Gone Girl

Το «Κορίτσι που εξαφανίστηκε» ήρθε ορμητικά στο προσκήνιο, με κεκτημένη ταχύτητα λόγω της επιτυχίας του ομότιτλου μπεστ σέλερ της Γκίλιαν Φλιν, λες και έχει προεξοφλήσει και την κινηματογραφική του επιτυχία. Σε προκαλεί, με πρόσχημα το μυστήριο, να το αντιμετωπίσεις σαν παζλ. Αν το καταφέρεις, ύστερα από 145 λεπτά της ώρας, συμπεραίνεις πως ο Ντέιβιντ Φίντσερ γύρισε μια εξαντλητική σε διάρκεια παραλλαγή του «Πολέμου των Ρόουζ» κλείνοντας το μάτι σε πλήθος ταινιών, από το «Ψυχώ» μέχρι το «Βασικό ένστικτο».
Η φόρμα του είναι εξαιρετική αλλά κούφια, και το «Κορίτσι» του εξαφανίζεται φλερτάροντας ασταμάτητα με στερεότυπα (του ερωτικού και οικογενειακού δράματος, του θρίλερ, του τρόμου, της μαύρης κωμωδίας, της σαπουνόπερας, της κοινωνικής σάτιρας). Κάποιες στιγμές νομίζεις πως ο Φίντσερ είναι αυτοκαταστροφικός, εγκλωβισμένος σε ένα λαβύρινθο στα ερείπια της αποδόμησης των κινηματογραφικών ειδών. Μπλεγμένος σε ένα δράμα, με ήρωες σχηματικούς και χωρίς ιδιαίτερο ψυχολογικό βάθος. Χαμένος σε θρίλερ χωρίς σασπένς. Στο αργόσυρτο και ντοκιμαντερίστικο «Zodiac», όπου φάνταζε σαν να ήθελε να ξεφορτωθεί την τεράστια επιτυχία του «Seven», τα είχε πάει πολύ καλύτερα.

Σύννεφο από ζάχαρη

Ο Νικ Νταν έχει αποφασίσει να διαφύγει από τον φαινομενικά τέλειο γάμο του με την Εϊμι, στον οποίο έχει παγιδευτεί. Στην πέμπτη επέτειό τους η Εϊμι εξαφανίζεται μυστηριωδώς από το σπίτι. Σπασμένα κρύσταλλα και σβησμένα ίχνη από αίμα, που προδίδουν μακελειό, ενοχοποιούν τον Νικ, παραλίγο φυγάδα που δεν πρόλαβε να ανοίξει πρώτος την πόρτα. Ο Νικ και η Εϊμι φιλήθηκαν για πρώτη φορά σε ένα σύννεφο από ζάχαρη, ερωτεύθηκαν κεραυνοβόλα και παντρεύτηκαν. Λίγο μετά προσγειώθηκαν στην πραγματικότητα. Συνήθως έτσι αρχίζουν και τελειώνουν οι ιστορίες γύρω από τέλειους γάμους.
Οι σχέσεις εξουσίας και τα μικρά ή μεγάλα εγκλήματα μεταξύ συζύγων γίνονται αφορμή για ένα παιχνίδι με τον θεατή, τον οποίο ο Φίντσερ θέλει να τον κάνει «συνεργό» του στην κατασκευή της παράδοξης μυθοπλασίας του. Ξεκινάει από το καθημερινό και το κοινότοπο (από μια ιστορία που μοιάζει άλλοτε με αστυνομικό χρονικό και άλλοτε με τηλεοπτικό ριάλιτι), για να μετατρέψει το δράμα γύρω από την κρίση του γάμου σε ταινία τρόμου.
Το φιλμ ξεκινάει με τον Νικ στο κάδρο, ο άξονας της αφήγησης όμως είναι η Εϊμι. Μια γυναίκα κατά τα φαινόμενα δυναμική, που φτιάχνει στο μυαλό της την εικόνα του ιδανικού σύζυγου και της τέλειας οικογένειας με τον ίδιο τρόπο που φροντίζει την εικόνα της μπροστά στον καθρέφτη. Απέναντί της βρίσκεται ένας εγωκεντρικός και επιπόλαιος άντρας, που θεωρεί τα πάντα δεδομένα και που δεν μπορεί να τη στηρίξει στα δύσκολα. Ο Νικ είναι το παιδί που συνεχίζει να μαζεύει παιχνίδια (το μοναδικό τεκμήριο της ενοχής του) στην αποθήκη.

Στο μπάνιο και οι δύο

Σε μια φευγαλέα σκηνή το «θύμα», η εξαφανισμένη Εϊμι, επιστρέφει στο σπίτι γεμάτη αίματα και μπαίνει στο μπάνιο μαζί τον «δολοφόνο» της, τον Νικ. Εκείνη είχε σκηνοθετήσει την ενοχή του για να τον εκδικηθεί. Εκείνος σκηνοθέτησε την επιστροφή της, χρησιμοποιώντας τη δύναμη των μίντια, για να γλιτώσει την κρεμάλα (στο Μιζούρι όπου εκτυλίσσεται η ιστορία εφαρμόζεται η θανατική ποινή). Τα αίματα ξεπλένονται και το έγκλημα είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Η σκηνή μοιάζει σαν παιχνίδι του Φίντσερ με το κλασικό «Ψυχώ». Πιθανή μετατόπισή της από το γκροτέσκ προς το φανταστικό θα μας επέτρεπε να μιλήσουμε για τη φανταστική περιπέτεια μιας παντρεμένης που έζησε ισχυρό ψυχολογικό σοκ.
Στον χθεσινό «Πόλεμο των Ρόουζ» και οι δύο σύζυγοι είναι εμφανώς τσακισμένοι στο τέλος. Στον σημερινό των Νταν, νικήτρια φαινομενικά είναι η γυναίκα. Ο καθρέφτης ραγίζει μέχρι να σπάσει και το είδωλο της Εϊμι αλλάζει διαρκώς έως ότου πέσει άπλετο φως στο μυστήριο της εξαφάνισής της: η επιτυχημένη συγγραφέας γίνεται απατημένη σύζυγος και στη συνέχεια υστερική στρίγγλα. Στο τέλος, η καρικατούρα μιας φαμ φατάλ μπαίνει στο κάδρο της σαπουνόπερας. Τότε φαίνεται το αληθινό δράμα. Εχει πιο ενδιαφέρον να συζητάς γι’ αυτή την ταινία, παρά να τη βλέπεις. Το σενάριό της γράφηκε από την Γκίλιαν Φλιν.

Δείτε

«Το κορίτσι που εξαφανίστηκε» (Gone Girl, 2014)
Ο Ντέιβιντ Φίντσερ μεταφέρει στην οθόνη το μυθιστόρημα της Γκίλιαν Φλιν έχοντας ως πρωταγωνιστές του τον Μπεν Αφλεκ και τη Ρόζαμουντ Πάικ. Η Εϊμι, που υπήρξε διάσημη συγγραφέας, έχει αφήσει τη Νέα Υόρκη και έχει μετακομίσει σε μια πόλη του Μιζούρι ακολουθώντας τον σύζυγό της, τον Νικ, πρώην δημοσιογράφο σε περιοδικό και σήμερα άνεργο. Μια μέρα η Εϊμι εξαφανίζεται από το σπίτι. Τα στοιχεία που έρχονται στο φως πείθουν την αστυνομικό που έχει αναλάβει την έρευνα πως ο Νικ είναι ο δολοφόνος. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

«Ο πόλεμος των Ρόουζ» (The War of the Roses, 1989)
Μαύρη κωμωδία του Ντάνι ντε Βίτο (φωτ.). Ενας τελειόφοιτος του Χάρβαντ και μία απόφοιτος λυκείου ερωτεύονται κεραυνοβόλα. Ο γάμος, που επισφραγίζει τον έρωτά τους, φαντάζει συναρπαστικός. Υστερα από κάμποσα χρόνια, όμως, ξεσπάει η κρίση και ο πόλεμος. Το κλασικό μπουρλέσκ, που στηρίχτηκε στην παροιμιώδη σύγκρουση αρσενικού – θηλυκού, εκτίθεται στον σαρκασμό. Με Μάικλ Ντάγκλας, Κάθλιν Τέρνερ. (Σε dvd)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 5-10-2014

