Οι σημαντικότερες αμερικανικές ταινίες γύρω από τον πόλεμο στο Ιράκ ανήκουν στο περιθώριο του Χόλιγουντ. Στην «Κοιλάδα του Ιλά» πριν από μερικά χρόνια, ο Πολ Χάγκις μετέφερε στην οθόνη ένα σενάριο του Μαρκ Μπόαλ, αναζητώντας τι κρύβεται πίσω από την εικόνα του Αμερικανού στρατιώτη που επιστρέφει σαν ήρωας από τον πόλεμο. Στο σημερινό «The Hurt Locker», η Κάθριν Μπίγκελοου βαδίζει στην κόψη ενός ξυραφιού με ένα άλλο σενάριο του Μπόαλ στα χέρια της. Η ταινία αρχίζει σαν θρίλερ επιστημονικής φαντασίας στη Βαγδάτη, που θυμίζει πόλη φάντασμα σε κάποιον μακρινό πλανήτη. Λίγο πριν από τη σεκάνς του τέλους, το θρίλερ που έχει γίνει ήδη ψυχολογικό, κορυφώνεται σε μια σκηνή συγκλονιστική και αποκαλυπτική: ένας ριψοκίνδυνος ράμπο/πυροτεχνουργός και ένας μελλοθάνατος μάρτυρας του Αλλάχ ζωσμένος με εκρηκτικά, φαίνεται σαν να αντιστοιχούν στις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. «Η ορμή της μάχης είναι συχνά μια δυνατή και θανάσιμη εμμονή, γιατί ο πόλεμος είναι ναρκωτικό», αυτή η εισαγωγική φράση πέφτει αμέσως μετά τους τίτλους του «The Hurt Locker» και είναι ενδεικτική για τις προθέσεις της Μπίγκελοου.

Η μορφή του πολέμου…

Το «The Hurt Locker» έχει τη μορφή ενός πολεμικού ρεπορτάζ – θρίλερ με άξονα την καθημερινότητα μιας επίλεκτης μονάδας Αμερικανών που εντοπίζουν και εξουδετερώνουν εκρηκτικούς μηχανισμούς. Στο κέλυφος της ταινίας, που αφορά το είδος του πολέμου στον οποίο έχει εμπλακεί η Αμερική στο Ιράκ, η Μπίγκελοου παρουσιάζει ρεαλιστικά και με πυρετώδη ρυθμό στιγμιότυπα από ένα αντάρτικο πόλης. Οι Αμερικανοί είναι σαν πάνοπλοι εξωγήινοι σε έναν πλανήτη/ναρκοπέδιο όπου ο εχθρός είναι αόρατος. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει εχθρός για να τον νικήσουν, ούτε υπόδουλος λαός για να τον ελευθερώσουν. Υπάρχει μόνον χάος. Εγκλωβισμένοι σε μια παγίδα μετρούν τις ημέρες που απομένουν για την επιστροφή στην πατρίδα, ελπίζοντας πως το επόμενο βήμα τους δεν θα είναι θανάσιμο.
Στην πρώτη σκηνή, που είναι αριστοτεχνικά ενορχηστρωμένη, ο επικεφαλής της ομάδας των πυροτεχνουργών φοράει μια ειδική στολή που τον κάνει να μοιάζει με αστροναύτη και στη συνέχεια επιχειρεί να μεταφέρει σε ασφαλές σημείο μια αυτοσχέδια βόμβα. Η επιχείρηση, που θυμίζει αποστολή της ΝASA στο Διάστημα, θα αποβεί μοιραία για τον «αστροναύτη». Ενα κινητό τηλέφωνο παρωχημένης τεχνολογίας στα χέρια ενός Ιρακινού που παρακολουθεί σαν θεατής, είναι αρκετό για να πυροδοτήσει τον εκρηκτικό μηχανισμό.

… και η φύση του

Ο διάδοχος του άτυχου άντρα στην ομάδα δεν είναι ένας καλός χειριστής της τεχνολογίας του πολέμου όπως ο προκάτοχός του, αλλά ένας ατρόμητος πολεμιστής. Ενας λοχίας, κράμα ράμπο και Βρώμικου Χάρι, που έχει για αποσκευή ένα μπαουλάκι με πράγματα που παρολίγον να τον σκοτώσουν: κομμάτια εκρηκτικών μηχανισμών, εκπυρσοκροτητές, αλλά και τη βέρα του. Ο λοχίας Γουίλιαμ Τζέιμς δεν είναι ο τυπικός ήρωας των πολεμικών ταινιών του Χόλιγουντ. Είναι κυνικός, σκληροτράχηλος, απρόβλεπτος και ριψοκίνδυνος σε βαθμό ανοησίας. Ο πόλεμος για αυτόν είναι ένας εθισμός σαν την κοκαΐνη. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Ο ξένος

