Υπεροχος Γκάτσμπι

Ποιος πυροβόλησε τον Τζέι Γκάτσμπι;

Ομολογουμένως, υπέροχος σαν πυροτέχνημα σε κατάμαυρο ουρανό είναι ο κινηματογραφικός Γκάτσμπι του σούπερ σταρ Λεονάρντο Ντι Κάπριο και του σκηνοθέτη Μπαζ Λούρμαν. Ο,τι πιάνει στα χέρια του ο Λούρμαν γίνεται χρυσόσκονη με μιας, το διαπιστώσαμε και σε δύο προηγούμενες ταινίες του, στο φανταχτερό μιούζικαλ «Moulin Rouge» και στην επική «Αυστραλία». Στην πλοκή του ο πολυδιαφημισμένος «Υπέροχος Γκάτσμπι» φαίνεται πιστός στη λογοτεχνική του πηγή, στον «Μεγάλο Γκάτσμπι», ένα ορόσημο για την αμερικανική λογοτεχνία. Τα φαινόμενα όμως απατούν: το πνεύμα του Σκοτ Φιτζέραλντ κρύφτηκε πίσω από μια κινηματογραφική φούσκα, εκκωφαντική τη στιγμή του μπαμ. Αφόρητη πλήξη επί 140 λεπτά της ώρας, παρά τους ξέφρενους ρυθμούς, τα εντυπωσιακά σκηνικά, τα κοστούμια και τη μουσική που κάποιες στιγμές ακούγεται με ενδιαφέρον.
Ο Λούρμαν, που κάποιες στιγμές φαντάζει και υπερφίαλος θέλοντας να φέρει τον ηρωά του στο μπόι ενός Πολίτη Κέιν, αντιμετώπισε τον Φιτζέραλντ σαν έναν κοσμικογράφο μιας «χαμένης γενιάς», της γενιάς του ’20 λίγα χρόνια πριν από το κραχ. Ο «Υπέροχος Γκάτσμπι» του είναι ένα ατέλειωτο πάρτι, μια φανταχτερή επιφάνεια που εικονογραφείται σαν βιντεοκλίπ. Υποταγμένος στη λογική του υπερθεάματος, που προσφέρεται και σε 3D για να γίνει πιο virtual και πιο χορταστικό. Αυτός είναι κι ο λόγος που το σκηνικό δείχνει ψεύτικο σαν σε κόμικ. Το κοινωνικό δράμα δεν έχει καμιά θέση στον «Υπέροχο Γκάτσμπι».
Δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης ανάμεσα στον σημερινό Γκάτσμπι του Ντι Κάπριο (που δεν βρίσκει στήριγμα παρά μονάχα στις αναμνήσεις του από το «Τhe Aviator» του Σκορσέζε) και στον Γκάτσμπι του Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Στον «Μεγάλο Γκάτσμπι» του Τζακ Κλέιτον το 1974, ο Ρέντφορντ, το πιο φωτεινό πρόσωπο του Χόλιγουντ, ενσάρκωσε έναν ήρωα που ζει το γκρέμισμα του αμερικανικού ονείρου. Ο «Μεγάλος Γκάτσμπι» του Κλέιτον ακολουθεί μια τροχιά από την απατηλή λάμψη και τον ακαδημαϊσμό της ταινίας εποχής προς το γκρίζο του ρεαλιστικού κοινωνικού δράματος.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16-5-2013

The Grocer 0

Ο «Μανάβης» του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου, ένα ντοκιμαντέρ στα χωριά της νοτιοδυτικής Πίνδου που αργοπεθαίνουν δημογραφικά, είναι ένας μικρός θρίαμβος του σινεμά της πραγματικότητας. Λιτή ταινία, με εξαιρετική αίσθηση πυκνότητας και… γεωμετρίας. Απομονώνει έναν κύκλο (που περιέχεται σε έναν μεγαλύτερο, ομόκεντρο, ο οποίος καλύπτει τα τελευταία 30 χρόνια της επαγγελματικής ζωής ενός πλανόδιου μανάβη) για να καταγράψει τη ζωή στα εν λόγω χωριά κατά τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Κάθε Τετάρτη, το αυτοκινούμενο μανάβικο κάνει το ίδιο δρομολόγιο. Ανοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας… Ο κύκλος γυρίζει, ο κινηματογραφικός φακός αλλάζει σκοπιά, ίσως και διάθεση.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16-5-2013