Ηλίας Καζάν

Θύμωνε όταν τον φώναζαν Ελία

Ενα δεκαήμερο γεμάτο ταινίες του Ηλία Καζάν ήρθε στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, 9 – 19/10. Η ρετροσπεκτίβα, 11 χρόνια μετά τον θάνατό του, ξανακάνει επίκαιρο το έργο ενός από τους κορυφαίους σκηνοθέτες του κινηματογράφου και του θεάτρου του 20ού αιώνα.
Συνδιοργανώνεται από την Ταινιοθήκη, τη Fox Entertainment, το UCLA Film & Television Archive και την εταιρεία διανομής UIP. Θα προβληθούν 15 ταινίες μυθοπλασίας, αλλά και το ντοκιμαντέρ «Α Letter to Elia» των Μάρτιν Σκορσέζε και Κεντ Τζόουνς.
«Τι ήθελα από τη ζωή μου; Τίποτα σπουδαίο. Ηθελα μόνο να είμαι Αμερικανός, να έχω και εγώ εκείνα τα πράγματα που είχαν τα Αμερικανόπουλα, μια καθημερινή ζωή σαν τη δική τους, να με δέχονται στις παρέες τους, να χαίρομαι ό,τι χαίρονται κι αυτά. Αναζητούσα τα πιο συνηθισμένα και ταυτόχρονα τα πιο πολύτιμα πράγματα». Ο Ανατολίτης Ηλίας Καζαντζόγλου, στη χειμαρρώδη αυτοβιογραφία του, «Μια ζωή» (Ελληνική Ευρωεκδοτική), αυτοψυχαναλύεται.
Στην Αμερική έφτασε με υπερωκεάνιο το 1913, ήταν τεσσάρων χρόνων όταν πρωτοαντίκρισε το Αγαλμα της Ελευθερίας. Ο πατέρας του είχε αφήσει πίσω του την Κωνσταντινούπολη (εκεί γεννήθηκε ο Καζάν) παίρνοντας μαζί του τον φόβο και τη νοοτροπία του Ελληνα που είχε μάθει να επιβιώνει στην τουρκοκρατούμενη Ανατολία. «Φυλαγόταν. Απέφευγε να μιλάει πολύ στους δρόμους και έδειχνε σε όλο τον κόσμο το συμβιβαστικό του χαμόγελο. Εμαθε να εκμεταλλεύεται την εξυπνάδα του και κατάφερε να επιβιώσει χάρη στις πονηριές του και στα τεχνάσματά του».

Το όνειρο και η «μαύρη λίστα»

Η ζωή του νεαρού Ηλία ήταν μια διαρκής κόντρα με τον πατέρα του (που τον ήθελε έμπορο χαλιών στο οικογενειακό τους μαγαζί). «Εμαθα να κρύβω τις επιθυμίες μου. Ο,τι αγαπούσα και ήθελα πιο πολύ έπρεπε να το παίρνω γρήγορα και χωρίς να με καταλαβαίνουν. Σιγά σιγά έγινα σκληρός».
Ο Καζάν μπήκε με πείσμα και οργή στη λεωφόρο του αμερικανικού ονείρου. Του πήρε λίγα χρόνια για να αναδειχτεί σε μία από τις μεγαλύτερες ιδιοφυΐες που περάσαν από το Μπρόντγουεϊ και το Χόλιγουντ και μόνο λίγους μήνες για να γίνει η προσωποποίηση του μακαρθισμού: καταδότης φίλων και συντρόφων του. Στα Οσκαρ του 1999, τη στιγμή που παραλάμβανε ένα βραβείο για το σύνολο του έργου του, δεν ήταν λίγοι αυτοί που επιδεικτικά δεν χειροκρότησαν.
Ο αντιφατικός Καζάν έφερε άνεμο ανανέωσης πρώτα στο Μπρόντγουεϊ και μετά στο Χόλιγουντ. Στηρίχτηκε στον ηθοποιό και ήταν πάντα ανοιχτός στο απρόσμενο που θα μπορούσε να απογειώσει την ερμηνεία του. Ζεστός και απλός, μαζί του τον έκανε να νιώσει τη διαφορά ανάμεσα στο να παίζει φυσικά ένα ρόλο από το να μπαίνει πραγματικά στο πετσί του ρόλου.

Ποτέ «action»

Στα κινηματογραφικό πλατό απέφευγε να φωνάζει «action» από τον τηλεβόα. «Ο Καζάν πλησίαζε τους ηθοποιούς και τους ζητούσε να γυρίσουν την πλάτη τους στον φακό, να “πάρουν τον χρόνο τους” και ν’ αρχίσουν να παίζουν όταν νιώσουν έτοιμοι», λέει ο Ελάι Ουάλας στο «Α Letter to Elia».
Το 1932 βρέθηκε στο Group Theatre της Νέας Υόρκης κοντά στη Σέριλ Κρόφορντ, τον Λι Στράσμπεργκ και τον Κλίφορντ Οντετς. Εκεί κατάλαβε τη δύναμη της μεθόδου Στανισλάφσκι (που προϋπέθετε την ισχυρή και αληθινή σχέση ανάμεσα στον σκηνοθέτη, τον ηθοποιό και τον ρόλο). Στο Group Theatre ήρθε σε επαφή με την αριστερή διανόηση της Νέας Υόρκης και έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, με το οποίο όμως σύντομα ήρθε σε ρήξη. Η πορεία του ως σκηνοθέτη ήταν συναρπαστική. Στις 3 Δεκεμβρίου του 1947, στην παρθενική παράσταση του «Λεωφορείο ο πόθος» με τον θυμωμένο νεαρό Μάρλον Μπράντο ως Κοβάλσκι, χάρισε στο Μπρόντγουεϊ μια από τις λαμπρότερες βραδιές της ιστορίας του. Τέσσερα χρόνια μετά, μετάφερε το έργο του Τενεσί Ουίλιαμς στον κινηματογράφο και το έκανε διάσημο.
Ο Ηλίας Καζάν, που θύμωνε όταν τον φώναζαν Ελία, άφησε πίσω του 2-3 παραστάσεις-σταθμούς για το θέατρο του 20ού αιώνα και 5-6 σπουδαίες ταινίες. Σε όλη του την καλλιτεχνική ζωή μόνο με τους ηθοποιούς ένιωσε ασφαλής. Ο Μπράντο, ο Ροντ Στάιγκερ, ο Τζέιμς Ντιν, ο Μοντγκόμερι Κλιφτ, η Εύα Μαρί Σεντ, ο Γουόρεν Μπίτι, η Τζέσικα Τάντι και πολλοί άλλοι ξεκίνησαν την καριέρα τους κάτω από το βλέμμα του.

Ο Ηλίας Καζάν μέσα από 15 ταινίες


«Ενα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» (1945).
Πορτρέτο μιας εργατικής οικογένειας στο Μπρούκλιν.

«Συμφωνία κυρίων» (1947). Ανατομία του αντισημιτισμού. Με τον Γκρέγκορι Πεκ.

«Το μεγάλο κατηγορώ» (1947). Ντοκιμαντερίστικο ύφος με αφορμή ένα αληθινό έγκλημα. Με τον Ντάνα Αντριους.

«Πανικός στους δρόμους» (1950). Ντοκιμαντερίστικο ύφος και ατμόσφαιρα φιλμ νουάρ. Ενας αστίατρος φοβάται επιδημία πανούκλας στη Νέα Ορλεάνη.

«Λεωφορείον ο πόθος» (1951). Μυθική ταινία στην οποία ο Καζάν διακρίνει την ομοφυλοφιλία του Τενεσί Ουίλιαμς κάτω από τα ανθρώπινα συντρίμμια της νευρωτικής Μπλανς Ντιμπουά. Με Βίβιαν Λι και Μάρλον Μπράντο.

«Βίβα Ζαπάτα» (1952). Με τον Μάρλον Μπράντο και τον Αντονι Κουίν στο επαναστατημένο Μεξικό. Γυρίστηκε την εποχή των καταθέσεών του στην επιτροπή αντιαμερικανικών υποθέσεων.

«Ανθρωπος σε τεντωμένο σχοινί» (1953).
Τα μέλη ενός τσεχικού τσίρκου προσπαθούν να διαφύγουν στη Δύση.