Στη μελαγχολική «Κοιλάδα του Ιλά» ο Μπόαλ και ο Χάγκις χρησιμοποίησαν ως αφορμή το Ιράκ για να δουν τι κρύβεται πίσω από τη λέξη πατριωτισμός. Στο τέλος σήκωσαν την αμερικανική σημαία ανάποδα, εκπέμποντας SOS προς κάθε άγρυπνο μάτι που δεν ταύτιζε σύμπασα την Αμερική με τον Τζορτζ Μπους τον νεώτερο. Στο «The Hurt Locker» το σκηνικό είναι ο πόλεμος, όμως το θέμα είναι ο στρατιώτης σε ένα μεταίχμιο ανάμεσα στο ψυχολογικό και το υπαρξιακό δράμα. Ο νεαρός λοχίας Τζέιμς είναι ένας θερμοκέφαλος σύγχρονος καουμπόης, ξεκομμένος από τις ρίζες του και την οικογένειά του.
Η Μπίγκελοου και ο Μπόαλ αποφεύγουν τον αφορισμό και την καταγγελία. Ο πόλεμος που περιγράφουν δεν είναι ένα θέαμα, αλλά ένα διαρκές τέντωμα νεύρων μέχρι τα άκρα. Στη σκιά του ο ράμπο δεν έχει κάτι το ηρωικό, ούτε κάτι τον χαρακτηρίζει ως καλό πατριώτη. Σκοτώνει όταν πρέπει και πιστεύει πως κάνει το σωστό. Προπαντός, αισθάνεται πως είναι ένας ξένος. Ως προς την ουσία, δηλαδή, δεν απέχει και πολύ από τον «άγριο» Τζον Γουέιν στο φινάλε του αριστουργηματικού γουέστερν του Τζον Φορντ «Η αιχμάλωτη της ερήμου».

Δείτε

The Hurt Locker (2009)

Ενα αντισυμβατικό πολεμικό δράμα για το Ιράκ, που συναγωνίζεται το «Αvatar» στα φετινά Οσκαρ. Το «Τhe Hurt Locker» έχει ένταση αντί για πλοκή και μια γυναίκα, την Κάθριν Μπίγκελοου («Μνήμες νερού», «Υποβρύχιο Κ-19»), για σκηνοθέτη. Ενας λοχίας πυροτεχνουργός με εμπειρία στο μέτωπο του Αφγανιστάν, φτάνει στη Βαγδάτη για να αντικαταστήσει ένα νεκρό συνάδελφό του. Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του και η αντίληψη που έχει περί τόλμης και ανδρισμού εκθέτουν επικίνδυνα τον ίδιο και την ομάδα του. Η Μπίγκελοου σκηνοθετεί ένα ψυχολογικό δράμα στη σκιά ενός πολέμου, που για τον αντιήρωά της δεν είναι παρά ένας καταστροφικός εθισμός. Ο άγνωστος Τζέρεμι Ρένερ είναι πολύ καλός στον πρωταγωνιστικό ρόλο και δικαίως προτάθηκε για Οσκαρ. Το «Τhe Hurt Locker» συγκεντρώνει 9 υποψηφιότητες για Οσκαρ στις εξής κατηγορίες: καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, Α΄ ανδρικού ρόλου, φωτογραφίας, μοντάζ, μουσικής, ήχου, ηχητικής επεξεργασίας. (Αναμένεται στις αίθουσες στις αρχές Μαρτίου.)

Στην κοιλάδα του Ηλά (In the Valley of Elah, 2007)

Η τολμηρότερη ταινία του Χόλιγουντ γύρω από το Ιράκ πραγματεύεται το ζήτημα του πατριωτισμού και είναι μια ιστορία, φαινομενικά, αστυνομικού μυστηρίου. Ενας λιγομίλητος βετεράνος του Βιετνάμ προσπαθεί να ρίξει φως στις συνθήκες της άγριας δολοφονίας του στρατιώτη γιου του, που μόλις είχε γυρίσει από τον πόλεμο. Ο Πολ Χάγκις σκηνοθέτησε ένα ψυχολογικό δράμα με πολιτικές προεκτάσεις, έχοντας ως πρωταγωνιστή τον θαυμάσιο Τόμι Λι Τζόουνς. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 7-2-2010

Η «Εκδίκηση της Καταλίν Βάργκα» του Πίτερ Στρίκλαντ είναι μια βρετανική και ρουμανική συμπαραγωγή γυρισμένη στη φύση της Τρανσυλβανίας. Ο τρόπος που διαχειρίζεται ο Στρίκλαντ το φυσικό ντεκόρ, κάποιες στιγμές απογειώνει την ταινία σε ένα οπτικό ποίημα, άλλοτε λυρικό κι άλλοτε παγανιστικό, γύρω από το θέμα της αυτοδικίας.
Η Καταλίν Βάργκα είναι ιδανική περίπτωση ηρωίδας για ένα θρίλερ ή για ένα μελόδραμα. Ο άντρας της, προσβεβλημένος όταν μαθαίνει πως ο εντεκάχρονος γιος τους δεν είναι δικό του παιδί, τη διώχνει από το σπίτι και το χωριό. Η Καταλίν φορτώνει το παιδί σε ένα κάρο, βρίσκοντας μια δικαιολογία για την ξαφνική φυγή τους, και αρχίζει να περιπλανιέται στα Καρπάθια με σκοπό να βρει τον βιαστή της και πατέρα του παιδιού. Μητέρα και γιος φτάνουν σε ένα χωριό, όπου η Καταλίν παρασύρει σε μια θανάσιμη παγίδα ένα παντρεμένο άντρα που έζησε ως θεατής τον βιασμό της. Μετά από μερικές ημέρες πεζοπορίας εντοπίζει τον άνθρωπο που την κατέστρεψε.
Ο Στρίκλαντ κινηματογραφεί την κακοποιημένη γυναίκα μέσα σε μια όμορφη φύση, που όμως είναι βυθισμένη σε μια ατμόσφαιρα απροσδιόριστης απειλής. Το κακό στα Καρπάθια της Καταλίν Βάργκα είναι ο άντρας. Παίζουν: Χίλντα Πέτερ, Τίμπορ Πάλφι.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 4-2-2010