Ag

Το άγχος για έναν καλλιτέχνη μάλλον είναι σαν τον ίλιγγο, τον πιο ύπουλο εχθρό του ακροβάτη. «Εχεις άγχος;». Με αυτήν την ερώτηση αρχίζει η οντισιόν του νεαρού λυρικού τραγουδιστή-ήρωα της πιο φιλόδοξης ελληνικής ταινίας της πρόσφατης σοδειάς, του «Αγοριού που τρώει το φαγητό του πουλιού». Ο τραγουδιστής θα πέσει λιπόθυμος πριν ολοκληρώσει την προσπάθειά του, χάνοντας τη μοναδική σοβαρή ευκαιρία που του παρουσιάστηκε για δουλειά. Λιπόθυμος από πείνα. Οι σκηνές που θα ακολουθήσουν μέχρι τους τίτλους του τέλους θα περιγράψουν με ρεαλιστικούς όρους ένα παράλογο: μια «σουρεαλιστική» τροχιά απομόνωσης και εγκλεισμού, που θα μπορούσε να ιδωθεί και σαν ψυχολογικό θρίλερ, εμπνευσμένο από την κλασική «Πείνα» του Κνουτ Χάμσουν.
Οι έννοιες της ελευθερίας (ταυτισμένης πάντα με την ανάγκη για δημιουργία και επικοινωνία) και του εγκλεισμού (ταυτόσημος με τη στέρηση) είναι κομβικές στη λιτή ιστορία που αφηγείται ο πρωτοεμφανιζόμενος Εκτορας Λυγίζος. Γραμμικά ιδωμένη, αποτυπώνει τον ίλιγγο στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, σε μια καθημερινότητα όπου το έδαφος υποχωρεί διαρκώς κάτω από τα πόδια των νέων ανθρώπων και το μέλλον χάνεται από το βλέμμα τους.
Ο νεαρός τραγουδιστής υφίσταται με αξιοπρέπεια ένα παρατεταμένο σωματικό μαρτύριο λόγω ανέχειας και πείνας, αποφασισμένος να μην «πουλήσει» την ψυχή του για καμιά άλλη δουλειά και να θυσιαστεί για την τέχνη του.
Ελλειπτικά ιδωμένη η παράξενη ιστορία του λυρικού τραγουδιστή, είναι σαν μια ρομαντική εξιδανίκευση της Τέχνης μέσα από μια πεντακάθαρη κινηματογραφική φόρμα. Ενα αγόρι, με φωτεινό πρόσωπο και λιπόσαρκο κορμί-λάστιχο, φαντάζει σαν να αιωρείται στον χώρο. Ολα γύρω του γίνονται ολοένα και περισσότερο φλου. Η σχέση του σώματος και της ψυχής με τον χώρο (διαμέρισμα, πόλη, ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο με γκρεμισμένα γύψινα αγάλματα εθνικών μας ηρώων) είναι σε δυναμική ισορροπία μέχρι το τελευταίο καρέ της ταινίας. Πρωταγωνιστεί ο Γιάννης Παπαδόπουλος.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 9-5-2013

186-TRANCE-PS (2).tif

Από τα «Μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων», με τα οποία ήρθε στο προσκήνιο ο Ντάνι Μπόιλ το 1994, μέχρι το σημερινό «Trance» έχουν μεσολαβήσει σπουδαίες ταινίες («Trainspotting»), ηχηρές αποτυχίες («Η παραλία») κι ένας θρίαμβος στα Οσκαρ («Slumdog Millionaire») πριν από μερικά χρόνια. Εάν κάτι πρέπει ν’ αναγνωρίσει κανείς στον Σκωτσέζο κινηματογραφιστή είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν έπαψε να πειραματίζεται και ν’ αλλάζει ύφος, πάντα με μια εμμονή: οι (αντι)ήρωές του αναζητούν την αληθινή τους ταυτότητα σε ένα παράλληλο σύμπαν με αυτό στο οποίο ζουν. Αυτή η εμμονή χαρακτηρίζει και το φετινό «Trance», ένα χαοτικό και με επαναλαμβανόμενα μοτίβα νεονουάρ, στο οποίο τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας είναι τεχνηέντως δυσδιάκριτα.
Ο Σάιμον (Τζέιμς ΜακΑβόι), ένας υπάλληλος σε οίκο δημοπρασιών του Λονδίνου, βοηθάει μια συμμορία φίλων του να κλέψουν έναν πολύτιμο πίνακα. Κρύβει ο ίδιος τον κλεμμένο πίνακα σε ασφαλές μέρος, ένα χτύπημα στο κεφάλι όμως του προκαλεί αμνησία… Ατμόσφαιρα, στυλ και εξαιρετικό σάουντρακ. Τίποτα περισσότερο. Κάδρο χωρίς ταινία… Παίζουν, επίσης, Βενσάν Κασέλ, Ροζάριο Ντόσον.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 9-5-2013

Iron Man 3
Στο τελευταίο «Iron Man», ο Τόνι Σταρκ, ένας Κύρος Γρανάζης της πολεμικής βιομηχανίας, μακριά από τον hi-tech πύργο του και χωρίς τη σιδερένια του πανοπλία μοιάζει σαν έκπτωτος ιππότης. Ο σατανικός Μανδαρίνος, ένας αρχιτρομοκράτης με εμφάνιση και ρητορική α λα Μπιν Λάντεν, σε μια αεροπορική επιδρομή έκανε γης Μαδιάμ το σπίτι-εργαστήριο του Τόνι στην ηλιόλουστη Καλιφόρνια. Ο Τόνι έχει και άλλα προβλήματα· βασανίζεται από ζήλια. Ενας παλιός του γνώριμος, ο Ολντριτς Κίλιαν, πάλαι ποτέ οραματιστής επιστήμων που κατέληξε μανιακός και παράφρων, φαίνεται πως έχει βάλει στο μάτι την αγαπημένη του Τόνι, την Πέπερ…
Δεν θα είχε νόημα να προχωρήσουμε σε λεπτομέρειες από την πλοκή μιας ακόμη «χάρτινης» περιπέτειας βασισμένης στον υπερήρωα της Marvel. Θα είχε ενδιαφέρον όμως να σταθούμε για λίγο στον αφρό μιας διασκεδαστικής ταινίας, που διακωμωδεί την τρομοϋστερία με την οποία «πολιτικοποιήθηκε» η χολιγουντιανή περιπέτεια καταιγιστικής δράσης μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους.
Το «Iron Man 3» έχει την αφέλεια του κόμικς, διαθέτει όμως και έξυπνο χιούμορ. Το σενάριό του από τον Σέιν Μπλακ και τον Ντριου Πιρς είναι υποδειγματικό. Ο σεναριογράφος Σέιν Μπλακ, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία της ταινίας, είναι ο πρώτος άνθρωπος στο Χόλιγουντ που δεν πήρε στα σοβαρά τον Σβαρτσενέγκερ και τον απομυθοποίησε στον «Τελευταίο μεγάλο ήρωα», το 1992. Είναι αυτός επίσης που ανανέωσε την αστυνομική περιπέτεια, με το «Φονικό όπλο 1 & 2» στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Βασικό στοιχείο της συνταγής του ήταν πάντα το χιούμορ.
Το «Ιron Man 3» διαθέτει κι έναν απολαυστικό πρωταγωνιστή, τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ. Ο ήρωάς του, ο Τόνι, κάποιες στιγμές δίνει την εντύπωση πως θέλει να γρονθοκοπήσει μέχρι τελικής διάλυσης το σιδερένιο alter ego του: την πανοπλία του Iron Man.

