχωρείται όταν δεν διακυβεύεται ο παράδεισος της οικογένειας. Αυτή η εκδοχή της «Αννας Καρένινα» δεν είναι η ιστορία μιας άπιστης αριστοκράτισσας, ούτε μιας τρελής από έρωτα που τίναξε τα πάντα στον αέρα. Δεν είναι δακρύβρεχτο μελό. Ούτε σαπουνόπερα. Είναι ένα μοντέρνο μελόδραμα όπου το αδιέξοδο του έρωτα ρίχνει την ηρωίδα (αλλά και τους υπόλοιπους ήρωες) σε ένα αδιέξοδο ηθικής.
Ο Στόπαρντ και ο Ράιτ μας φέρνουν στον νου και τη «Νανά», αν και η ηρωίδα του Ζολά διαφέρει από την ηρωίδα του Τολστόι. Η πόρνη Νανά διεκδικεί μέχρι τέλους το δικαίωμά της να πουλάει το σώμα της και όχι την ψυχή της. Η Αννα Καρένινα κάνει την επιλογή της, αλλά λυγίζει μη μπορώντας να αντέξει το βάρος της, ίσως γιατί εκτός από ερωμένη είναι και μητέρα. Η σημερινή «Αννα Καρένινα» φαντάζει άλλοτε σαν σε ελεύθερη τροχιά από τη Λίμνη των Κύκνων στην Τόσκα, κι άλλοτε σαν μια ρομαντική παραβολή για την καρδιά που δεν οδηγεί πάντα στον δρόμο της αρετής.

– Η «Αννα Καρένινα» θα κάνει πρεμιέρα την Πρωτοχρονιά.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22-12-2012

Το μερίδιο των αγγέλων

The Angels Share

Η τελευταία ταινία του Κεν Λόουτς έχει ένα ρεαλισμό ικανό να προκαλέσει κατάθλιψη, αλλά και μια αισιοδοξία σαν και αυτή που συναντάμε στα χολιγουντιανά παραμύθια. Το δράμα ταίριαξε με την κωμωδία κάτω από έναν τίτλο ολίγον ποιητικό: «μερίδιο των αγγέλων» λένε οι Σκωτσέζοι το 2% του ουίσκι που εξατμίζεται κατά την παλαίωσή του μέσα στα ξύλινα βαρέλια.
Εδώ, στο τέλεια ισορροπημένο σενάριο του Πολ Λάβερτι, το «μερίδιο των αγγέλων» θα μπορούσε να ’ναι το κομμάτι της ψυχής και της ζωής του νεαρού ήρωα της ταινίας (ενός μικροεγκληματία) που σπαταλιέται άσκοπα μέχρι να γίνει υπεύθυνος άντρας. Θα μπορούσε να ’ναι και ο κόπος που δεν πήγε χαμένος του επιτηρητή του σε ένα πρόγραμμα κοινωνικής εργασίας, ο οποίος πασχίζει ειλικρινά για την κοινωνική επανένταξή του. Ο «Φύλακας» δίνει μια ευκαιρία στον καταδικασμένο να σταθεί με αξιοπρέπεια στα πόδια του. Μια μικρή εκδρομή σε ένα παλιό αποστακτήριο θα βάλει τον νεαρό σε μια τροχιά αναζήτησης νέων αξιών. Παίζουν: Πολ Μπράνιγκαν, Τζον Χένσο, Σιόμπαν Ρέιλι, Ρότζερ Αλαν.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-12-2012

The Master (2)