Ο Καναδός σκηνοθέτης Τζέισον Ράιτμαν στις ταινίες του περιγράφει ανεπιθύμητες καταστάσεις και σκιαγραφεί πορτρέτα αντιηρώων που αποτελούν ζωντανή παραφωνία μέσα στο περιβάλλον τους. Στο «Thank you for smoking» το πλαίσιο είναι η καπνοαπαγόρευση και ο αντιήρωας ένας χαρισματικός άντρας που έχει πουλήσει την ψυχή του στην καπνοβιομηχανία. Στο «Juno», όπου η ηθογραφία είναι πιο διεισδυτική και αποκαλυπτική για την εφηβική ηλικία, η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη μιας δεκαεξάχρονης, φέρνει στην επιφάνεια ζητήματα όπως: σεξ, έρωτας, δικαίωμα στην έκτρωση, υιοθεσία, κυοφορία εμβρύου προς όφελος άλλης γυναίκας. Στο πρόσφατο «Ραντεβού στον αέρα» κλιμακώνει διακριτικά μια παραβολή για τον έρωτα, τον γάμο και την οικογένεια σε ένα ψυχρό και ζοφερό περιβάλλον εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.
Ο σημερινός αντιήρωας του Ράιτμαν, ο Ράιαν Μπίνγκαμ, είναι κάτι ανάμεσα σε έναν γοητευτικό εκτελεστή και έναν ιεροκήρυκα της θετικής σκέψης. Από μακριά μοιάζει σαν ένας εξολοθρευτής άγγελος, που κατεβαίνει από τα σύννεφα για να ανακοινώσει με τακτ διπλωμάτη σε δύστυχους θνητούς πως χάνουν τη δουλειά τους. Οταν ο φακός τον πλησιάζει με συμπάθεια, σε απόσταση ανάσας, αποφεύγοντας περίτεχνα το τετριμμένο σχήμα του καλού και του κακού, ο Ράιαν είναι ένας ανώριμος συναισθηματικά άντρας που αποφεύγει τις δεσμεύσεις για να νιώθει ασφαλής.

Ακινησία ή θάνατος

Ο πρωτότυπος τίτλος «Up in the air» αποδίδει πλήρως την πρόθεση του Ράιτμαν να επενδύσει πάνω στη θετική πλευρά μιας κατάστασης που θα την περιγράφαμε με τη φράση: «ξαφνικά, όλα στον αέρα». Στην ταινία του, η οικογένεια και η σταθερή δουλειά παρουσιάζονται σαν δύο ομώνυμα κλάσματα με κοινό παρονομαστή τη δέσμευση, που σύμφωνα με το κήρυγμα του ήρωά του είναι ένα έρμα συνώνυμο του θανάτου.
«Πόσο ζυγίζει η ζωή μας;» αναρωτιέται ρητορικά ο Ράιαν από το βήμα των συνεδρίων στα οποία τον καλούν συχνά για να αναπτύξει τη φιλοσοφία του. Φορτωνόμαστε υλικές υποχρεώσεις και σχέσεις –το βαρύτερο φορτίο– επιλέγοντας ένα μαρτύριο σαν αυτό του Σισύφου. Φανταστείτε τον εαυτό σας με ένα σακίδιο στους ώμους γεμάτο με ό,τι επιλέξατε για τη ζωή σας. Νιώστε τα λουριά του να σφίγγουν, το βάρος του να σας λυγίζει τα πόδια και κάντε την υπέρβαση: κόψτε τα λουριά. Ο Ράιαν επαναλαμβάνει με επικοινωνιακή ευφράδεια την κοινοτοπία: ζωή ίσον διαρκής κίνηση και καλεί το ακροατήριό του να επιλέξει την ακινησία ή τον θάνατο. Στη δική του ξέφρενη κούρσα η επιτυχία προσμετριέται με το βάρος των πιστωτικών καρτών και τα μίλια των πτήσεων που έχει συγκεντρώσει.

Ελαστικές σχέσεις

Ο Ράιαν του Ράιτμαν είναι ένας κενός άντρας με εύθραυστη καρδιά σε έναν ασταθή κόσμο όπου η δέσμευση και η σταθερότητα έχουν κόστος και φοβίζουν. Ταυτόχρονα όμως είναι ένας μελαγχολικός αγγελιαφόρος κακών ειδήσεων σε μια εποχή ελαστικών εργασιακών σχέσεων και απρόσωπων εταιρειών. Ενας εκτελεστής – σαμουράι μιας εταιρείας παροχής υπηρεσιών σε τρίτους, που δεν θέλουν προσωπική εμπλοκή με τους προς απόλυση υπαλλήλους τους. Ο Ράιαν, που ίσως έχει πιστέψει πως επιτελεί ένα λειτούργημα, ταξιδεύει διαρκώς με αεροπλάνο από πολιτεία σε πολιτεία προετοιμάζοντας τους ετοιμοθάνατους της αγοράς εργασίας για τη νέα τους ζωή. Παράλληλα, φροντίζει για να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες νομικών επιπλοκών (η αυτοκτονία σταθμίζεται ως παράμετρος υψηλού κινδύνου) των εταιρειών που νοικιάζουν τις υπηρεσίες του.
Το «Ραντεβού στον αέρα» έχει έναν καλοδουλεμένο ανθρώπινο χαρακτήρα, αλλά αποπνέει μια αίσθηση απροσδιοριστίας γιατί είναι μια ταινία που αποφεύγει να δείξει ξεκάθαρα το πρόσωπό της. Ο Ράιτμαν διαχειρίζεται το κοινωνικό δράμα άλλοτε με τους δραματουργικούς όρους ενός ανάλαφρου μινιμαλιστικού ψυχογραφήματος κι άλλοτε με τους όρους μιας μοντέρνας στυλιζαρισμένης ηθογραφίας γύρω από το σεξ, τη δέσμευση, τον γάμο και την οικογένεια ως υπέρτατη αξία μιας κοινωνίας που αναζητά σταθερό σημείο αναφοράς την ώρα της μεγάλης κρίσης. Το υποδειγματικό σενάριο (από τον Ράιτμαν και τον Σέλντον Τέρνερ) συνοψίζει την Οδύσσεια ενός δυναμικού και αδέσμευτου άντρα που είναι σαν χαμένος στο Διάστημα.
Ο μάτσο αντιήρωας του Κλούνεϊ είναι ένας μοναχικός τύπος, καταδικασμένος να περιστρέφεται σαν δορυφόρος γύρω από την αληθινή ζωή έχοντας συνείδηση της αλλοτρίωσής του. Αν ήταν ένας ιπτάμενος ψυχοθεραπευτής ή σύμβουλος διαζυγίων δεν θα υπήρχε καμιά ένσταση για το «Ραντεβού στον αέρα».