Βόμβες – πυροτεχνήματα

Χωρίς τη σύγκρουση του καλού με το κακό θα εξέλιπε ο βασικός λόγος για τέτοιου είδους ταινίες. Το «Ιron Man 3» σέβεται αυτήν τη σύμβαση. Είναι μια ταινία – gadget, ανάλαφρη όμως, και χωρίς τα στερεότυπα της τρομολαγνείας που δίνουν και παίρνουν κατά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Ο Μανδαρίνος, ο κακός της ιστορίας, που τον ενσαρκώνει πολύ αστεία ο Μπεν Κίνγκσλεϊ, είναι ένας θεατρίνος σε διατεταγμένη υπηρεσία: υποδύεται το σκιάχτρο που θέτει τις μάζες έτοιμες για χειραγώγηση. Υστερα από θεαματικά τρομοκρατικά χτυπήματα, εμφανίζεται με θράσος στα μίντια προκαλώντας τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών και τον απειλεί ότι θα τον σκοτώσει με παραδειγματικό τρόπο. Μόλις τελειώνει η «παράσταση», ο Μανδαρίνος απολαμβάνει την μπίρα του βλέποντας ποδόσφαιρο στην TV.
Ο Τόνι, που τον ακούμε και σε αφήγηση εκτός κάδρου, είναι σαφής: «Εμείς δημιουργούμε τους δαίμονες που μας κυνηγούν. Δίνοντας όνομα στο κακό (Καντάφι, Μπιν Λάντεν, Μανδαρίνος), δίνεις έναν στόχο στους ανθρώπους». Είναι προφανές, ο Τόνι περνάει την ίδια κρίση ταυτότητας που πέρασαν και άλλοι υπερήρωες του Χόλιγουντ της μετα-μπουσικής εποχής. Οι βόμβες σε διάφορα σημεία της πόλης είναι τυχαίες εκρήξεις. Οι βιολογικά «βελτιωμένοι» άνθρωποι, τους οποίους κατασκευάζει στο εργαστήριό του ο παλαβός Ολντριτς σαν σύγχρονος Φρανκενστάιν, υπερθερμαίνονται λόγω τεχνολογικών ατελειών και σκάνε σαν πυροτεχνήματα.

Στο βάθος Σπίλμπεργκ

Το κόμικς, η επιστημονική φαντασία και το σινεμά του φανταστικού ξανασμίγουν σε ένα χαρμάνι. Παράλληλα, η αθωότητα του παιδιού λειτουργεί σαν πλυντήριο για την υβριδική περιπέτεια καταιγιστικής δράσης. Ενα μικρό αγόρι από δυσλειτουργική οικογένεια θα διαδραματίσει ρόλο καταλύτη στην ταινία. Στο σπίτι του θα βρει καταφύγιο ο Τόνι, που δεν έχει την πανοπλία του Iron Man, η οποία τον κάνει άτρωτο. Οσονούπω θα μετατρέψει το δωμάτιο του παιδιού σε εργαστήριο. Οπως στις ταινίες του Στίβεν Σπίλμπεργκ, έτσι και εδώ η περιπέτεια θα ξαναβρεί την αθωότητά της. Η επανεκκίνηση του μύθου του Iron Μan θα γίνει σε ένα παιδικό δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια, πολλά από τα οποία έχουν πάψει να λειτουργούν.
Ο Σέιν Μπλακ αποφεύγει να αποδομήσει πλήρως τον υπερήρωά του. Ο Τόνι Σταρκ βγαίνει από τις γκρίζες ζώνες της «πολιτικής» για να προσγειωθεί στον φυσικό του χώρο: σε έναν κόσμο επινοημένο από την παιδική φαντασία.

Δείτε

«Iron Man 3» (2013)
Η καλύτερη ταινία της σειράς «Ιron Man» γυρίστηκε από τον Σέιν Μπλακ. Ο Τόνι Σταρκ, ο ιδιοφυής Κροίσος που έχει εφεύρει την πανοπλία του Iron Man, έρχεται αντιμέτωπος με τον Μανδαρίνο, έναν αρχιτρομοκράτη που απειλεί τις ΗΠΑ. Παίζουν: Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Γκάι Πιρς, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Ντον Τσιλντ, Ρεμπέκα Χολ. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

«Iron Μan» (2008)
Η πρώτη ταινία της σειράς, από τον Τζον Φαβρό. Ο Τόνι Σταρκ, ένας πρωτοπόρος βιομήχανος όπλων, πέφτει στην ενέδρα ενός Αφγανού πολεμοκάπηλου. Σώζεται ως εκ θαύματος και μεταμοσχεύει στη θέση της καρδιάς του έναν αυτοσχέδιο «βηματοδότη», που έχει ισχύ πυρηνικού αντιδραστήρα. Στη συνέχεια κατασκευάζει μια μεταλλική πανοπλία και μεταμορφώνεται σε ιπτάμενο hi-tech ιππότη, ο οποίος πετάει με ταχύτητα υπερηχητικού αεροπλάνου. Γίνεται Iron Man, υπερήρωας, συγγενής του Σούπερμαν, κάνοντας σκοπό της ζωής του ν’ απαλλάξει την ανθρωπότητα από τους αδίστακτους εμπόρους του πολέμου. Παίζουν: Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Τζεφ Μπρίτζες, Γκουίνεθ Πάλτροου, Τέρενς Χάουαρντ. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 4-5 Μαϊου 2013