WC9V2088.CR2

Το Χόλιγουντ των μεγάλων ρόλων

Κάντε ένα πείραμα. Φανταστείτε το «The Master», μια από τις λίγες αμερικανικές ταινίες του 2012 που αναμέναμε με υψηλές προσδοκίες, γυμνό. Χωρίς τους δύο πρωταγωνιστές του, τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και τον Χοακίν Φίνιξ, τι θα είχε απομείνει στην οθόνη; Μόνο η φιλόδοξη προσπάθεια του ανήσυχου σκηνοθέτη Πολ Τόμας Αντερσον, που μοιάζει να προσπαθεί να χτίσει πύργους στην άμμο.
Εικαστικά, το «Τhe Master» είναι ένα μεγαλειώδες και ταυτόχρονα αλλόκοτο σινεμασκόπ της Αμερικής του ’50. Ενας συγκερασμός απαλών χρωμάτων, από τα οποία όμως αναδύεται μια παράξενη ατμόσφαιρα (σαν να βλέπεις σε όνειρο κάτι που έχει χαθεί) που εξαφανίζει τη νοσταλγία. Λείπει όμως ένα σενάριο με ξεκάθαρη ρότα. Τι άραγε θέλει να σχολιάσει ο Αντερσον; Τη μάζα που χειραγωγείται από έναν όψιμο Μεσσία; Ή μήπως μια Αμερική – Γη της Επαγγελίας για κάθε παραδοξότητα; Το κενό που αφήνουν αυτά τα ερωτήματα καλύπτουν με την παρουσία τους ο Χόφμαν και ο Φίνιξ. Η σχέση τους χτίζεται συναρπαστικά πάνω στην αντίθεση αφέντης – υπηρέτης. Χωρίς αυτούς το «Τhe Master» θα ήταν μια νεκρή φύση.

Ο αφέντης

Ο Χόφμαν στον ρόλο του «Μάστερ» Λάνκαστερ Ντοντ (ένας ήρωας που παραπέμπει στον ηγέτη της σαϊεντολογίας Λ. Ρον Χάμπαρντ) αγγίζει την τελειότητα. Κάποιες στιγμές δίνει την εντύπωση πως θέλει να ενσαρκώσει τη δύναμη και το μεγαλείο ενός Πολίτη Κέιν. Κάποιες άλλες, αναδιπλώνεται σε έναν αυτοσαρκασμό σαν αυτόν του Τσαρλς Λότον.
Το παρουσιαστικό του Χόφμαν θυμίζει αυτό του Λότον, ενώ η ερμηνεία του φέρνει στον νου τον ήρωα του Λότον στη «Νύχτα του κυνηγού» (τη μοναδική ταινία που γύρισε ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός κινηματογραφώντας το υπνωτιστικό βλέμμα του Ρόμπερτ Μίτσαμ, και η οποία αναγνωρίστηκε ως αριστούργημα μετά τον θάνατό του). Ο «Μάστερ» Λάνκαστερ Ντον περιφέρεται στην Αμερική, όπως ο ψευτο-ιεροκήρυκας Χάρι Πάουελ από τη «Νύχτα του κυνηγού», στον οποίο συνυπάρχουν το καλό (αγάπη) και το κακό (μίσος). Ο «Μάστερ» βέβαια δεν σκοτώνει ανυπεράσπιστες χήρες όπως ο «ιεροκήρυκας» Πάουελ. Διασχίζει απλώς τον παράδεισο του καταναλωτισμού, πουλώντας σε δυστυχείς τη συνταγή της ευτυχίας.
Θα λέγαμε ότι με αυτόν τον ρόλο του ο Χόφμαν βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του. Αουτσάιντερ για τα δεδομένα ενός σταρ σίστεμ που παράγει είδωλα ή και μύθους, σκαρφάλωσε αργά και μεθοδικά στην κορυφή της πυραμίδας, επιδεικνύοντας απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών του μέσων σε κάθε σκαλί. Ξανθός (αλλά όχι Αδωνις), ευτραφής, διοπτροφόρος και ατημέλητος, κατάφερε να μετατρέψει αυτό το ασήκωτο «βάρος» σε πλεονέκτημα. Αρκεί να τον θυμηθούμε στα «Παιχνίδια εξουσίας», στη «Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης», στην «Αμφιβολία», στο «Capote» (που του χάρισε ένα Οσκαρ) ή στο ανεξάρτητο «Happiness», που τον έκανε γνωστό προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Στην πρώτη σκηνή σε ξεγελάει, σε κάνει να πιστέψεις πως έχει να κάνεις με έναν καρατερίστα. Στη πρώτη κορύφωση της δραματουργίας συνειδητοποιείς πόσο μεγάλος ηθοποιός είναι.