Δείτε

Ραντεβού στον αέρα (Up in the Air, 2009)

Ενας γοητευτικός εργένης, ο Ράιαν Μπίνγκαμ που έχει χωρέσει τα υπάρχοντά του σε μια βαλίτσα, ταξιδεύει διαρκώς με αεροπλάνο εκτελώντας «συμβόλαια»: επισκέπτεται εταιρείες και ανακοινώνει απολύσεις σε εργαζόμενους. Ο Ράιαν είναι σαν δορυφόρος σε τροχιά γύρω από την αληθινή ζωή μέχρι την ημέρα που ερωτεύεται. Γυρίστηκε από τον Τζέισον Ράιτμαν. Με Τζορτζ Κλούνεϊ, Βέρα Φαρμίγκα, Αννα Κέντρικ, Τζέισον Μπέιτμαν. (Στις αίθουσες στις 4/2).

Juno (2007)

Γλυκόπικρη κομεντί με αριστοτεχνικό σενάριο και πανέξυπνους διαλόγους. Η νεαρή Ελεν Πέιτζ είναι εξαιρετική στον ρόλο μιας 16χρονης μαθήτριας, της Τζούνο, που μένει έγκυος έπειτα από ένα πληκτικό απόγευμα στο σπίτι ενός συμμαθητή της. Πρώτη σκέψη της είναι να απαλλαγεί από το ανεπιθύμητο φορτίο. Ομως, η πρώτη επίσκεψή της σε ένα σύλλογο γυναικών που βρίσκονται στην ίδια θέση, την κάνει να αλλάξει γνώμη. Στο «Juno» η γυναίκα έχει τον έλεγχο σε ένα παιχνίδι που μέχρι πρότινος κυρίαρχος ήταν ο άντρας. (Σε dvd)

Thank you for smoking (2005)

Στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του ο Τζέισον Ράιτμαν καλύπτει σε ένα σύννεφο καπνού τις πραγματικές προθέσεις του. Δημιουργεί την εντύπωση πως βάλλει κατά της αντικαπνιστικής υστερίας υπερασπιζόμενος την ελευθερία του ατόμου να καπνίζει, όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ενας κυνικός τύπος, διακεκριμένο στέλεχος της καπνοβιομηχανίας, τριγυρίζει σε τηλεοπτικά σώου και υπεραμύνεται του καπνίσματος. Με τον Ααρον Εκχαρτ. (Σε dvd).

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 31-1-2010


Ο Ντόριαν Γκρέι του Βρετανού Ολιβερ Πάρκερ είναι σαν μια λεπτή σκιά σε μια ταινία εποχής που φλερτάρει με το φανταστικό και τον τρόμο. Ενας ωραιοπαθής κινηματογραφικός ήρωας, σε μια ιστορία με φόντο το Λονδίνο της βικτωριανής εποχής.
Ο νεαρός Ντόριαν φτάνει σαν φάντασμα στην πόλη. Αποκτάει φιλία με έναν ζωγράφο, τον Μπάζιλ Χόλγουορντ, που τον μπάζει στους κύκλους της αριστοκρατίας. Εκεί γνωρίζει έναν εκκεντρικό τύπο, τον Χένρι Γουότον, που μέλλει να γίνει ο μέντοράς του. Ο Γουότον μισεί την ηθικολογία και τους ηθικολόγους, μιλάει διαρκώς για την υποκρισία της τάξης του και παρασύρει τον άβγαλτο Ντόριαν στη σκοτεινή ανατολική πλευρά του Λονδίνου. Ο Ντόριαν γεύεται το τζιν και το όπιο σε φτηνές ταβέρνες και εθίζεται στην ηδονή του σεξ σε πολυτελή μπορντέλα. Με λόγια και έργα, ο Γουότον τον κάνει φιλήδονο και τον διδάσκει την τέχνη του να σκοτώνεις αυτό που λέμε ρομαντικό έρωτα. Ολισθαίνοντας στις κρυφές απολαύσεις σαν καλός μαθητής, θα επιλέξει για τον εαυτό του έναν θάνατο που θυμίζει την περιπέτεια του Φάουστ.
Ο Ντόριαν ποζάρει στον φίλο του ζωγράφο, που απαθανατίζει ιδανικά την τελειότητα του όμορφου προσώπου του, και στη συνέχεια «πεθαίνει». Ερωτεύεται την εικόνα του και παραδίδει την ψυχή του στον διάβολο με αντάλλαγμα την αιώνια εφηβεία του κορμιού. Η ψυχή, φυλακισμένη στην ομορφιά του πορτρέτου, φορτώνεται τις αμαρτίες του ιδανικού μοντέλου: του Ντόριαν, που για την ηδονή δεν διστάζει να φτάσει ακόμη και στο φόνο. Ο ζωγράφος είναι το πρώτο θύμα του.
Οι δεκαετίες περνούν και ο Ντόριαν Γκρέι παραμένει νέος, όμως το πορτρέτο του αλλάζει μορφή. Γερνάει, ασχημαίνει και, όταν γίνεται τερατώδες, ζωντανεύει όπως στις ιστορίες τρόμου. Στο επίπεδο της κοινωνικής αλληγορίας, ο Ουάιλντ σχολιάζει την υποκρισία που διαβρώνει τη βιτρίνα του καθωσπρεπισμού.
Σε καιρούς που το λαϊφστάιλ φυλακίζει στο σώμα και στο πρόσωπο το ήθος του ατόμου, ο Πάρκερ στρέφεται στον διασημότερο ήρωα του Ουάιλντ. Η σκηνοθεσία του δεν ξεχωρίζει για την τόλμη και την πρωτοτυπία της. Η ταινία, πάντως, αισθητικά έχει κάποιες αναλογίες με τον «Δράκουλα» του Κόπολα στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Ο Κόπολα επιμένει στη σαρκική επαφή, τονίζοντας ταυτοχρόνως το απόλυτο και αιώνιο «για πάντα μαζί». Ο Πάρκερ εικονογραφεί το κείμενο του Ουάιλντ σαν μια μπαλάντα αισθήσεων και παραισθήσεων, τονίζοντας το «για πάντα νέος». Μπροστά στο φακό του, ο φιλήδονος Ντόριαν είναι σαν μια ρεπλίκα του Φάουστ που βυθίζεται στη δίνη μιας ταινίας τρόμου. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ο χαρακτήρας του Γουότον, που τον ξεναγεί σε έναν παράδεισο ηδονής καταστρέφοντάς τον ηθικά και βυθίζοντάς τον σε μια κόλαση.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28-1-2010


Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια προσπάθεια ανάσυρσης από τη λήθη της νεοπλατωνικής φιλοσόφου Υπατίας. Βιογράφοι λαϊκών αναγνωσμάτων και συγγραφείς ιστορικών και επιστημονικών συγγραμμάτων φαντάζουν σαν σε έναν αγώνα δρόμου για το ποιος θα αναδείξει την μαρτυρική Υπατία, που θανατώθηκε από ομάδες φανατισμένων χριστιανών, ως τον πιο καλτ μύθο της Ελληνιστικής Εποχής. Προσφάτως, προστέθηκε και ο Χιλιανός σκηνοθέτης Αλεχάντρο Αμενάμπαρ («Η θάλασσα μέσα μου», «Οι άλλοι») με την «Αgora» του. Το ενδιαφέρον του Χόλιγουντ για νέους μύθους και για γυναίκες–είδωλα της ποπ κουλτούρας είναι δικαιολογημένο. Παρομοίως δικαιολογημένο είναι και το ενδιαφέρον των ερευνητών να ρίξουν φως σε μια ιστορική φάση της ανθρωπότητας, που ήταν μεταβατική και πλήρης αντιθέσεων και αντιφάσεων.
Η Υπατία, που υπολογίζεται πως έζησε την περίοδο 370 – 415 μ.Χ., θεωρείται η πρώτη γυναίκα μαθηματικός και αστρονόμος. Οι ιστορικές πηγές τη θέλουν όμορφη, συνετή και με ευφράδεια λόγου που έπειθε και τους πιο δύσκολους ακροατές της. Στη Σχολή της Αλεξάνδρειας όπου δίδασκε είχε προσελκύσει έναν μεγάλο αριθμό μαθητών. Αντιγράφω από την Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα: «Η φιλοσοφία της, περισσότερο λόγια και επιστημονική ως προς τη φύση της και λιγότερο απόκρυφη, αποτέλεσε την πεμπτουσία τού Αλεξανδρινού Νεοπλατωνισμού».

Ο φονταμενταλισμός…

Ο Αμενάμπαρ πλησιάζει από ψηλά, σαν από δορυφόρο, τη φανταστική ψηφιακή Αλεξάνδρειά του. Στη συνέχεια, την πνίγει σε μιαν αλλόκοτη ονειρική ατμόσφαιρα, προάγγελο ενός κακού εφιάλτη. Η κινηματογραφική Υπατία είναι το φωτεινό πρόσωπο της Ρέιτσελ Βάις σε μια δημόσια Αγορά, όπου τον πρώτο λόγο έχουν η λογική και η ελεύθερη σκέψη. Οπως προαναφέρθηκε, η περίοδος αυτή ήταν μεταβατική και αντιφατική και έχει αρκετά κοινά σημεία με τη σημερινή. Ο χριστιανισμός, που διαδιδόταν ταχύτατα και, σύμφωνα με την ταινία, είχε κοινωνικά χαρακτηριστικά μιας απελευθερωτικής θεολογίας, έστρεψε τις λαϊκές μάζες των προσηλυτισμένων στη νέα θρησκεία ενάντια στην ελίτ των επιστημόνων και των φιλοσόφων.