Μια αξιοπρεπής οικογένεια

Η καλύτερη ταινία της Μεγάλης Εβδομάδας, το «Μια αξιοπρεπής οικογένεια», έρχεται από το Ιράν επιβεβαιώνοντας την ακμή μιας ώριμης κινηματογραφίας με κυρίαρχο χαρακτηριστικό της την εξωστρέφεια: πραγματεύεται με συναρπαστικό κινηματογραφικά τρόπο ένα θέμα καθαρά ιρανικό, κάνοντάς το οικείο στο διεθνές κοινό. Ο Μασούντ Μπαχσί, καταξιωμένος ήδη διεθνώς ως σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ, υπογράφει την πρώτη του μυθοπλασία ισορροπώντας σαν εξαιρετικός ακροβάτης ανάμεσα στο οικογενειακό δράμα και το πολιτικό θρίλερ.
Ο Αράς, ένας πανεπιστημιακός καθηγητής που ζει στη Δύση κατά τα τελευταία 22 χρόνια, προσκαλείται από το πανεπιστήμιο της Σιράζ για έναν κύκλο σεμιναρίων που διαρκεί μερικούς μήνες. Στη Σιράζ ζει η μητέρα του, η οποία έχει χωρίσει από τον πατέρα του από την εποχή που αυτός ήταν έφηβος.
Μία εβδομάδα πριν από την αναχώρησή του για τη Δύση, ο Αράς έρχεται αντιμέτωπος με μια δυσάρεστη έκπληξη. Οι αρχές δεν του επιτρέπουν την έξοδο από τη χώρα – τον θεωρούν ανυπότακτο και υπόχρεο στρατιωτικής θητείας. Παράλληλα, οι πρυτανικές αρχές διακόπτουν τα σεμινάριά του προσβάλλοντας βάναυσα την ελευθερία του λόγου. Η εμφάνιση ενός δικηγόρου του ετοιμοθάνατου πατέρα του Αράς, ο οποίος αφήνει στον γιο του και στην πρώην σύζυγό του ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, περιπλέκει κι άλλο τα πράγματα. Η μητέρα του Αράς αρνείται τα χρήματα λέγοντας ότι είναι βρώμικα. Λίγο μετά, ο Αράς θα βρεθεί στο επίκεντρο μιας συνωμοσίας. Τα νήματά της κινεί ο ετεροθαλής αδελφός του, εκπρόσωπος μιας διεφθαρμένης μεσαίας τάξης που διαπλέκεται ποικιλοτρόπως με την επίσημη εξουσία.
Η ιστορία αρχίζει με την απαγωγή του Αράς. Συνεχίζεται σε φλας μπακ με ό,τι συνέβη κατά την τελευταία εβδομάδα της παραμονής του στο Ιράν. Η αμφισημία παίρνει τη θέση του μυστηρίου τροφοδοτώντας το σασπένς, δημιουργώντας ταυτόχρονα ρήγματα στην εικόνα μιας καθημερινότητας όπου η βία (για ψύλλου πήδημα στους δρόμους) και η αίσθηση ενός αόρατου κλοιού δίνουν διαρκώς το «παρών».

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2-5-2013

μακρονησος

«Α, Β, Γ / Τρία μεγάλα γράμματα γραμμένα μ’ ασβέστη στη ραχοκοκαλιά της Μακρόνησος. / Οταν ερχόμαστε με το καράβι / στριμωγμένοι ανάμεσα στους μπόγους και στις υποψίες μας, / τα διαβάσαμε πάνου απ’ το κατάστρωμα κάτου απ’ τις βρισιές του χωροφύλακα, / κι η αρμύρα, η μυρουδιά της ρίγανης και το θυμάρι / δεν καταλάβαιναν καθόλου τι θα πουν αυτά τα τρία ασβεστωμένα γράμματα. / Α΄ τάγμα, Β΄ τάγμα, / Γ΄ τάγμα. / Μακρόνησος. / Κι η θάλασσα του Αιγαίου ήταν γαλάζια όπως πάντοτε».
Οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου ταίριαξαν με τη βουή της θάλασσας και τη γυμνή πέτρα στη σχεδόν ονειρική εισαγωγή μιας ταινίας που αναμοχλεύει ποιητικά ένα κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: το γαλλοελληνικό ντοκιμαντέρ «Σαν πέτρινα λιοντάρια στην μπασιά της νύχτας» του Ελβετού Ολιβιέ Ζισουά. Η Μακρόνησος, κοντά εβδομήντα χρόνια μετά τους «νέους Παρθενώνες» και το «κιτς της φρίκης», τόπος «αναμόρφωσης» δεκάδων χιλιάδων αντιφρονούντων (1947-1951), εικονογραφείται σαν τοπίο ποιητικής μνήμης. Ο ελληνικός κινηματογράφος έχει αποτυπώσει ακόμη δύο εικόνες της Μακρονήσου: μία μυθοπλαστική (στο «Χάππυ νταίη» του Παντελή Βούλγαρη, το 1976) και μία ιστορική, αλλά από ανθρωποκεντρική γωνία εικόνα της (στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ «Μακρόνησος» του Ηλία Γιαννακάκη και της Εύης Καραμπάτσου).