«Το λιμάνι της αγωνίας» (1954). Αμφιλεγόμενο πολιτικά, αλλά έξοχο ερμηνευτικά και στυλιστικά, φιλμ με φόντο την εποχή που έκανε δειλά δειλά την εμφάνισή της στο Χόλιγουντ η «νεανική κουλτούρα». Με Μπράντο, Ροντ Στάιγκερ, Εύα Μαρί Σεντ.

«Ανατολικά της Εδέμ» (1955). Σενάριο βασισμένο στο μυθιστόρημα του Στάινμπεκ. Το κινηματογραφικό ντεμπούτο τουΤζέιμς Ντιν.

«Μια μορφή μέσα στο πλήθος» (1957
). Προφητική ταινία για τη δύναμη των μίντια. Eνας τυχοδιώκτης βρίσκει δουλειά σε ένα τηλεοπτικό κανάλι του Aρκανσο και γίνεται δημοφιλής. Λίγο μετά θα αποκαλυφθεί ο αληθινός του εαυτός.

«Λάσπη στα αστέρια» (1960). Ο πιο λυρικός Καζάν σε ένα δράμα βιβλικών διαστάσεων με τον Μοντγκόμερι Κλιφτ.

«Πυρετός στα αστέρια» (1961). Διαδρομή στα συντρίμμια ενός νεανικού έρωτα. Με Γουόρεν Μπίτι, Νάταλι Γουντ.

«Αμέρικα Αμέρικα» (1963). Η οδύσσεια του Καζάν. Με τον Στάθη Γιαλελή.

«Ο συμβιβασμός» (1969). Υπαρξιακό δράμα με Κερκ Ντάγκλας, Φέι Ντάναγουεϊ.

«Ο τελευταίος μεγιστάνας» (1976). Σενάριο Χάρολντ Πίντερ από το βιβλίο του Φ. Σ. Φιτζέραλντ. Με Ρόμπερτ ντε Νίρο, Τόνι Κέρτις, Ρόμπερτ Μίτσαμ.

Δημοσιέυτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 4-10-2014

rs

Συρραφή πέντε μικρών αυτοτελών ιστοριών -υπάρχει και μια μικρή εισαγωγή εμπνευσμένη από τους «Δέκα μικρούς νέγρους»- σκηνοθετημένων από τον Αργεντίνο Ντάμιαν Σιφρόν. Κοινός τόπος στις «Ιστορίες για αγρίους» (που δεν είναι παρά άγρια επεισόδια με αναγνωρίσιμους ήρωες από όλες τις κοινωνικές βαθμίδες) η ανατρεπτική διάθεση του Σιφρόν και το μαύρο, ενίοτε και σαρκαστικό, χιούμορ του που λειτουργούν απελευθερωτικά και λυτρώνουν. Οι «Ιστορίες για αγρίους» έχουν βία και υπερβολή που αγγίζει το γκροτέσκ. Επιθυμία για εκδίκηση και συσσωρευμένο θυμό που μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτος. Υποκρισία και τάξη σε βαθμό τραγωδίας.
Στο πρώτο επεισόδιο μια σερβιτόρα έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον τοκογλύφο που της κατέστρεψε τη ζωή. Στο δεύτερο, μια προσπέραση σε επαρχικό δρόμο γίνεται αφορμή για ένα …road movie καταστροφής. Στο τρίτο, ένας μηχανικός κατεδαφίσεων κτιρίων ενεργεί σαν τρομοκράτης. Στο τέταρτο, οι προστάτες-άγγελοι ενός κροίσου, που δεν έχει ηθική, αποδεικνύονται αχόρταγα κοράκια. Στο τελευταίο επεισόδιο μια γαμήλια δεξίωση γίνεται …Βιετνάμ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 4-10-2014

Xenia

Το «Xenia» είναι η ταμπέλα ενός ρημαγμένου ξενοδοχείου, από την εγκατάλειψη, στη νοητή μεθόριο μιας πόλης της ελληνικής επαρχίας με τον έξω κόσμο. Είναι και ο τίτλος της τέταρτης ταινίας του Πάνου Κούτρα, που απ’ ό,τι φαίνεται είναι πια ώριμος δημιουργός. Ένας τίτλος, για το όνειρο δύο νεαρών μπάσταρδων, «Αλβανών που δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ» (οι ήρωες της ταινίας είναι μισοί Αλβανοί και μισοί Έλληνες), αλλά και για την ανάμνηση μιας Ελλάδας που κάποτε είχε συνδέσει την εξωστρέφειά της με τη φιλοξενία.
Το «Xenia» είναι ο εφιάλτης, η γκαντεμιά και η απελπισία, το σκασιαρχείο και το ξέφρενο πάρτι του 16χρονου Ντάνι και του αδελφού του, του 18χρονου Οντι. Τρέχουν και οι δύο για να κόψουν το νήμα της εφηβείας και να γίνουν άντρες. Ο Κούτρας έκανε στροφή 180 μοιρών και έβγαλε την ταινία δρόμου από τη συνηθισμένη της τροχιά, που είναι η φυγή από το κρύο προς τη ζέστη. Αφετηρία του είναι ο ελληνικός Νότος και κατάληξή του ο Βορράς. Οι δύο ήρωές του, μετέωροι γιατί μόλις αποκόπηκαν από την αλβανική τους ρίζα (πέθανε η Αλβανή μητέρα τους), αναζητούν την ελληνική τους ρίζα (τον Ελληνα πατέρα που τους εγκατέλειψε) για ν’ αποκτήσουν ταυτότητα. Ο τρέντι Ντάνι, που προκαλεί με την κραυγαλέα γκέι εμφάνισή του και τη συμπεριφορά του, είναι ένα ευαίσθητο παιδί σε σύγχυση. Ο λαϊκός και στρέιτ Οντι, που ονειρεύεται να γίνει τραγουδιστής, καλύπτει το κενό της απουσίας του πατέρα, ενώ φαντάζει σαν να έχει βγει από μελό του παλιού κινηματογράφου.
Το «Xenia» δεν έχει την κλάψα του μελό, ούτε τη δυσκαμψία της κοινωνικής καταγγελίας. Ούτε έχει εμμονές με τη νοσηρή παθογένεια της ελληνικής οικογένειας. Μιλάει για την άγρια χαρά της ζωής και για την εύθραυστη υφή του ονείρου. Αρέσκεται στην υπερβολή και στο κιτς (αφομοιώνεται λειτουργικά στην αισθητική της). Εχει τη νοσταλγία για οξυγόνο στις δύσκολες στιγμές και όχι για καταφύγιο. Είναι ποπ στον ρυθμό μιας άλλης εποχής (λατρεύει την ντίσκο της Ραφαέλα Καρά και τα τραγούδια της Πάτι Πράβο) και αυθεντικά ελαφρολαϊκή (η βελόνα έχει κολλήσει στο απόγειο του Βοσκόπουλου). Ψάχνοντας κι άλλο, θα ανακαλύψετε μια προκλητικά γνήσια λαϊκή ταινία για τους μοντέρνους ελληνικούς μας καιρούς.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2-10-2014

Χenia

Ξένοι στην άκρη της νύχτας

Μερικές φορές οι ταινίες αφήνονται στη μουσική και στα τραγούδια τους για να εκφράσουν αισθήματα, αλλά και ιδέες που η εικόνα από μόνη της δεν τα αποτυπώνει τόσο πυκνά. Το αόρατο υπερισχύει στιγμιαία του ορατού και τις απογειώνει.
Στο «Χenia» του Πάνου Κούτρα, τα τραγούδια της Πάτι Πράβο (Ιταλίδας ντίβας στα φωτεινά και ζεστά χρόνια των ’70s) και το «Rumore» της Ραφαέλα Καρά (κορωνίδα της ιταλικής ντίσκο την ίδια εποχή) λειτουργούν σαν καταλύτες σε μια ταινία που χρησιμοποιεί το «ψέμα» του μελό και το κιτς για να μιλήσει με ειλικρίνεια για την άγρια χαρά της ζωής, την πεζή αλήθεια και το όνειρο. Ενας έφηβος, μισός Αλβανός και μισός Ελληνας, περιπλανιέται μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του σε μια Ελλάδα γκρίζα και ξενοφοβική. Στο μοντέρνο «Σπίτι» του Αθανάσιου Καρανικόλα στην πιο κρίσιμη στιγμή, ένα νοσταλγικό ταγκό κι ένα δημοτικό τραγούδι δημιουργούν την πιο λειτουργική αντίστιξη: το κοσμοπολίτικο ρετρό και η λαϊκή παράδοση ηχούν ονειρικά, ίσως και σαν μοιρολόι, βοηθούν μια σύγχρονη ηθογραφία ν’ αποβάλει και τα τελευταία της μελοδραματικά ψήγματα για να μεταμορφωθεί σε δράμα κλασικής αντονιονικής κοπής. Και στα δύο φιλμ η ορατή εικόνα αφορά τον ξένο και η αόρατη τον Ελληνα. Τα όνειρά τους, ενίοτε τσακισμένα, μπερδεύονται.