…και το πείραμα

Η Αλεξάνδρεια που περιγράφει ο Αμενάμπαρ είναι ένα πεδίο μάχης άλλοτε ανάμεσα σε ακραίες ομάδες φανατικών χριστιανών και μη χριστιανών και άλλοτε ανάμεσα σε χριστιανούς και εβραίους. Μια ανοχύρωτη πόλη, που βλέπει την ξακουστή βιβλιοθήκη της να καταστρέφεται, καθώς ο κόσμος κλυδωνίζεται αναζητώντας ένα νέο κέντρο βάρους. Η θέση του Χιλιανού σκηνοθέτη είναι ξεκάθαρη όταν τοποθετεί την Υπατία ανάμεσα σε δύο σκλάβους για το δικό του κοινωνικό πείραμα. Τον σκλάβο δεν τον απελευθερώνουν η αγάπη και η ελεημοσύνη, αλλά η επιστήμη και το πείραμα. Αυτό μας λέει, κινούμενος σε ένα πλαίσιο κοινωνικό και πολιτικό που βέβαια δεν αφορά τις υπαρξιακές ή τις μεταφυσικές αγωνίες του ανθρώπου. Αυτά ως προς τις προθέσεις, γιατί το αποτέλεσμα θυμίζει μια ευπρόσωπη υπερπαραγωγή, σαν σαπουνόπερα με ξίφος σανδάλια και χλαμύδα.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28-1-2010


Ελεγεία του Κινέζου σκηνοθέτη Λου Τσουάν για μια μεγάλη σφαγή που έχει χαράξει τη νεότερη ιστορία της χώρας του. Το 1937, ο κατοχικός στρατός των Ιαπώνων εισβολέων στην Κίνα εξουδετέρωσε και τις τελευταίες εστίες αντίστασης στην τότε πρωτεύουσα της χώρας Νανγίνγκ. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην πόλη και άρχισε να συγκεντρώνει σε στρατόπεδα τους αιχμαλώτους και τον άμαχο πληθυσμό. Ακολούθησε ένα έγκλημα πολέμου με διαστάσεις γενοκτονίας. Οι Κινέζοι υποστηρίζουν πως σφαγιάστηκαν εν ψυχρώ 300.000 χιλιάδες αθώοι άνθρωποι, ενώ οι Ιάπωνες, που δεν έχουν ακόμη ζητήσει δημοσίως συγγνώμη, παραδέχονται ότι βρήκαν τον θάνατο οι μισοί.
Το καδράρισμα είναι εξαιρετικό, το ίδιο και η ασπρόμαυρη φωτογραφία. Οι εικόνες του Λου Τσουάν είναι εικαστικές συνθέσεις απαράμιλλου κάλλους. Ως προς την ουσία, όμως, η ταινία του είναι μια φλύαρη καλλιγραφία με φόντο τα ερείπια της μαρτυρικής Νανγίνγκ και με αφορμή την αναπαράσταση αυτής της μεγάλης σφαγής. Η ελεγεία σταδιακά μετατρέπεται σε ένα στυλιζαρισμένο έπος για την Κίνα και τον πατριωτισμό των Κινέζων.
Αξονας της αφήγησης είναι ένας Ιάπωνας φαντάρος που δεν τον έχει αγγίζει το μιλιταριστικό πνεύμα της αυτοκρατορίας του Ανατέλλοντος Ηλίου.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28-1-2010


Χαρμάνι μεταφυσικού θρίλερ τύπου «Εξορκιστής», επιστημονικής ουφολογίας και τρόμου τύπου Blair witch project. Σε μια πόλη της Αλάσκας ο ετήσιος αριθμός των κατοίκων που αγνοούνται αυξάνεται κατακόρυφα. Το FBI δεν μπορεί να δώσει λογική εξήγηση, ενώ μια ψυχολόγος, που βιντεοσκοπεί τις συνεδρίες των ασθενών της, μιλάει για στενές επαφές τέταρτου τύπου: εξωγήινοι μπαίνουν στα σώματα των γήινων και τους παίρνουν μακριά από το σπίτι… Παίζουν: Μίλα Γιόβοβιτς, Ηλίας Κοτέας.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28-1-2010

Tο περσινό κόμικ-νουάρ «Βαλς για τον Μπασίρ» ήταν σαν μια παραίσθηση του Ισραηλινού σκηνοθέτη Αρι Φόλμαν, που οδηγούσε στην απωθημένη εικόνα μιας ένοχης συνείδησης: στην εικόνα-ντοκουμέντο από τη σφαγή στα στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα το καλοκαίρι του 1982. Ο σημερινός «Λίβανος», του επίσης Ισραηλινού Σαμουέλ Μαόζ, έχει ως πλαίσιο τα ίδια ιστορικά γεγονότα και διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στην κοιλιά ενός τανκ. Είναι μια κλειστοφοβική περιπέτεια με υπαρξιακές προεκτάσεις, στην οποία ο άνθρωπος αποκτά συνείδηση του παράλογου του πολέμου.
Ο Μαόζ βυθίζεται στο αποπνικτικό μισοσκόταδο, για να σκηνοθετήσει ένα δράμα δωματίου στο εσωτερικό ενός ισραηλινού άρματος μάχης που διασχίζει μια βομβαρδισμένη περιοχή του Λιβάνου με προορισμό την πόλη Σεν Τροπέ. Το ψυχόδραμα (τα κοντινά πλάνα των μελών του πληρώματος του τανκ) διακόπτεται συχνά από τις εικόνες ενός ρεπορτάζ φρίκης (οι «υποκειμενικές λήψεις» μέσα από το περισκόπιο του σιδερένιου κτήνους).
Το πώς στήνει κανείς την κάμερα και το πώς πλησιάζει με τον φακό τον κόσμο είναι πρωτίστως ζήτημα ηθικής του ανθρώπου που ανασυνθέτει κινηματογραφικά την πραγματικότητα. Με οδηγό αυτή την υπέρτατη αξία, που διατυπώθηκε από τον Γκοντάρ, ο Μαόζ παίρνει ένα αισθητικό ρίσκο: ταυτίζει το βλέμμα του κινηματογραφιστή (την κάμερα που καταγράφει ντοκιμαντερίστικα τη φρίκη) με το βλέμμα του πυροβολητή (το περισκόπιο του τανκ). Η πρώτη μεγάλη ανατροπή στην ταινία συνδέεται με αυτό το ρίσκο.