Η Ιστορία σαν αίσθηση

«Στο βάθος τα νησιά πλέουν ακυβέρνητα. Ούτε ένα πουλί. Η θάλασσα αφρίζει ελαφρά ώς τον ορίζοντα. Τέλεια στιγμή. Τέλεια, εκτός από εκείνο το νησί απέναντι, τη Μακρόνησο…», γράφει ο Αλμπέρ Καμί στο ημερολόγιό του από το κατάστρωμα ενός πλοίου που διασχίζει το Αρχιπέλαγος λίγο μετά τον πόλεμο.
Το σημερινό βλέμμα του Ζισουά στη Μακρόνησο ίσως και να απαντά στον υπαινιγμό του Καμί γύρω από μια φαντασιακή εικόνα της Ελλάδας ως μέρους μιας πολύμορφης αλλά ενιαίας πολιτισμικά Μεσογείου, με μια ασυνέχεια στην «τελειότητα» της γαλάζιας ερήμου του φωτός. Με την πρώτη ματιά, η ταινία του φαντάζει σαν απόηχος της κυρίαρχης αφήγησης της Αριστεράς (ίσως λίγο παλιομοδίτικος ή και στομφώδης). Η χρονική απόσταση όμως πλέον επιτρέπει την ένταξη της ιστορικής μνήμης μέσα στο τοπίο του Αρχιπελάγους. Αλλοτε τόποι βασανιστηρίων είναι σήμερα πέτρες λουσμένες στο φως.
Το «Σαν πέτρινα λιοντάρια στην μπασιά της νύχτας» πριν απ’ όλα είναι η αίσθηση της Ιστορίας συμπυκνωμένη σε λόγια ποιητών. Ποιήματα του Ρίτσου, του Λειβαδίτη, του Λουντέμη και ένα ηχητικό κολάζ από το σφύριγμα του Αιγαίου και από τους μικροφωνισμούς των μεγαφώνων της «εθνικής αναμόρφωσης» στα τάγματα Α, Β, Γ της Μακρονήσου συνθέτουν το περιεχόμενο της ταινίας. Ο Ζισουά αποφεύγει να κρατήσει την κάμερα στο χέρι. Επιλέγει είτε σταθερά σημεία (για να αφουγκραστεί καλύτερα τον άνεμο) είτε τις σιδηροτροχιές του τράβελινγκ (γιατί ο άξονάς του είναι η σπείρα του χρόνου). Η μνήμη ως ποίηση αναδύεται σε ένα παρόν που συντίθεται από ερείπια της Ιστορίας, από τη σημερινή παρουσία του ανθρώπου, αλλά και από το γαλάζιο της θάλασσας, που είναι πέρα και πάνω από τον χρόνο.

Ο άνθρωπος

Μια άλλη εικόνα της Μακρονήσου έχει αποτυπωθεί στο ομώνυμο ντοκιμαντέρ του Ηλία Γιαννακάκη και της Εύης Καραμπάτσου. Προβάλλει από μαρτυρίες κρατουμένων, αλλά και μέσα από την αφήγηση του διοικητή των στρατοπέδων της Μακρονήσου, του Παναγιώτη Σκαλούμπακα. Οι δύο σκηνοθέτες επιχειρούν να ανοίξουν μια συζήτηση παραπλεύρως της ιδεολογίας, βάζοντας τον ανθρώπινο παράγοντα πρωταγωνιστή στο κάδρο.

Η μυθοπλασία

Στο «Χάππυ νταίη», από τις καλύτερες στιγμές του Παντελή Βούλγαρη, η Μακρόνησος είναι το σκηνικό μιας μυθοπλασίας του παραλόγου, παρμένης από το μυθιστόρημα «Ο λοιμός» του Αντρέα Φραγκιά. Ο χώρος και τα πρόσωπα είναι φανταστικά, σημειώνει στους τίτλους της ταινίας ο Βούλγαρης. Ομως, βασανιστές και βασανιζόμενοι φαντάζουν σαν είδωλα των αληθινών πρωταγωνιστών της Μακρονήσου σε έναν αντικατοπτρισμό της Ιστορίας.
Η φωτογραφία του Γιώργου Πανουσόπουλου χειρίζεται μοναδικά το φως. Αναδεικνύει την τραχύτητα του τοπίου, τονίζοντας και την κακογουστιά των «νέων Παρθενώνων», που χτίζονταν με τσιμέντο κι ασβέστη στα πλευρά του νησιού σύμφωνα με τα εθνικά ιδεώδη του εμφυλιοπολεμικού κράτους.

Δείτε

Σαν πέτρινα λιοντάρια στην μπασιά της νύχτας (2012)

Ποιητικό ντοκιμαντέρ του Ελβετού Ολιβιέ Ζισουά γύρω από τη Μακρόνησο, βασισμένο σε ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, του Τάσου Λειβαδίτη και του Μενέλαου Λουντέμη. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

Μακρόνησος (2009)

Υπόδειγμα κινηματογραφικού ντοκιμαντέρ για το «αναμορφωτήριον συνειδήσεων», από τον Ηλία Γιαννακάκη και την Εύη Καραμπάτσου. Κινηματογράφησαν 60 μαρτυρίες από τις οποίες στο μοντάζ κράτησαν ελάχιστες. Ανάμεσά τους, του σκηνογράφου Τάσου Ζωγράφου (που «έσπασε» και υπέγραψε δήλωση), του Γιώργου Φαρσακίδη, της Αλέκας Παΐζη, του διοικητή της Μακρονήσου Παναγιώτη Σκαλούμπακα.