Δωμάτιο με θέα

Στο «Σπίτι», που φαντάζει σαν σημερινή εκδοχή του «Προξενιού της Αννας», χτίζεται μεθοδικά ένα συμπαγές οικοδόμημα με λεπτομέρειες και φαινομενικά ασήμαντες φράσεις. «Φίλες με τη Νάντια;» ρωτάει με επιτηδευμένη έκπληξη την Εύη (σύζυγο ενός νεόπλουτου ζευγαριού) μια «φίλη» της, όταν προσκαλείται να καθίσει μαζί τους στο τραπέζι για ένα κρασί η Γεωργιανή υπηρέτρια του σπιτιού, η Νάντια. Στην πρώτη σκηνή, όπου ο κινηματογραφικός φακός παρακολουθεί τη δράση από απόσταση αφήνοντας να ακουστεί και το ανήσυχο θρόισμα της φύσης, είδαμε τη Νάντια να ζαλίζεται και να πέφτει. Πάσχει από μια σπάνια αρρώστια. Η Εύη, αν και δηλώνει πως η Νάντια τής είναι σαν αδελφή, την αφήνει στη μοίρα της. Ο σύζυγός της δεν αντέχει έναν άρρωστο ανάμεσα στα πόδια τους.
Η οικονομική κρίση, που απειλεί τους νεόπλουτους, και η μοίρα, που δοκιμάζει όσους δεν έχουν θέση στον ήλιο, διαλύουν εν ριπή οφθαλμού αυταπάτες. Στο «Σπίτι», η μεσοαστική (και βάλε) οικογένεια απογυμνώνεται και ηθικά. Η Νάντια φεύγει με αξιοπρέπεια από το μικρό δωμάτιο υπηρεσίας που έχει θέα ένα «νταμάρι», τον σκαμμένο βράχο του οικοπέδου. Λίγο μετά, αποξενωμένη και από τον ερωτικό της σύντροφο, σωριάζεται και πάλι, σε νεορεαλιστικό σκηνικό αυτή τη φορά, σε λεωφόρο της αφιλόξενης Αθήνας. Η ματιά του Καρανικόλα, φαινομενικά προσωποκεντρική, είναι βαθιά κοινωνική και οξεία. Η ταινία του είναι γεμάτη αντιθέσεις. Η πιο βασική αφορά τον οργανικό κορμό της ταινίας: τον ξένο (το σώμα και το βλέμμα της πρωταγωνίστριας Μαρίας Καλλιμάνη σε μια Ελλάδα, που παρότι δεν είναι ξενοφοβική, την αποξενώνει) και το ανόργανο σώμα της: τον φέροντα οργανισμό του «Σπιτιού» (μοντέρνο κλουβί από σπασμένη πέτρα, μπετόν, ατσάλι και ψυχρό γυαλί που στεγάζει το όνειρο του σύγχρονου Ελληνα).

Οδύσσεια

Ο Πάνος Κούτρας συνεχίζει να παίζει με τους τίτλους των ταινιών του. Το «Xenia», που ηχεί όπως το γυναικείο όνομα, είναι ένα εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο στις παρυφές μιας επαρχιακής πόλης. Οι ήρωές του είναι αυθεντικοί, από τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας, αλλά και από το περιθώριο. O νεαρός Nτάνι, Αλβανός γκέι που επιβιώνει σε επικίνδυνες ζώνες της καθημερινότητας, ξανακάνει αντίστροφα (από τον Νότο προς τον Βορρά) το ταξίδι του Αλβανού προς το ελληνικό του όνειρο. Αφήνει την Κρήτη και έρχεται στην Αθήνα, όπου ζει ο στρέιτ αδελφός του, ο Οντι. Οι δυο τους θα κατευθυνθούν προς τη Θεσσαλονίκη. Ξεκομμένοι από την αλβανική τους ρίζα (η μητέρα τους, τραγουδίστρια που λάτρευε την Πάτι Πράβο, μόλις πέθανε) αναζητούν τον Ελληνα πατέρα τους, ο οποίος τους εγκατέλειψε όταν ήταν μικρά παιδιά. Στο τέλος αυτής της ελληνο-αλβανικής τραγωδίας, η φαντασία έρχεται λυτρωτικά σαν από μηχανής θεός. Το «Xenia», όπως και η «Στρέλλα», είναι μια τρυφερή ταινία για τις φτηνές απομιμήσεις της ζωής, τη φαντασιακή της όψη και, κυρίως, για τα όνειρα και τα αληθινά αισθήματα.

Δείτε

«Στο σπίτι», 2014
Η Γεωργιανή Νάντια, υπηρέτρια σε οικογένεια Ελλήνων νεόπλουτων εδώ και 12 χρόνια, μαθαίνει ότι πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια. Οσονούπω η «οικογένειά» της τής δείχνει την έξοδο. Μελόδραμα, ηθογραφία και μοντέρνο (αντονιονικού τύπου) σινεμά βρίσκονται σε άριστη ισορροπία. Γυρίστηκε από τον Αθανάσιο Καρανικόλα και συμμετείχε στο Φόρουμ της Μπερλινάλε. Η πρωταγωνίστριά του, η Μαρία Καλλιμάνη (φωτ.), δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας. Δίπλα της εμφανίζονται ο Αλέξανδρος Λογοθέτης, η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, ο Γιάννης Τσορτέκης, η Ζωή Ασημάκη. (Προβάλλεται στις αίθουσες)

«Xenia», 2014
Ο Πάνος Κούτρας («Στρέλλα») υπογράφει μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες των τελευταίων χρόνων. Δύο νεαροί Αλβανοί δεύτερης γενιάς αναζητούν τον Ελληνα πατέρα τους. Η οικογένεια είναι συνώνυμο του τραύματος αλλά και του ονείρου. Η ταινία συμετείχε στις Κάννες στο τμήμα «Ενα κάποιο βλέμμα». Παίζουν: Κώστας Νικούλι, Νίκος Γκέλια, Αγγελος Παπαδημητρίου, Γιάννης Στάνκογλου. (Πρεμιέρα στις 2/10)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 28-9-2014

στο σπίτι

Ο ξένος και η οικογένεια είναι μόνιμα θεματικά μοτίβα στις ελληνικές ταινίες τα τελευταία χρόνια, σε μια από τις πρόσφατες, «Στο σπίτι», η διαύγεια των εικόνων και η διεισδυτική κοινωνική ματιά του Αθανάσιου Καρανικόλα κάνουν τη διαφορά. Σχηματικά, ίσως και αυθαίρετα, θα λέγαμε πως ο Καρανικόλας τοποθετεί μια σημερινή εκδοχή του «Προξενιού της Αννας» (μια σύγχρονη ηθογραφία γύρω από την «ένταξη» και τον διωγμό μιας Γεωργιανής υπηρέτριας σε μια οικογένεια νεόπλουτων) σε σκηνικό που θυμίζει «Κυνόδοντα» (ένα μοντέρνο σπίτι σκαρφαλωμένο σε έναν ερημικό ξερό τόπο). Στόχος του είναι ένα κοινωνικό δράμα, με τη γυναίκα και τον ρευστό συναισθηματικό της κόσμο στο επίκεντρο της μυθοπλασίας.
Η Νάντια υπηρετεί εδώ και 12 χρόνια την οικογένεια του Στέφανου και Εύης, που την βλέπει σαν «αδελφή» της. Κάνει όλες τις δουλειές στο σπίτι και μεγαλώνει την κόρη τους. Το σπάσιμο της οικονομικής φούσκας, αληθινός σεισμός για το όνειρο των νεόπλουτων, προκαλεί ρήγμα στην φαινομενική ευτυχία αυτής της διαταξικής «οικογένειας». Η μοίρα, βηματοδότης του μελοδράματος, διευρύνει το ρήγμα φανερώνοντας πλήρως την ηθική γύμνια της Εύης και του Στέφανου. Αποκαλύπτει και την αληθινή σχέση τους με την Νάντια: σχέση αφεντικού – υπηρέτη. Μόλις μαθαίνουν ότι η Νάντια πάσχει από μια σπάνια αρρώστια τη διώχνουν από το σπίτι. Αυτή φεύγει με αξιοπρέπεια.
Η σκηνοθεσία του Καρανικόλα δουλεύει διαρκώς με την αίσθηση του αδιεξόδου. Είτε όταν η Νάντια κοιτάζει από το μεγάλο γυάλινο άνοιγμα του σαλονιού του σπιτιού τον μακρινό ορίζοντα, είτε όταν το βλέμμα της διαπερνά τον γυάλινο άθραυστο τοίχο του δωματίου υπηρεσίας για να σταματήσει στον σκαμμένο βράχο του οικοπέδου. Ξένη σε μια, φαινομενικά διόλου ξενοφοβική, «ευρωπαϊκή» οικογένεια Ελλήνων. Φόρμα και περιεχόμενο συντίθενται από το μπετόν της βίλας, τη σπασμένη πέτρα που υπαινίσσεται έρημο, το κορμί της υπηρέτριας και από το βλέμμα της που πέφτει διαρκώς σε ορατούς και αόρατους τοίχους.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 25-9-2014

