
Στις ταινίες του Ακι Καουρισμάκι όλοι, από τους βασικούς ήρωες μέχρι τους κομπάρσους, είναι σαν ξεπεσμένοι άρχοντες στο περιθώριο της ζωής. Ξεβράσματα μιας χίμαιρας μετά τη διάψευση του ονείρου τους και ταυτοχρόνως ονειροπόλοι που πασχίζουν να ξεκινήσουν τη ζωή τους απ’ την αρχή. Στις εικόνες του ιδιόρρυθμου Φινλανδού υπάρχει μια αίσθηση φθοράς, πιο σχετική με τη φθορά που προκαλεί ο χρόνος παρά με την παρακμή που συναντούμε στις κοινωνικές δυστοπίες.
Υπάρχει και μια λεπτή αίσθηση μελαγχολίας, σαν αποτύπωμα της επιθυμίας για φυγή από τον παγωμένο ευρωπαϊκό Βορρά στον ζεστό Νότο. Οι περισσότερες ταινίες του Καουρισμάκι είναι έγχρωμες σαν ακουαρέλες με μουντά κι απαλά χρώματα από έναν ζωγράφο που ονειρεύεται το άπλετο φως του ήλιου. Το πρόσφατο «Λιμάνι της Χάβρης» είναι ο αλτρουισμός και η τρυφερότητα σε μια απέριττη μινιμαλιστική φόρμα.0
Ο ζωγράφος και ο λούστρος
Στη Χάβρη της Νορμανδίας, που έχει συνδεθεί και με τη γέννηση του ιμπρεσιονισμού (εκεί μεγάλωσε ο ζωγράφος Κλοντ Μονέ), ζει ένας πρώην συγγραφέας, για το παρελθόν του οποίου δεν μαθαίνουμε τίποτα. Ο Μαρσέλ Μαρξ, που δεν έχει ουδεμία ιδεολογική συγγένεια με τον γνωστό φιλόσοφο, ούτε σχέση με τους Μαρξ της χολιγουντιανής κωμωδίας, είναι σαν να ’χει παραλάβει τη σκυτάλη από τον Ανώνυμο, ήρωα της προηγούμενης ταινίας του Καουρισμάκι «Ανθρωπος χωρίς παρελθόν».
Ο Μαρσέλ έχει ξαναρχίσει τη ζωή του από το μηδέν στη Χάβρη, όπως οι οικονομικοί μετανάστες. Κατοικεί σε ένα φτωχόσπιτο με την Αρλετί, την αγαπημένη του γυναίκα που τον προσέχει σαν τα μάτια της, και τη Λάικα, το πιστό του σκυλί. Ζει με τις πενταροδεκάρες που βγάζει στους δρόμους της πόλης ως λούστρος μεταφέροντας ένα κασελάκι όπως οι υπαίθριοι ζωγράφοι το καβαλέτο τους. Ο πάμπτωχος Μαρσέλ Μαρξ βάφει υποδήματα, βλέπει όμως τη ζωή από την οπτική γωνία ενός αυθεντικού καλλιτέχνη. Ο αληθινός πλούτος της ζωής γι’ αυτόν είναι τα αισθήματα και οι αξίες που εξυψώνουν τον άνθρωπο από τη ζωώδη κατάστασή του.
Στους δρόμους πίσω από το λιμάνι της Χάβρης, όπου θα περίμενε κανείς να δει συσσωρευμένο τον βούρκο της κοινωνίας (όλες οι ταινίες του Καουρισμάκι φλερτάρουν με στυλ με το μελόδραμα), οι «απόβλητοι» και οι «περιττοί» συνθέτουν ένα περιθώριο που αναδύει ανθρωπιά, ζεστασιά και ευαισθησία. Η ατμόσφαιρα θυμίζει Μονμάρτρη των μποέμ και των καλλιτεχνών, ενώ η φωτογραφία αντλεί την εκφραστικότητά της από τις απαλές χρωματικές αντιθέσεις και εναλλαγές χρώματος.