Χάππυ νταίη (1976)

Μια φανταστική εικόνα της Μακρονήσου βασισμένη στο μυθιστόρημα «Ο λοιμός» του Αντρέα Φραγκιά. Σε ένα έρημο νησί του Αιγαίου λειτουργεί ένα στρατόπεδο αντιφρονούντων. Ο διοικητής του στρατοπέδου διατάσσει την προετοιμασία σειράς πολιτιστικών εκδηλώσεων για την υποδοχή επισήμων. Παίζουν: Γιώργος Μοσχίδης, Στάθης Γιαλελής, Σταύρος Καλάρογλου, Ζωρζ Σαρρή, Κωνσταντίνος Τζούμας. Η μουσική είναι του Διονύση Σαββόπουλου. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 21-4-2013

Μπουτικ
Η γαλλική ταινία κινουμένων σχεδίων «Μπουτίκ για αυτόχειρες» (Le magasin des suicides), που προβάλλεται από προχθές, απέχει από τον «χάρτινο» πλανήτη του Χόλιγουντ όσο ο κόσμος των Γκοσινί και Ουντερζώ από τη Λιμνούπολη του Ντόναλντ Ντακ. Χειροποίητη δουλειά, που δεν φοβάται να εκτεθεί ακόμη και στη μόδα του 3D, σε ένα καλλιτεχνικό ρεύμα (ας το πούμε έτσι για λειτουργικούς λόγους, για να διευκολυνθούν οι όποιες συγκρίσεις) που μας έδωσε δύο θαυμάσιες ταινίες κατά την τελευταία δεκαετία, το «Τρίο της Μπελβίλ» και τον «Θαυματοποιό». Μια βιοτεχνία animation που επενδύει στο γούστο, στη φινέτσα, στη σκέψη, στη φαντασία, στο απροσδόκητο κι όχι σε δοκιμασμένες συνταγές. Οχι πως κι αυτές δεν μας έχουν δώσει αριστουργήματα. Αν το αμερικανικό κοινό νιώθει ρίγη ανατριχίλας στο καλτ «Μαγαζάκι του τρόμου», οι Γάλλοι βλέπουν τον ρομαντισμό αλλοτινών εποχών στην «Μπουτίκ για αυτόχειρες». Ο Πατρίς Λεκόντ, ο σκηνοθέτης της ταινίας, φέρει αποκλειστικά την ευθύνη.

Πρόστιμο στους νεκρούς

Το χάρτινο Παρίσι του Λεκόντ είναι καταθλιπτικό, αλλά με μια απαλή αίσθηση του γκρίζου που έχει κάτι από τη θλίψη της Εντίθ Πιάφ. Υπάρχει και μια αμφισημία σχετικά με την εποχή, τα πάντα παραπέμπουν στο χθες και ταυτόχρονα στο σήμερα. Οι άνθρωποι επιχειρούν ο ένας μετά τον άλλον ν’ αυτοκτονήσουν. Η ζωή δεν είναι ωραία. Η αυτοκτονία ως έκφραση του παραλόγου της ζωής όπως θα ’λεγε κι ο φιλόσοφος Αλμπέρ Καμύ.
Σε αυτή τη μητρόπολη του παραλόγου όμως οι αυτοκτονίες σε δημόσιο χώρο απαγορεύονται, καθώς αυτό το ρεύμα εξόδου διαρκώς πυκνώνει. Ετσι, όσοι υποψήφιοι αυτόχειρες επιλέξουν ρόδες αυτοκινήτου, ρέλες του τρένου, ή ξεχαστούν κι αυτοπυροβοληθούν σε κάποια πλατεία, θα κληροδοτήσουν στους αθώους κληρονόμους τους τα παχυλά πρόστιμα που έχει αποφασίσει η αστυνομία. Η διακριτικότητα είναι αρετή και η ενδεδειγμένη λύση για σίγουρο αποτέλεσμα το μαγαζάκι της οικογένειας Τυβάς που εφημερεύει από τα μέσα του 19ου αιώνα. Στα ράφια του οι υποψήφιοι αυτόχειρες θα βρουν το μέσο που τους ταιριάζει για να επισπεύσουν την ώρα του μεγάλου ύπνου. Επίσης, οι ιδιοκτήτες του, ο Μίσιμα και η Λουκρητία Τυβάς, που συμπάσχουν απόλυτα με τη θλίψη και την απόγνωσή τους, έχουν την υπομονή να τους εξηγήσουν και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Τα πράγματα θα αρχίσουν να πηγαίνουν κατά διαβόλου, όμως, στην «μπουτίκ» της οικογένειας Τυβάς, όταν θα έρθει στον κόσμο ένα καινούργιο της μέλος. Ο μικρός Αλαν, που χαμογελάει διαρκώς, και επιμένει σαν σκανδαλιάρης μικρός Νικόλας να χαλάει τη φήμη του καταστήματος.

Ξυπνούν οι αισθήσεις

Η ζωή δεν έχει νόημα. Είναι ένας χώρος στον οποίο μπαίνεις και σίγουρα κάποτε θα βγεις. Ο Λεκόντ εδώ, όπως και στον «Εραστή της κομμώτριας», αναγνωρίζει το δικαίωμα να βγεις όποτε εσύ επιλέξεις. Στο μεταξύ όμως, υπάρχει κάτι ενδιαφέρον ν’ ανακαλύψεις: η χαρά. «Πού είναι η χαρά;». Στις άκρες των δαχτύλων μας, στα αυτιά μας, στα μάτια και στη γλώσσα μας. Στις αισθήσεις. Στον «Εραστή της κομμώτριας» αυτό έκανε ένας ενήλικας που κράτησε μέσα του το παιδί των 12 ετών που ήταν κάποτε. Στην «Μπουτίκ για αυτόχειρες» αυτό κάνει ένα παιδί 12 περίπου ετών. Είναι η ηλικία που οξύνονται οι αισθήσεις, ξυπνά η σεξουαλικότητα, κι αρχίζει το πάρτι της ζωής. Κι η οικογένεια Τυβάς από θυρωροί, που άνοιγαν την πόρτα σ’ όποιον επιθυμούσε να αποχωρήσει, γίνονται τελικά ανιματέρ αυτού του πάρτι.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-4-2013