Boyhood

Δώδεκα καλοκαιρινά ραντεβού για μια σπουδαία ταινία ενηλικίωσης…

Μετά την ευρωπαϊκή τριλογία του «πριν» (το τρίτο μέρος της, το «Πριν τα μεσάνυχτα», γυρίστηκε στη Μεσσηνία), ο Αμερικανός Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ επανήλθε στο προσκήνιο με το «Μεγαλώνοντας» (Boyhood). Ταινία-κόνσεπτ για την παιδική ηλικία, την εφηβεία και την ενηλικίωση που έχει για φόντο την πατρίδα του, το Τέξας. Τον περασμένο Φεβρουάριο, στο Φεστιβάλ του Βερολίνου βραβεύτηκε με την Αργυρή Άρκτο.
Όλα ξεκίνησαν πριν από 12 χρόνια, όταν ο Λικλέιτερ έπεισε έναν πιτσιρικά στη γειτονιά του στο Χιούστον, τον 6χρονο Ελαρ Κόλτρεϊν, να ερμηνεύσει τον ρόλο του μικρού Μέισον – ήρωα μιας ταινίας που τα γυρίσματά της θα κρατούσαν μέχρι την ενηλικίωσή του. Η κόρη του, Λόρελαϊ Λινκλέιτερ, θα υποδυόταν την αδελφή του Μέισον. Με την ιδέα συμφώνησαν ο Ιθαν Χοκ, φίλος του σκηνοθέτη, η Πατρίτσια Αρκέτ και άλλοι επαγγελματίες ηθοποιοί και τεχνικοί. Κλείστηκαν 12 ραντεβού για ισάριθμα καλοκαίρια και αφέθηκαν όλοι σε αυτό το πρωτότυπο «πείραμα» με τον χρόνο.
Tο «Μεγαλώνοντας» αφήνεται στον ρυθμό της αληθινής ζωής. Υπ’ αυτή την έννοια είναι μια αληθινή ιστορία για τον φανταστικό Μέισον, που μεγαλώνει με διάφορες οικογένειες μετρώντας τους αποτυχημένους γάμους και τα διαζύγια της μητέρας του. Μια ιστορία με φόντο το συντηρητικό Τέξας των Μπους (τους οποίους μισεί ο cool πατέρας του Μέισον). Η ζωή κυλάει χωρίς να λογαριάζει τα όνειρα, τις μικρές χαρές, τις μεγάλες λύπες, την ευτυχία ή τη μελαγχολία των ανθρώπων. Ο Μέισον, που θέλει να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο και όχι ένα προφίλ στο facebook, βρίσκει τον δρόμο του και το προσωπικό του στίγμα σε αυτή την κοινωνική τοιχογραφία του Λικλέιτερ.
Το «Μεγαλώνοντας» είναι ένα κράμα πλούσιων συναισθημάτων, αλλά και μια φαινομενικά μονόχορδη ταινία, με χιούμορ, λεπτά πολιτικά σχόλια και πολλά φαντάσματα, ανάμεσά τους και αυτό του «Πρωτάρη». Kυλάει ήρεμα, χωρίς εξάρσεις, στο μεταίχμιο ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας για 165 λεπτά της ώρας. Οσο το σκέφτεσαι, τόσο σιγουρεύεσαι πως ο χρόνος σου δεν πήγε χαμένος. Πρόκειται για σπουδαίο έργο, αβίαστο, αποσπασματικό και αποδραματοποιημένο, φτιαγμένο με μικρές ψηφίδες ζωής.
Η μυθοπλασία του Λινκλέιτερ, φαινομενικά ρηχή, αποπνέει τρυφερότητα και ευαισθησία. Το «ντοκιμαντέρ» του, εστιασμένο στο πρόσωπο ενός μικρού παιδιού που μεγαλώνει στον αληθινό κόσμο, έχει διαύγεια σπάνια για αμερικανική ταινία.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11-9-2014

No1 καταζητούμενος

Από τους μελαγχολικούς λογοτεχνικούς ήρωες του Τζον Λε Καρέ δύο κατάφεραν να γίνουν σπουδαίοι και στο σινεμά. Ο Αλεκ Λίμας του Ρίτσαρντ Μπάρτον στον «Κατάσκοπο που γύρισε από το κρύο» (Μάρτιν Ριτ, 1965) και ο Γκίντερ Μπάχμαν του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον σημερινό «Νο 1 καταζητούμενο» του Αντον Κορμπάιν, που έλαχε να γίνει το κύκνειο άσμα του Αμερικανού ηθοποιού. Ο πρώτος, κατάσκοπος της βρετανικής ΜΙ6 τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, είναι άλλοτε κυνικός και άλλοτε σαν καζάνι που βράζει με συμπιεσμένο μέσα του τον θυμό ενός τσακισμένου αλκοολικού Ιρλανδού. Ο δεύτερος, μεσήλικας Γερμανός πράκτορας στο σύγχρονο Αμβούργο, που βρίσκεται σε αναβρασμό μετά την 11η Σεπτεμβρίου, έχει ήδη χρεωθεί μία ήττα στη Βηρυτό. Πίνει και καπνίζει και αντιμετωπίζει τη δουλειά του σαν παρτίδα σκάκι. Οπλα του είναι η λογική, η υπομονή και η ψυχραιμία και ασπίδα του η βεβαιότητα πως ο «εχθρός» και ο «φίλος» δεν είναι ποτέ δεδομένοι.