Ο υπηρέτης

Σκεφτείτε ότι πριν από μερικά χρόνια όλοι είχαμε πιστέψει πως ο Χοακίν Φίνιξ, ο σημερινός «υπηρέτης» του «The Master», ήταν τελειωμένος καλλιτεχνικά. Ο ίδιος μάλιστα δήλωνε στις «χύμα» τηλεοπτικές του εμφανίσεις πως αφήνει οριστικά το σινεμά για να γίνει ράπερ. Η επανεμφάνισή του στο «Τhe Master» είναι εντυπωσιακή. Νομίζεις πως ζεις πραγματικά στην εποχή που τα περίφημα Actor’s Studio έβγαζαν ηθοποιούς σαν τον Μάρλον Μπράντο.
Ο «υπηρέτης» του Φίνιξ, ο Φρέντι Κουέλ, είναι ένα ζωντανό ερείπιο του πολέμου που βρίσκει καταφύγιο στην Κιβωτό του «Μάστερ» Λάνκαστερ Ντοντ. Γίνεται φανατικός οπαδός της αίρεσής του και δεξί του χέρι στην προσπάθειά του να διευρύνει τον κύκλο των πιστών. Ο Φίνιξ έχει μεταμορφωθεί πλήρως για να μπει στο πετσί ενός φαινομενικά σκληρού, στην πραγματικότητα εύθραυστου ψυχολογικά άντρα, ο οποίος στην αρχή της ταινίας φαντάζει σαν να αναζητάει έναν χαμένο παράδεισο. Από μια άλλη οπτική γωνιά, εάν επιχειρήσουμε μια σύγκριση του «The Master» με το πολυαναμενόμενο «On the road», που βασίζεται στο μυθικό βιβλίο του Κέρουακ, ο Φίνιξ είναι ένας ήρωας στον αντίποδα των μπίτνικ.

Δείτε

142-1
The Master (2012)

Η τελευταία ταινία του Πολ Τόμας Αντερσον («Θα χυθεί αίμα») έχει για πρόλογό της μια σκηνή σε ένα εξωτικό νησί του Ειρηνικού στην εκπνοή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια, στο μεγαλύτερο μέρος της διαδραματίζεται στην Αμερική της δεκαετίας του ’50. Ενας βετεράνος του πολεμικού ναυτικού, ο αλκοολικός Φρέντι Κουέλ, που επινοεί διαρκώς δικά του κοκτέιλ αναμειγνύοντας τα πιο απίθανα υλικά, παρατάει επεισοδιακά τη δουλειά του ως φωτογράφος σε ένα εμπορικό κέντρο και πηγαίνει σε μια φυτεία του Νότου. Ο θάνατος ενός αγρότη, ύστερα από μεθύσι με δικό του κοκτέιλ, θα τον φέρει στο πλοίο του «Μάστερ» Λάνκαστερ Ντοντ. Πρόκειται για έναν τυχοδιώκτη, ιδρυτή μιας θρησκευτικής αίρεσης: ένα «κοκτέιλ» θρησκειών που σερβίρεται με γαρνιτούρα την επιστήμη. O Κουέλ, ο οποίος παραπατάει διαρκώς αναζητώντας αληθινές αξίες στη ζωή του, θα εξαρτηθεί πλήρως από τον χαρισματικό Ντοντ. Ο Χοακίν Φίνιξ (φωτ.) υποδύεται τον Κουέλ και ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν τον «Μάστερ». Δίπλα τους η Εϊμι Ανταμς. Tο μουσικό θέμα της ταινίας είναι από τον Τζόνι Γκρίνγουντ, κιθαρίστα των Radiohead. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16-12-2012