Χιονάτη, Blancanieves
«Και αν μας κλέψουν τις φωνές υπάρχουν πάντα οι λέξεις», με αυτό το μότο προβλήθηκε στις αίθουσες το «La Antena» πριν από μερικά χρόνια. Το ήταν ασπρόμαυρη ταινία δεν αποτελούσε έκπληξη. Το ότι ήταν όμως βωβή, αιφνιδίασε ευχάριστα έναν στενό κύκλο σινεφίλ. Εντός του περιορίστηκε και η εμβέλεια του «La Antena», που μας ήρθε από τη μακρινή Αργεντινή. Πρόπερσι, άλλη μια ασπρόμαυρη βωβή ταινία, το «Τhe Artist», εμφανίστηκε προκλητικά, σαν ένας Δαβίδ απέναντι στους Γολιάθ των χολιγουντιανών υπερπαραγωγών, σαρώνοντας τα Οσκαρ. Πιο ηχηρή βωβή ταινία είχε να παρουσιαστεί από τη δεκαετία του 1920. Πριν από λίγες ημέρες μάς προέκυψε και μια βωβή και ασπρόμαυρη «Χιονάτη» από την Ανδαλουσία. Μάλλον έγινε κάτι σαν μόδα να χάνουν οι ταινίες τη μιλιά τους.
Το βωβό επιστρέφει στο φως. Οχι σαν μούμια που βγήκε από τη σκόνη του μουσείου για να μας θυμίσει πώς ήταν το σινεμά στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Υπάρχει νοσταλγία ή και επιτήδευση, κυρίως όμως η αίσθηση μιας σύγχρονης κινηματογραφικής φόρμας που εκμεταλλεύεται στο έπακρον τις δυνατότητες της τεχνολογίας. Ενα βωβό σινεμά, καλλιτεχνική παραφωνία στην ορχήστρα του 3D, τη μεγαλύτερη «φούσκα» στην ιστορία του κινηματογράφου. Σαν μια αυθάδικη τάση της εποχής μας (τo vintage είναι ορατό και σε άλλες πτυχές της καθημερινότητας) απέναντι στο mainstream.
Στην ίδια τάση θα μπορούσε να ενταχθεί και άλλη μια πρόσφατη ταινία κατά το ήμισυ… ομιλούσα, ο «Χαμένος παράδεισος». Ενα στυλιζαρισμένο δράμα, αλληγορία για την παρακμή της Πορτογαλίας ως αποικιοκρατικής χώρας, στο μεγαλύτερο μέρος του οποίου υπάρχει αφήγηση εκτός κάδρου ενώ η εικόνα (η δράση) είναι βωβή. Είναι ένα μελαγχολικό φιλμ του Μιγκέλ Γκομέζ με εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία, που αποτυπώνει την ψυχολογία του σημερινού Πορτογάλου.

Χιονάτη όπως Κάρμεν

Το «La Antena» του Αργεντίνου Εστεμπάν Σαπίρ είχε τη μοίρα των «μικρών» ταινιών, που, αν η συγκυρία δεν τις αναδείξει σε μικρά κινηματογραφικά γεγονότα, δεν καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι το κοινό τους. Πρόκειται για ένα σουρεαλιστικό κινηματογραφικό παραμύθι–φόρος τιμής στον γερμανικό εξπρεσιονισμό, αλλά με σαφέστατη αναφορά σε ένα οργουελικό παρόν. Οι εικόνες παραπέμπουν άλλοτε στην εποχή του Εντισον κι άλλοτε στην αυγή της εποχής της τηλεόρασης: σε μια φανταστική μητρόπολη ένας καναλάρχης εξουσιάζει τα πάντα.
Στο «La Antena» κυριαρχούν ο όγκος του σκηνικού, οι σκιές και η αίσθηση του χειροποίητου κόμικς. Στη «Χιονάτη», αρκετές στιγμές νομίζεις ότι βρίσκεσαι απέναντι σε μια ταινία οργανωμένη σαν όπερα με οδηγό το φλαμένκο, με ακριβέστατη γεωμετρία (ειδικά σε σκηνές πλήθους), ένα μοντάζ που έχει διδαχτεί πολλά από τον Αϊζενστάιν και μια αίσθηση κίνησης την οποία συναντούμε στο βιντεοκλίπ. Μια δημιουργική και λειτουργική ένταξη του βωβού σε μια φόρμα–κομψοτέχνημα με αποδέκτη τον σημερινό θεατή.
Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της «Χιονάτης», ο δημιουργός της, ο Ισπανός Πάμπλο Μπερχέρ, κάνει μια πρωτότυπη μεταφορά του διάσημου παραμυθιού στη Σεβίλλη του 1920, λοξοκοιτώντας προς τον μύθο της Κάρμεν. Στη θέση του καταστροφικού ερωτικού πάθους τοποθέτησε την αθωότητα, που κακοποιείται ποικιλοτρόπως, αλλά και τον ρομαντικό έρωτα ενός νάνου ταυρομάχου που με την αγάπη του πιστεύει (;) πως θα αναστήσει τη νεκρή Χιονάτη. Η πιο δυνατή σιωπή σε αυτήν τη βωβή ταινία είναι ένα δάκρυ στο πρόσωπο της νεκρής Χιονάτης, η οποία εκτίθεται ως θέαμα.