Ενας Γερμανός φίλος

Ο Χόφμαν ταίριαξε αρμονικά στον ρόλο του, κλείνοντας τον κύκλο των μεγάλων ρόλων της καριέρας του λίγο πριν από το τραγικό του τέλος. Το φιζίκ του, που απείχε από τα πρότυπα των μάτσο ηρώων της σύγχρονης δράσης, τον βοήθησε να δημιουργήσει έναν ψυχολογικά περίπλοκο κατάσκοπο με παρουσιαστικό καθημερινού ανθρώπου. Ο δικός του Μπάχμαν, ζεστός και ανθρώπινος, ζει στην ψύχρα της μπερδεμένης εποχής των ασύμμετρων απειλών, που μπερδεύτηκε ακόμη πιο πολύ από την πολιτική του Μπους του νεότερου και του Τσένι. Με τον «Νο 1 καταζητούμενο», από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Λε Καρέ (εκδόσεις Bell), ήρθε διακριτικά, αλλά και συναρπαστικά, ο κινηματογραφικός μας Σεπτέμβρης.
Ο Γκίντερ Μπάχμαν είναι βαρύς και κουρασμένος, ίσως και σε προσωπικό αδιέξοδο, σαν ένας ντετέκτιβ του φιλμ νουάρ που δεν έχει ηθικές αυταπάτες. Φαντάζει είδος προς εξαφάνιση σε καιρούς που οι κατάσκοποι προγραμματίζονται να ενεργούν σαν ψυχρές πολεμικές μηχανές χωρίς να σκέπτονται ή να αισθάνονται. Στο Αμβούργο (που έχει μπει στο μικροσκόπιο της CIA μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, καθώς η CIA το θεωρεί βάση των τρομοκρατών που έπληξαν το Μανχάταν) θα ζήσει μια περιπέτεια, που για τις υπηρεσίες θα έχει επιτυχημένη έκβαση, έτσι νομίζουν, γι’ αυτόν όμως θα πάρει διαστάσεις προσωπικής συντριβής.
Το κατασκοπικό θρίλερ αρχίζει όταν ένας νεαρός ισλαμιστής, ο Ισα, φτάνει λάθρα στο λιμάνι του Αμβούργου. Μισός Ρώσος (γιος στρατιωτικού, που είχε διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο και με το ξέπλυμα «βρώμικου» χρήματος) και μισός Τσετσένος, θεωρείται από τη CIA επικίνδυνος τζιχαντιστής. Ο ερχομός του στην πόλη σημαίνει συναγερμό στις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες, αλλά και στο κλιμάκιο της CIA που θέλει να κατευθύνει την επιχείρηση. Ο Μπάχμαν κρατάει αποστάσεις από τους Αμερικανούς και παρακολουθεί τις κινήσεις του Ισα ξέροντας ότι το μικρό ψάρι κάποια στιγμή θα τους οδηγήσει στο μεγάλο. Εργάζεται μεθοδικά δημιουργώντας ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών και υπόπτων, που ίσως τον οδηγήσει στην καρδιά της τρομοκρατίας. Οι ανώτεροί του, όμως, βιάζονται να τελειώσουν την υπόθεση πιεζόμενοι από τους Αμερικανούς, που θέλουν να μαντρώσουν τον ύποπτο στο Γκουαντάναμο.

Η CIA στην Ευρώπη

Οι ιστορίες του Λε Καρέ έχουν δαιδαλώδη πλοκή, υποβλητική ατμόσφαιρα και ήρωες που βιώνουν προσωπικές ήττες την ώρα που οι επιχειρήσεις τους έχουν αίσιο τέλος. Ο κατάσκοπος (που η μοίρα του εξαρτάται από σκοτεινά παιχνίδια των υπηρεσιών, κατά αναλογία με τη μοίρα των ηρώων της ελληνικής τραγωδίας, που κρέμεται από τις διαθέσεις των θεών) είναι η ορατή παράπλευρη απώλεια ενός αόρατου πολέμου. Ο Μπάχμαν είναι χαρακτηριστικός ήρωας του Λε Καρέ, όπως και ο Λίμας, που «αυτομολεί» με τραγικό τρόπο στο «παραπέτασμα».
Στον «Νο 1 καταζητούμενο» ο Λε Καρέ και ο Κορμπάιν περιγράφουν τον σύγχρονο κόσμο των κατασκόπων σχολιάζοντας τη νέα διείσδυση της CIA στην Ευρώπη. Οι πρόσφατες τηλεπαρακολουθήσεις και αποκαλύψεις για τη διείσδυση Αμερικανών πρακτόρων στον γερμανικό κρατικό μηχανισμό, που προκάλεσαν σκάνδαλο και δημιούργησαν ένταση στις γερμανο-αμερικανικές σχέσεις, τους δικαιώνουν.

Δείτε

«Ο Νο 1 καταζητούμενος» (A Most Wanted Man, 2014)
Ο Αντον Κορμπάιν, γνωστός φωτογράφος αστέρων του ροκ και σκηνοθέτης, μεταφέρει υποδειγματικά στην οθόνη το ομότιτλο μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρέ. Στο Αμβούργο, που μετά τους Δίδυμους Πύργους έχει γίνει καυτή ζώνη για τις μυστικές υπηρεσίες, φτάνει λάθρα ένας Τσετσένος, που οι Αμερικανοί τον θεωρούν τρομοκράτη. Ο Γκίντερ Μπάχμαν, πράκτορας της γερμανικής αντικατασκοπείας, παρακολουθεί στενά τις συναντήσεις του με μια Γερμανίδα ακτιβίστρια και με έναν Βρετανό τραπεζίτη.

«Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» (The Spy Who Came in from the Cold, 1965).
Ασπρόμαυρη κλασική κατασκοπική ταινία του Μάρτιν Ριτ από το βιβλίο του Τζον Λε Καρέ. Ενας πράκτορας της ΜΙ6 εμπλέκεται σε έναν λαβύρινθο ύστερα από μια αποτυχημένη επιχείρηση στο Checkpoint Charlie στο Βερολίνο του Ψυχρού Πολέμου. Με Ρίτσαρντ Μπάρτον, Κλερ Μπλουμ, Οσκαρ Βέρνερ.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 14-9-2014

Λαουρα

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ το Σαββατοκύριακο που πέθανε η Λάουρα. Ενας ασημένιος ήλιος έκαιγε στον ουρανό σαν τεράστιος μεγεθυντικός φακός. Ηταν η πιο ζεστή Κυριακή που θυμάμαι. Ενιωθα σαν να είχα απομείνει ο τελευταίος άνθρωπος στη Νέα Υόρκη. Και πράγματι, μετά τον φρικτό θάνατό της είχα μείνει μόνος. Εγώ ο Γουάλντο Λίντεκερ, ο μοναδικός που ήξερε αληθινά τη Λάουρα, είχα αρχίσει να γράφω την ιστορία της όταν ήρθε να με δει ένας από αυτούς τους ντετέκτιβ…». Με τη φωνή του Κλίφτον Γουέμπ εκτός κάδρου ως εισαγωγή αρχίζει η διαχρονικά σαγηνευτική «Λάουρα», ένα από τα πιο εμβληματικά ερωτικά φιλμ νουάρ από συστάσεως Χόλιγουντ. Ο Γουέμπ, διάσημος ηθοποιός του θεάτρου, ο οποίος κόντεψε να πάθει σοκ όταν τον κάλεσαν σε οντισιόν στη Fox του μαικήνα Ντάριλ Ζανούκ πριν του δώσουν ρόλο συμπρωταγωνιστή δίπλα στην άσημη Τζιν Τίρνεϊ, μας εισάγει ατμοσφαιρικά στην ιστορία ενός καταστροφικού πάθους.

Παραλίγο κουλουβάχατα

Η «Λάουρα» γυρίστηκε το 1944 και άντεξε στον χρόνο. Δεν διεκδίκησε ποτέ όμως τον χαρακτηρισμό της ως ταινία-σταθμός στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, παρότι πρόκειται για «ταινία δημιουργού» που κυοφορήθηκε σε ασφυκτικό πλαίσιο παραγωγής. Ηταν ένας μικρός θρίαμβος του σκηνοθέτη Οτο Πρέμινγκερ, που κατάφερε να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο της δουλειάς του αναγκάζοντας τον φοβερό και τρομερό Ζανούκ να αναδιπλωθεί.
Το παρασκήνιο της «Λάουρας», που παραλίγο να καταλήξει b-movie, θα μπορούσε να γίνει σενάριο γύρω από μια ταραγμένη περίοδο της Fox. Η συγγραφέας Βέρα Κάσπαρι, που λίγα χρόνια μετά βρέθηκε στη μαύρη λίστα του Μακάρθι, είχε δυσαρεστηθεί γιατί το πιο εμπορικό βιβλίο της, με προσεγμένη γραφή και σύνθετους ψυχολογικά ήρωες, είχε θεωρηθεί β΄ διαλογής από τη Fox. Ο Ρούμπεν Μαμούλιαν, ήδη επιτυχημένος σκηνοθέτης, αντιστεκόταν στην αφόρητη πίεση του Ζανούκ (που είχε έτοιμο ένα δικό του τέλος για την ιστορία) να αναλάβει την ταινία. Παράλληλα, ο Ζανούκ δεν ήθελε τον Ντάνα Αντριους για πρωταγωνιστή στον ρόλο του νεαρού ντετέκτιβ. Η μόνη που δεν είχε προβλήματα ήταν η νεαρή Τίρνεϊ, την οποίο ο ίδιος ο Ζανούκ είχε ανακαλύψει. Λίγο πριν ναυαγήσει το σχέδιο, ο Πρέμινγκερ, Εβραίος εμιγκρές από την Αυστρία που είχε έρθει στο Χόλιγουντ την εποχή της ανόδου του ναζισμού και έπαιζε ρόλους ναζιστών σε ταινίες, ανέλαβε παραγωγός και σκηνοθέτης της «Λάουρας».
Η αθόρυβη και διαυγής σκηνοθεσία του, υπόδειγμα αφηγηματικής πυκνότητας και αριστοτεχνικής στιβαρότητας, υπερέβη τις συμβάσεις του Χόλιγουντ μετατρέποντας το b-movie σε σπουδαία ταινία. Η ατμόσφαιρα, οι διάλογοι που έχουν βαρύτητα παρόμοια με εκείνη της δράσης και η διεύθυνση των ηθοποιών έφεραν την επιτυχία.