Ανατροπή 1η: ατσάλι

Δίπλα στο πιλοτήριο του «Ρινοκέρου» (η κωδική ονομασία του άρματος μάχης) είναι γραμμένη ανεξίτηλα η φράση: «το τανκ είναι το σίδερο και ο άντρας το ατσάλι». Ο Μαόζ διαβρώνει μεθοδικά αυτό το σλόγκαν-απαύγασμα του μιλιταριστικού πνεύματος που διακρίνει την επίσημη πολιτική του Ισραήλ, δοκιμάζοντας την αντοχή του ατσαλιού σε συνθήκες κόλασης. Το πλήρωμα του τεθωρακισμένου μπαίνει τελικά στο Σεν Τροπέ, μια άγνωστη κατοικημένη περιοχή, ισοπεδωμένη από την ισραηλινή αεροπορία. Το τανκ, στο οποίο κρατείται κι ένας Σύρος αιχμάλωτος, παγιδεύεται ανάμεσα στα ερείπια της εχθρικής πόλης. Αίφνης, το Σεν Τροπέ παίρνει τις διαστάσεις μιας φανταστικής εφιαλτικής ζώνης όπου ο άντρας παύει να ‘ναι από ατσάλι.

Ανατροπή 2η: παράδεισος

Το alter ego του Μαόζ, ο στρατιώτης-πυροβολητής, συνειδητοποιεί ότι είναι εγκλωβισμένος σε ένα σιδερένιο φέρετρο που οδεύει προς τον Αδη. Είναι αθώος και μετέχει σε κάτι που αγνοεί. Σ’ αυτό το σημείο, ο εγκλωβισμένος στο τανκ πυροβολητής, καθώς κοιτάζει με απόγνωση μέσα από το περισκόπιο, ταυτίζεται σε ένα φανταστικό επίπεδο με έναν παράλογα εγκλωβισμένο μέσα σε μια κάμερα κινηματογραφιστή.
Το τανκ-κάμερα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο σκοτάδι και ο πυροβολητής-καμεραμάν γίνεται η συνείδηση του θεάματος. Σταδιακά, η πολεμική περιπέτεια μετατρέπεται σε μινιμαλιστικό αντιπολεμικό ρέκβιεμ. Η αμφιβολία των μελών του πληρώματος για το τι είναι αυτός ο πόλεμος, η συνείδηση του παραλόγου και ο φόβος τους γίνονται ορατά στις βρώμικες εκκρίσεις που γεμίζουν τα σωθικά του Ρινόκερου και ακούγονται με τους οξείς ήχους που κάνει όταν σαλεύει. Ο «Λίβανος» είναι ένα ταξίδι στην καρδιά της νύχτας, μια καταβύθιση από τον αφρό ενός πολεμικού δράματος στο βάραθρο της πιο παράλογης πλευράς του ανθρώπινου πολιτισμού. Τι άλλο είναι ο πόλεμος; Τι άλλο είναι ο φόβος;
Ο Μαόζ σκηνοθετεί με άριστη αίσθηση οικονομίας και εσωτερικού ρυθμού ένα φιλμ που θα μπορούσε να τοποθετηθεί δίπλα σε αντιπολεμικά αριστουργήματα όπως τα «Παιδικά χρόνια του Ιβάν» του Ταρκόφσκι ή το βιβλικό «Ελα να δεις» του Ελεμ Κλίμοφ. Ο «Λίβανος» αρχίζει με την στατική εικόνα ενός ηλιοτροπίου, που παραπέμπει στην εικόνα ενός χαμένου παραδείσου και με την γκρίνια του πυροβολητή του τανκ, που έχει θυμώσει επειδή θα μείνει ολονυχτίς σκοπιά. Τελειώνει με το τανκ σταματημένο στο κέντρο του ίδιου ηλιοτροπίου. Τα όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο θα μπορούσαμε να τα εκλάβουμε ως τις σκηνές ενός κακού ονείρου του στρατιώτη που τον πήρε ο ύπνος στην σκοπιά.

Δεσμώτες του ιλίγγου

Λίβανος (Lebanon, 2009)


Ενα ισραηλινό τανκ, κατά τον Σαμουέλ Μαόζ παγιδεύεται σε μια βομβαρδισμένη πόλη του Λιβάνου. Στο εσωτερικό μεταφέρει το πλήρωμά του και έναν Σύρο αιχμάλωτο πολέμου, ο οποίος τρέμει όταν συνειδητοποιεί ότι οι Ισραηλινοί θα τον παραδώσουν στα χέρια των φανατικών φαλαγγιτών του Λιβάνου.
Ο «Λίβανος» βραβεύθηκε με τον Χρυσό Λέοντα στη βενετσιάνικη Μόστρα τον περασμένο Σεπτέμβριο. Πρόκειται για μία από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων χρόνων. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

Bαλς με τον Μπασίρ (Vals im Bashir, 2008)