Ζήτημα ηθικής
Στο επίκεντρο της απλής και λιτής αφήγησης είναι η λαθρομετανάστευση. Ενας μικρός Αφρικανός, που βρέθηκε κατά λάθος στη Χάβρη (τελικός προορισμός του είναι το Λονδίνο όπου ζει η μητέρα του) το σκάει χάρη στα στραβά μάτια που κάνει ένας επιθεωρητής της αστυνομίας και κρύβεται στις προβλήτες του λιμανιού. Εκεί τον ανακαλύπτει ο Μαρσέλ, τον κρύβει στο σπίτι του και στη συνέχεια σχεδιάζει τη φυγάδευσή του στη Βρετανία με την ενεργή υποστήριξη όλης της γειτονιάς.
Παραπλεύρως της μετανάστευσης ο Καουρισμάκι θέτει ένα ζήτημα ηθικής, αναδεικνύοντας στο έπακρο την αξία της αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Πίσω από το αναχρονιστικό του στυλ (τραγούδια της Εντιθ Πιαφ, αγέρωχες φιγούρες ηλικιωμένων ανθρώπων, παλιά αυτοκίνητα) υπάρχει μια αθέατη λεπτή γραμμή που τον συνδέει με την ουσία (όχι με τη φόρμα) του νεορεαλισμού του Ροσελίνι. Ο Καουρισμάκι νοιάζεται για την αλήθεια της ζωής κι όχι για την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Ο «νεορεαλισμός» του, διαποτισμένος και από μια χριστιανική μεταφυσική, ελπίζει στη λύτρωση και περιμένει το θαύμα. Το κοινό σημείο του με τον Ροσελίνι είναι η πεποίθηση πως η αγάπη προς τον πλησίον μπορεί να σώσει τον κόσμο.
Κατά τ’ άλλα, η επιφάνεια του «Λιμανιού της Χάβρης» θυμίζει «φευγάτη» κωμωδία, σαν και την προηγούμενη γαλλική ταινία του Καουρισμάκι, την «Μποέμικη ζωή». Κάποιες στιγμές φτάνει στ’ αυτιά μας κι ένας απόηχος φιλμ νουάρ με ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα από Μελβίλ.
Δείτε
Το λιμάνι της Χάβρης
(Le Havre, 2011)
Στην τελευταία γλυκόπικρη ταινία του, ο Ακι Καουρισμάκι μετέτρεψε το λιμάνι της Χάβρης σε σκηνικό ενός παραμυθιού, στο οποίο μπορεί να συμβούν ακόμη και θαύματα. Ενας πρώην συγγραφέας που ζει κάνοντας τον λούστρο παίρνει υπό την προστασία του ένα παιδί από την Αφρική που βρέθηκε στο λιμάνι σε ένα κοντέινερ γεμάτο λαθρομετανάστες. Ο πατέρας του παιδιού έχει πεθάνει και η μητέρα του βρίσκεται λαθραία στο Λονδίνο. Ο παππούς του, που ήταν και αυτός στο κοντέινερ, συλλαμβάνεται και οδηγείται σε ένα στρατόπεδο μεταναστών. Παράλληλα, ο λούστρος έχει να φροντίσει και τη βαριά άρρωστη γυναίκα του που βρίσκεται στο νοσοκομείο. Η ιστορία κάθε άλλο παρά καταθλιπτική είναι. Οι περιθωριακοί του Καουρισμάκι κυκλοφορούν με άνεση ευγενών κλοσάρ, υποκλίνονται στη φιλία και υμνούν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που δεν έπαψε να ελπίζει. Παίζουν: Αντρέ Βιλμς, Κάτι Ούτινεν, Μπλοντίν Μιγκέλ, Ζαν Πιερ Νταρουσέν, Ελίνα Σάλο. Ενα μικρό πέρασμα κάνουν ο Πιερ Ετέξ και ο Ζαν Πιερ Λεό.
Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 31-12-2011