Πόθος

Πυρήνας της μυθοπλασίας είναι ο πόθος τριών ανδρών από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις για τη Λάουρα Χαντ, νεαρή διαφημίστρια, που μπήκε στους κοσμικούς κύκλους της Νέας Υόρκης χάρη στον σνομπ Γουάλντο Λίντεκερ, διάσημο χρονικογράφο και Πυγμαλίωνά της. Η ταινία, εξαίρετης γεωμετρίας, ανοίγει και κλείνει ρομαντικά με την υπνωτιστική αφήγηση του αριστοκράτη Γουάλντο εκτός κάδρου. Στο ενδιάμεσο, ο σκληρός, φαινομενικά κυνικός, ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον προσπαθεί να ταιριάξει σωστά τις λεπτομέρειες για να λύσει το μυστήριο του φόνου της Λάουρας και να βρει τον δολοφόνο της. Οι ενδείξεις τον στρέφουν προς τον Σέλμπι, δανδή που τον συντηρεί μια πλούσια. Καθώς προχωρούν οι έρευνες, ο ΜακΦέρσον ερωτεύεται τη «νεκρή» Λάουρα μαγεμένος από το πορτρέτο της που είναι κρεμασμένο στον τοίχο του σαλονιού της. Ενα βράδυ, που βυθίζεται στο πάθος του διαβάζοντας το ημερολόγιό της, η «νεκρή» εμφανίζεται ολοζώντανη μπροστά του. Μια άτυχη γυναίκα, φίλη της, δέχτηκε στο πρόσωπό της τα σκάγια από το δίκαννο του δολοφόνου.
Για την ιστορία, στα γυρίσματα ως πορτρέτο της Λάουρας χρησιμοποιήθηκε μια επεξεργασμένη τεχνικά φωτογραφία της Τίρνεϊ, που αντικατέστησε το πορτρέτο της το οποίο είχε ζωγραφίσει η σύζυγος του Μαμούλιαν. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία της ταινίας από τον Τζόζεφ Λα Σελ βραβεύτηκε με Οσκαρ.

Δείτε

Λάουρα (Laura, 1944)
Η «Λόρα», που επικράτησε να την αποκαλούμε Λάουρα, είναι ένα από τα σημαντικότερα ερωτικά φιλμ νουάρ στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Αυστριακός Οτο Πρέμινγκερ έκανε διάσημη την Τζιν Τίρνεϊ στον ρόλο μιας φαμ φατάλ, που ξεφεύγει κάπως από τα στερεότυπα του είδους και έρχεται κοντά στο μελόδραμα. Ο αριστοκράτης Γουάλντο Λίντεκερ, μεσήλικας χρονικογράφος με δηλητηριώδη πένα, κυνικός και αδίστακτος με όποιον αγγίξει ό,τι θεωρεί ιδιοκτησία του, αντιμετωπίζει τη Λάουρα ως ανεκτίμητο δημιούργημά του. Τη Λάουρα, που έχει ταπεινή κοινωνική καταγωγή, φαίνεται να την κερδίζει ο μορφονιός Σέλμπι, κηφήνας που τρώει χρήματα από μια πλούσια γεροντοκόρη. Μετά τη δολοφονία της Λάουρα, με την οποία αρχίζει η ταινία, παρουσιάζεται στο προσκήνιο ο ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον, ήρωας έπειτα από συμπλοκή με γκάνγκστερ, που ερωτεύεται την εικόνα της: το πορτρέτο της που κρέμεται στον τοίχο. Δίπλα στην Τίρνεϊ, οι Ντάνα Αντριους, Κλίφτον Γουέμπ, Βίνσεντ Πράις, Τζούντιθ Αντερσον.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 24-8-2014

Ουδέν νεωτερον

«Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έθεσε επί ποδός πολέμου 65.000.000 άντρες, άφησε πάνω από 8.000.000 νεκρούς και άλλους 21.000.000 τραυματίες. Σάρωσε τέσσερις από τις παλιές αυτοκρατορίες της ηπείρου και έκανε την Ευρώπη «ένα εργαστήριο πάνω σ’ ένα τεράστιο νεκροταφείο» σύμφωνα με τη ρήση του Τσέχου πολιτικού Τόμας Μάζαρικ», γράφει ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ στον πρόλογο του έργου του «Σκοτεινή ήπειρος, ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας». Ο κινηματογράφος τον αποτύπωσε με ιδιαίτερα αντιηρωικό τόνο, επιμένοντας κυρίως στις εκατόμβες του γαλλογερμανικού μετώπου.
Στο σινεμά, ο πολύχρονος Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έγινε πένθιμη ιστορία στη λάσπη και στη φρίκη των χαρακωμάτων, που πήραν συμβολικές διαστάσεις ενός μακρύ και δαιδαλώδους ομαδικού τάφου. Ο πόλεμος είναι σφαγείο και ο πατριωτισμός κούφια έννοια. Ο θάνατος, πιο ισχυρός από το καθήκον, είναι η μοναδική, ζοφερή, πραγματικότητα του πολεμιστή. Ο πόλεμος δεν ήταν ό,τι καλύτερο για τον νέο που πίστεψε πως θα γίνει ηρωικά άντρας.
Λογική εξήγηση γι’ αυτό το αντιπολεμικό κινηματογραφικό κρεσέντο θα μπορούσε να αναζητηθεί σε έναν ετεροχρονισμό: οι πρώτες ταινίες με θέμα τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γυρίστηκαν αφότου αυτός είχε τελειώσει. Τα πράγματα ήταν διαφορετικά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη διάρκειά του έχουμε πλήθος ταινιών με σκοπό την τόνωση του ηθικού των στρατιωτών στο μέτωπο και των μαζών στα μετόπισθεν και μετά το τέλος του, άλλο ένα πλήθος από επικές πολεμικές περιπέτειες που δοξάζουν τη νίκη και τη νέα παγκόσμια ισορροπία. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν κυρίως ευρωπαϊκή υπόθεση σε μια εποχή που ο κινηματογράφος (το Χόλιγουντ) δεν είχε προλάβει να εξελιχθεί πλήρως σε βιομηχανία μαζικού θεάματος. Επίσης, σε αντίθεση με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που η σύγκρουση είχε και χαρακτήρα ηθικό και ιδεολογικό (ο ελεύθερος, δημοκρατικός, κόσμος βρέθηκε απέναντι στην πρόκληση του ναζισμού και του φασισμού), ήταν μια κλιμακούμενη σύρραξη στην οποία ενεπλάκησαν σταδιακά διάφορες χώρες σε διάφορα μέτωπα στη διάρκεια μιας σχετικά μακράς περιόδου ανασχηματισμού του κόσμου και του χάρτη. Στη μυθική «Καζαμπλάνκα» του 1943 ο έρωτας θυσιάζεται στον βωμό του ηθικού καθήκοντος. Στον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του 1932, όμως, ο έρωτας ενός αξιωματικού και μιας νοσοκόμας δείχνει πόσο τραγικά μικρός κι ασήμαντος είναι ο άνθρωπος και η φυσιολογική ζωή του μέσα στον παραλογισμό του πολέμου.
Οι δύο διασημότερες μέχρι σήμερα αντιπολεμικές ταινίες γυρίστηκαν πριν από το 1940. Το «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο» του Λούις Μάιλστοουν και το «Αποχαιρετισμός στα όπλα» του Φρανκ Μπορζάτζ βασίστηκαν αντίστοιχα στα κλασικά μυθιστορήματα των Εριχ Μαρία Ρεμάρκ και Ερνεστ Χέμινγουεϊ, που αποτελούν κορυφαίες στιγμές της αντιπολεμικής λογοτεχνίας. Η μοναδική γνωστή ταινία εκείνης της περιόδου που αντιμετώπισε τον πόλεμο κυρίως σαν εντυπωσιακό θέαμα ήταν το βωβό «Wings» του Γουίλιαμ Γουέλμαν, έργο που εγκαινίασε τα Οσκαρ το 1929 και που πρόσφατα επανεκδόθηκε σε blu-ray. Δύο πιλότοι, ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα, πηγαίνουν στον πόλεμο. Η ιστορία είναι αφελής, όμως, οι αερομαχίες καλά κρατούν ακόμη.
Από τα χρόνια του ’50 και το αριστούργημα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «Σταυροί στο μέτωπο» μέχρι τις μέρες μας και το «Αλογο του πολέμου» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, οι ιστορίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου φάνηκαν αρκούντως συγκλονιστικές για να εμπνεύσουν επίσης συγκλονιστικές ταινίες, όπως το «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» του Ντάλτον Τράμπο ή την «Καλλίπολη» του Πίτερ Γουίαρ.