Ενας κινηματογραφιστής καταρρέει ψυχολογικά εξαιτίας ενός βασανιστικού εφιάλτη που χαλάει κάθε βράδυ τον ύπνο του. Μη μπορώντας ο ίδιος να δώσει λογική εξήγηση, ζητάει τη βοήθεια εννέα παλιών φίλων και συμπολεμιστών του, για να ανασυνθέσει μέσα από τις αφηγήσεις τους μια χαμένη εικόνα της μνήμης του, που ευθύνεται για το ακατανόητο όνειρο που έχει στοιχειώσει τη ζωή του. Το «Βαλς με τον Μπασίρ» είναι ένα αριστουργηματικό κόμικ για ενήλικες βασισμένο σε προσωπικές εμπειρίες του σκηνοθέτη Αρι Φόλμαν, που υπηρετούσε ως απλός στρατιώτης στον ισραηλινό στρατό την εποχή της σφαγής των Παλαιστινίων από τους φαλαγγίτες στα προσφυγικά στρατόπεδα Σάπρα και Σατίλα. (Σε dvd)

Kippur (2000)

Mια συρραφή από μνήμες του Iσραηλινού σκηνοθέτη Aμος Γκιτάι, που πολέμησε στον αιματηρό αραβοϊσραηλινό πόλεμο το φθινόπωρο του 1973. Μια αερομεταφερόμενη ομάδα του ισραηλινού υγειονομικού ακολουθεί με κομμένη την ανάσα την πρώτη γραμμή του πυρός στα μέτωπα Σινά και Γκολάν, μετρώντας τις απώλειες του πολέμου σε νεκρά και διαμελισμένα ανθρώπινα κορμιά. Το «M. A. S. H.» παραλλαγμένο σαν εφιάλτης.

Παράδεισος τώρα (Paradise now, 2005)

Δύο Παλαιστίνιοι, ιδανικοί αυτόχειρες, σκηνοθετούνται σε μια ασυνήθιστη διαδρομή προς τον παράδεισο. Ζώνονται εκρηκτικά, ντύνονται στα μαύρα και ξεκινούν για ένα χτύπημα, θανάσιμο και εκκωφαντικό, στην καρδιά του Τελ Αβίβ. Ο Καλέντ και ο Σαΐντ ζώστηκαν εκρηκτικά, ντύθηκαν στα μαύρα και ξεκίνησαν για ένα χτύπημα, θανάσιμο και εκκωφαντικό, στην καρδιά του Τελ Αβίβ. Το παράλογο ως μια γελοιογραφία διόλου αστεία. Ενα εξαιρετικό φιλμ του Παλαιστίνιου Χανί Αμπού Ασαντ. (Σε dvd)

Θεϊκή παρέμβαση (Yadon Ilaheyya, 2002)

Η Ναζαρέτ και η Ιερουσαλήμ μοιάζουν γαλήνιες, όμως, στην πραγματικότητα είναι σαν ωρολογιακές βόμβες έτοιμες να εκραγούν. Μια δραματική κομεντί από τον Παλαιστίνιο Ελία Σουλεϊμάν. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 24-1-2010

Με τις δυο προηγούμενες ταινίες του, το «Σπιρτόκουτο» και την «Ψυχή στο στόμα», ο Γιάννης Οικονομίδης μας συνήθισε σε έναν σκληρό ρεαλισμό και σε διαλόγους αυστηρώς ακατάλληλους για ανηλίκους. Στο «Μαχαιροβγάλτη» επιστρέφει πιο συγκρατημένος σε ό,τι αφορά τη βωμολοχία και τη λεκτική βία. Οι ήρωές του και αυτή το φορά είναι «άνθρωποι με μικρές ζωές, που ζουν μια τραγική γελοιότητα».
Ο «Μαχαιροβγάλτης» είναι μια σύγχρονη ιστορία αστυφιλίας με φόντο μια Ελλάδα γκρίζα και μελαγχολική. Παράλληλα είναι μια ιλλαροτραγωδία για τον εγκλεισμό ενός ανέμελου και γελοίου ανθρωπάκου –ρεμάλι τον χαρακτηρίζει ο Οικονομίδης- στη μικροαστική ελληνική οικογένεια. Ο Νίκος, ένας άνεργος που ξημεροβραδιάζεται στις καφετέριες και στα προποτζίδικα της Πτολεμαϊδας, κατεβαίνει στην πρωτεύουσα μετά το θάνατο του πατέρα του. Ο θείος του, ένας τρελλαμένος ιδιοκτήτης κάβας, που είναι παντρεμμένος αλλά έχει δεν παιδιά, του προσφέρει τροφή και στέγη με αντάλλαγμα να προσέχει νυχτημερόν τα δυο σκυλιά του από τους μοχθηρούς γείτονές του. Ο Νίκος εγκαθίσταται σε ένα ημιυπόγειο κάπου στα Ανω Λιόσια και περνάει βαρυεστημένα την ώρα του χαζεύοντας τα δυο ντόπερμαν. Είναι σαν δεσμοφύλακας μπροστά σε ένα μεγάλο σιδερένιο κλουβί. Μια μέρα απλώνει το χέρι του στην καταπιεσμένη και καταθλιπτική ξανθιά σύζυγο του αφεντικού του…
Ο «Μαχαιροβγάλτης» είναι μια κοφτή ελληνική ιστορία για έναν φόνο, με μακρινούς συγγενείς την «Απιστη γυναίκα» του Κλοντ Σαμπρόλ και το κλασσικό «Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές». Η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη. Το στυλιζάρισμα και οι σιωπές θυμίζουν Τζάρμους. Η διεύθυνση των ηθοποιών είναι άριστη. Με τον Στάθη Σταμουλακάτο, τη Μαρία Καλλιμάνη και τον Βαγγέλη Μουρίκη.

Δημοσιεύτηκε στο “Κ” της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ 10-1-2010

Blog Stats

  • 5,602 hits

Αρχείο

 

Φεβρουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728

Ετικέτες