Το φιλί της ζωής

Στο γαλλικό «Τhe Artist» των Οσκαρ, ένα λαϊκό κορίτσι, που κατάφερε να γίνει σταρ του σινεμά την εποχή του περάσματος από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο, δίνει το φιλί της ζωής σε έναν ξοφλημένο Ροδόλφο Βαλεντίνο. Ξαναβλέποντάς το, σκέφτεσαι πως είναι πρωτότυπη ταινία και ως προς τη φόρμα της και ως προς το περιεχόμενό της. Μια ευρωπαϊκή ταινία για το χθες του σινεμά με αναφορές στο σήμερα. Ενας κόσμος παράλληλος με τον κόσμο της «Λεωφόρου της Δύσεως» του Μπίλι Γουάιλντερ. Εκεί, μια ξεπεσμένη σταρ του βωβού που θέλει να επανακάμψει οδηγείται στην τρέλα. Εδώ, δεσπόζει το άγχος του ηθοποιού, καθώς η τεχνολογία αλλάζει το εκφραστικό του μέσον.

Δείτε

«Χιονάτη» (Blancanieves, 2012)

1920, Σεβίλλη, ο διάσημος ταυρομάχος Αντόνιο Βιλάλτα τραυματίζεται σοβαρά στην αρένα. Λίγο μετά, η έγκυος γυναίκα του, χορεύτρια του φλαμένκο, πεθαίνει στη διάρκεια του τοκετού. Ο Βιλάλτα μένει ανάπηρος και στη συνέχεια παντρεύεται τη γυναίκα που τον φροντίζει, την κακιά Ενκάρνα, η οποία κακοποιεί τη μικρή Καρμεντσίτα. Τα χρόνια περνούν και η Ενκάρνα αποφασίζει να δολοφονήσει την Κάρμεν. Η κοπέλα γλιτώνει και βρίσκει καταφύγιο σε μια παρέα περιπλανώμενων νάνων ταυρομάχων. Γυρίστηκε από τον Πάμπλο Μπερχέρ. Με τη Μαριμπέλ Βερντί. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

«La Antena» (2008)

Σε μια απροσδιόριστη εποχή, σε μια μητρόπολη, κάποιος έχει κλέψει… τη φωνή των κατοίκων. Τα χρόνια περνούν και αυτοί δεν φαίνεται να ενοχλούνται. Γυρίστηκε από τον Αργεντίνο Εστεμπάν Σαπίρ. (Σε dvd)

«The Artist» (2011)

Η βωβή γαλλική ταινία των Οσκαρ. Ενας σταρ του βωβού κινηματογράφου αρνείται να ακολουθήσει τις αλλαγές που φέρνει στο Χόλιγουντ ο ήχος. Παράλληλα, νεαρή κομπάρσος, που ήρθε στο Χόλιγουντ χάρη στη βοήθειά του, εξελίσσεται σε σταρ του ομιλούντος. Tου Μισέλ Χαζαναβίσιους. Με Ζαν Ντιζαρντέν, Μπερενίς Μπεζό. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7-4-2013

Blancanieves

Δύο φορές κατά τα τελευταία χρόνια το σινεμά ξανάγινε βωβή τέχνη. Πρόπερσι, στο γαλλικό «The Artist», που δέσποσε στα Οσκαρ, με μια θαυμάσια τοιχογραφία του Χόλιγουντ της εποχής του περάσματος από τον βωβό στον ομιλούντα. Φέτος, στο ισπανικό «Blancanieves», στο οποίο ζωντανεύει με πρωτοτυπία το διάσημο παραμύθι της Χιονάτης, το σινεμά ξανάχασε τη μιλιά του επιτυγχάνοντας μια φόρμα αληθινό κομψοτέχνημα. Η ασπρόμαυρη και βωβή «Χιονάτη» του Πάμπλο Μπερχέρ είναι επιτηδευμένα παλιομοδίτικη και νοσταλγική, αλλά ποιος νοιάζεται σε εποχές που το 3D τείνει να γίνει αυτοσκοπός (βλέπε αρπαχτή) και κινηματογραφικό «είδος».
1920, Σεβίλλη, ο ξακουστός ταυρομάχος Αντόνιο Βιλάλτα κάνει το μοιραίο λάθος να πάρει για λίγο το βλέμμα του από τα μάτια του λαβωμένου ταύρου και να το στρέψει προς την έγκυο γυναίκα του στις κερκίδες της αρένας. Το κέρατο του ταύρου τού προκαλεί παράλυση. Το χτύπημα της μοίρας είναι πιο βαρύ, η γυναίκα του πεθαίνει στη γέννα της κόρης τους, της Κάρμεν. Ο Αντόνιο ξαναπαντρεύεται, η δεύτερη γυναίκα του όμως δεν συμπαθεί καθόλου τη μικρή, που υφίσταται τα πάνδεινα. Τα χρόνια περνούν και η όμορφη Κάρμεν γίνεται κόκκινο πανί για την κακιά μητριά της, που αποφασίζει να τη σκοτώσει. Η ιστορία είναι γνωστή, η Κάρμεν γλιτώνει. Σε αυτήν τη διασκευή του παραμυθιού, βρίσκει καταφύγιο σε ένα τσούρμο περιπλανώμενων νάνων ταυρομάχων που δίνουν κωμικές παραστάσεις στους δρόμους. Κάποια στιγμή, η Κάρμεν θα δείξει το ταλέντο της ως ταυρομάχος και θα μπει στην αρένα όπου διέπρεψε ο πατέρας της.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28-3-2013

Blog Stats

  • 63,585 hits

Αρχείο

Μαΐου 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Twitter Updates

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.