10 ταινίες για τον Α΄ Παγκόσμιο


Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο (All Quiet on the Western Front, 1930)

«Μια ταινία που πρέπει να μεταφραστεί σε όλες τις γλώσσες και να παίζεται κάθε χρόνο σε όλες τις χώρες μέχρι να διαγραφεί από τα λεξικά η λέξη πόλεμος», σύμφωνα με έναν Αμερικανό κριτικό. Του Λούις Μάιλστοουν από το μυθιστόρημα του Εριχ Μαρία Ρεμάρκ. Κυκλοφόρησε πέρυσι σε blu-ray με αφορμή τα 100 χρόνια της Universal.

Αποχαιρετισμός στα όπλα (A Farewell to Arms, 1932)
Το μυθιστόρημα του Ερνεστ Χεμινγουέι, που έχει γνωρίσει πλήθος κινηματογραφικών διασκευών, στην καλύτερη μεταφορά του από τον Φρανκ Μορζάτζ με τον Γκάρι Κούπερ και την Ελεν Χέιζ. Στην έγχρωμη διασκευή του 1957 από τον Τσαρλς Βιντόρ με τον Ροκ Χάτσον και την Τζένιφερ Τζόουνς υπερτονίστηκε το μελόδραμα και η αύρα των πρωταγωνιστών.

Η μεγάλη χίμαιρα (La grande Illusion, 1937)
Ουμανιστικό δράμα του Ζαν Ρενουάρ σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων. Ο πόλεμος καταστρέφει ζωές, όμως δεν ισοπεδώνει τα σύνορα που χωρίζουν τις κοινωνικές τάξεις.

Σταυροί στο μέτωπο (Paths of Glory, 1957)
O πόλεμος παρουσιάζεται σαν μια καταδίκη σε θάνατο φτωχών και αθώων στρατιωτών από την αριστοκρατία του γαλλικού στρατεύματος. Διατάσσονται να αυτοκτονήσουν, σ’ ένα παράλογο γιουρούσι, και όταν αντιδρούν, οδηγούνται παραδειγματικά στο στρατοδικείο. Η κινηματογραφική γεωγραφία σε αυτό το ρέκβιεμ του Στάνλεϊ Κιούμπρικ ορίζεται από δύο τράβελινγκ: ένα στα χαρακώματα και ένα στο εκτελεστικό απόσπασμα. Με τον Κερκ Ντάγκλας.

Ο μεγάλος πόλεμος (La grande Guerra, 1959)
Λούφα και παραλλαγή κατά Μάριο Μονιτσέλι. Σαρκαστική ιταλική κωμωδία για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον Βιτόριο Γκάσμαν και τον Αλμπέρτο Σόρντι σε ρόλους λουφαδόρων.

Ο Λόρενς της Αραβίας (Laurence of Arabia, 1962)
Διάσημη ταινία του Ντέβιντ Λιν, όμως, σε διαφορετικό κλίμα από τις υπόλοιπες που μας απασχολούν. Ενας Βρετανός αξιωματικός, ρομαντικός και ονειροπόλος, επιχειρεί να ενώσει τους Αραβες εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας που καταρρέει. Με τον Πίτερ Ο’ Τουλ.

Ο Τζόνι πήρε το όπλο του (Johny Got His Gun, 1971)
O σεναριογράφος Ντάλτον Τράμπο γύρισε μια ταινία για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχοντας, όμως, στραμμένο το βλέμμα του στο Βιετνάμ. Το απομεινάρι ενός πολεμιστή καταφέρνει να επικοινωνήσει με μια νοσοκόμο.

Καλλίπολη (Gallipoli, 1981)
1915, δύο νέοι, ο ένας τυχοδιώκτης και ο άλλος αθλητής δρομέας, διασχίζουν την έρημο της Αυστραλίας για να καταταγούν στον στρατό και να πολεμήσουν στην Καλλίπολη. Μια σφαίρα θα κόψει τη ζωή του δρομέα πριν αυτός προλάβει να κόψει το νήμα της μεγάλης νίκης. Η ειρωνεία του Πίτερ Γουίαρ μπλέκει με το Oxygene του Ζαν Μισέλ Ζαρ και το adagio in G minor του Αλμπινόνι.

Ατέλειωτοι αρραβώνες (Un long Dimanche de fiancailles, 2004)
Ταινία του Ζαν Πιερ Ζενέ από το μυθιστόρημα του Σεμπαστιέν Ζαπριζό. Μια γυναίκα αρνείται να πιστέψει πως ο αγαπημένος της βρίσκεται θαμμένος σε ομαδικό τάφο. Με την Οντρέ Τοτού.

Καλά Χριστούγεννα (Joyeux Noel, 2005)
Αληθινή ιστορία που διαδραματίστηκε στη γαλλοελβετική μεθόριο λίγο πριν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μπει στη δεύτερη και καταστροφικότερη φάση του. Γάλλοι, Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες αφήνουν για λίγο τα όπλα για να γιορτάσουν από κοινού τη νύχτα των Χριστουγέννων. Του Κριστιάν Καριόν.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 6-7-2014

Blog Stats

  • 75,121 hits

Αρχείο

Οκτωβρίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπ    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

13η τροποποίηση αμερικανικού συντάγματος Beasts of the southern wild Blancanieves Blockbuster CIA cult Killer Joe Killing them softly Les Miserables New Age Paradies Liebe Αλφρεντ Χίτσκοκ Αμερικανικός εμφύλιος Αννα Καρένινα Βωβό σινεμά Γκορ Βερμπίνσκι Εμίλ Ζολά Επιστημονική φαντασία Ζακ Γαλιφιανάκης Ζαν Λικ Γκοντάρ Ζιλί Ντελπί Κάθριν Μπίγκελοου Κίρα Νάιτλι Κουέντιν Ταραντίνο Κουβενζανέ Γουόλις Λέων Τολστόι Λίνκολν Λαρς φον Τρίερ Λεονάρντο Ντι Κάπριο Μαργκαρέτε Τίζελ Ματ Ντέιμον Μπάρμπα Θωμάς Μπεν Αφλεκ Μπεν Ζέιτλιν Μπραντ Πιτ Μυθικά πλάσματα του Νότου Νανά Ντάνιελ Ντέι Λιούις Οσα Παίρνει ο άνεμος Οσκαρ 2013 Πάμπλο Μπερχέρ Παιχνίδια Εξουσίας Πολ Τόμας Αντερσον Ράσελ Κρόου Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ Σπάικ Λι Στίβεν Σπίλμπεργκ Τζέσικα Τσάστεϊν Τζο Ράιτ Τζόνι Ντεπ Τομ Στόπαρντ Τομ Χούπερ Τόμι Λι Τζόουνς Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν Φρανσουά Οζόν Χαβιέ Μπαρδέμ Χιονάτη Χιου Τζάκμαν Χοακίν Φίνιξ Χολιγουντιανή κωμωδία Χόλιγουντ Ψυχώ αμερικανικός κινηματογράφος γαλλική νουβέλ βαγκ γαλλικός κινηματογράφος γαλλικό σινεμά γουέστερν ελληνικός κινηματογράφος ερωτισμός στον κινηματογράφο μιούζικαλ πολιτικό θρίλερ πορνογραφία σπαγγέτι γουέστερν σύγχρονος αμερικανικός κινηματογράφος σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος

Twitter Updates

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 31 other followers