Senso

Italiana vera…

Το «Σένσο», μελόδραμα κουρδισμένο σαν όπερα από τον Λουκίνο Βισκόντι, ξαναπροβάλλεται σε ψηφιακή επανέκδοση, που αναδεικνύει στο έπακρο την εκφραστική του δύναμη. Οι εικόνες του, συνθέσεις υψηλής αισθητικής, άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου.
1866, ο Γκαριμπάλντι πλησιάζει με τον στρατό του στην Βενετία που βρίσκεται υπό αυστριακή κατοχή. Σε ένα θέατρο, όπου παίζεται το «Il Trovatore» του Βέρντι, μετά την παράσταση ένας οπαδός του Γκαριμπάλντι, ο Ρομπέρτο, προσβάλλει έναν υπολοχαγό των αυστριακών, τον Φραντς. Στη συνέχεια, η εξαδέλφη του Ρομπέρτο, η κοντέσα Λίβια Σερπιέρι, ζητάει από τον Φραντς να μην μονομαχήσει μαζί του. Λίγο μετά θα τον ερωτευτεί σφόδρα. Ο έρωτας της για τον νεαρό υπολοχαγό του εχθρού την συμπαρασύρει σε καταστροφική δίνη. Κάποιες στιγμές νομίζεις πως ο Βισκπόντο παραλλάσσει την ιδέα της Τόσκα. Την ώρα της πτώσης το πάθος της κοντέσας θα γίνει απόγνωση, και η απόγνωσή της εκδίκηση. Αληθινή Ιταλίδα…
Η κλιμακούμενη ένταση και το δυναμικό δέσιμο του σκηνικού σε μια ρέουσα κινηματογραφική αφήγηση (ο νατουραλισμός είναι στο απόγειό του στην τελευταία σεκάνς της ταινίας) μετατρέπουν το μελόδραμα σε ξεχωριστή οπτική εμπειρία.

Senso (1953)
Εγχρ. Διάρκεια: 117΄
Σκηνοθεσία: Λουκίνο Βισκόντι
Ερμηνείες: Αλίντα Βάλι, Φάρλεϊ Γκρέιντζερ, Μάσιμο Τζιρότι

MK

Η ιστορία του Μίκαελ Κόλχαας (και όχι Μάικλ, όπως αποδόθηκε) έρχεται από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Χάινριχ φον Κλάιστ γύρω από έναν έμπορο αλόγων που έζησε στη Σαξονία του 16ου αιώνα και έγινε λαϊκός θρύλος. Ο Γάλλος σκηνοθέτης Αρνό ντε Παλιέρ το μετάφερε στη μεσαιωνική Ναβάρα.
Ο Κόλχαας, άνδρας με ηθικές αρχές και φιλελεύθερο πνεύμα, αντιδρά με κάθε νόμιμο τρόπο όταν ένας βαρώνος τον αδικεί και στη συνέχεια, όταν άνθρωποι του βαρώνου σκοτώνουν τη γυναίκα του, επαναστατεί. Τον ακολουθεί πλήθος χωρικών που δεν αντέχουν την καταπίεση του θρόνου και την υποκρισία της εκκλησίας.
Ο Παλιέρ εξαφανίζει κάθε ίχνος επικού. Σκηνοθετεί λιτά και ελλειπτικά με τρόπο που σε κάνει να νομίζεις πως βλέπεις μια ταινία στο ημίφως, ανάμεσα στο απομυθοποιητικό γουέστερν και στο μεσαιωνικό δράμα. Ενδιαφέρεται κυρίως για μια κοινωνική τοιχογραφία της εποχής και όχι για θεαματικές σκηνές δράσης. Το φυσικό σκηνικό και η ατμοσφαιρική φωτογραφία της Ζαν Λαπουαρί δίνουν ξεχωριστό ύφος στην ταινία.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-4-2014

451-215 - Hitler.indd

Ο Μολώχ του εικοστού αιώνα

Ο μεγαλύτερος δαίμονας του εικοστού αιώνα και πάλι στη σκηνή. Το «Χίτλερ, μια ταινία από τη Γερμανία» (1977) του Χανς Γιούργκεν Ζίμπερμπεργκ ξαναβγαίνει σε μία αίθουσα από τη New Star σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Γκαίτε. Φιλμ-ποταμός, που μοιάζει σαν αλλόκοτη θεατρική υπερπαραγωγή, διαρκεί 410 λεπτά και φαντάζει άλλοτε σαν νοσταλγική αναζήτηση του «αγνού γερμανικού παρελθόντος» κι άλλοτε σαν παραλήρημα του ανώνυμου Γερμανού μικροαστού, ο οποίος βλέπει στον καθρέφτη του, στο παραμορφωμένο από τους προβολείς του ναζισμού είδωλό του, τον «νέο άνθρωπο» της Ιστορίας. «Χίτλερ: ο θαυματοποιός του γερμανικού μικροαστισμού», η φράση θα ταίριαζε για τίτλος αυτής της ταινίας.
Παλαιότερα, ο ναζισμός απασχόλησε σπουδαίους κινηματογραφιστές. Ο Λουκίνο Βισκόντι, στους «Καταραμένους» (1969), συνέδεσε το όνομά του με την πιο ολοκληρωμένη ανατομία της Γερμανίας (σε οικονομικό, κοινωνικό και ιδεολογικό επίπεδο) στα χρόνια της ανόδου του ναζισμού, ενώ ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν περιέγραψε αλληγορικά την εκκόλαψη του «Αυγού του φιδιού» (1977). Στο λυκαυγές της χιλιετίας το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στο πρόσωπο του Χίτλερ. Το φιλμ «Μολώχ» του Αλεξάντερ Σοκούροφ (1999) ήταν ένα φορμαλιστικό ψυχόδραμα με τον Χίτλερ και την Εύα Μπράουν. Η «Πτώση» του Ολιβερ Χίρσμπιγκελ (2004), γύρω από το άδοξο τέλος του Χίτλερ, έγινε συνώνυμο της πρώτης γερμανικής υπερπαραγωγής του αιώνα. Πριν από αυτούς, ο Ζίμπερμπεργκ είχε τοποθετήσει μια μαριονέτα στον θρόνο του Φύρερ, το πνεύμα του είχε αφεθεί να τριγυρίζει σαν φάντασμα γύρω από τον τάφο του Βάγκνερ.

Μορφές στο σκοτάδι

Στην ιστορία του γερμανικού κινηματογράφου, τα φιλόδοξα έργα του έρχονται από την προπολεμική του εποχή, από τον εξπρεσιονισμό. Είναι αινιγματικά, σκοτεινά και δαιμονικά, παιχνίδια ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι. «Η ομοιοκαταληξία των λέξεων Sein (το είναι) και Schein (το φαίνεσθαι) οδηγεί σε ταχυδακτυλουργίες με την πραγματικότητα και τα όνειρα, μέχρις ότου οι μορφές που γεννιούνται στο σκοτάδι εμφανιστούν ως οι μόνες αληθινές», αναφέρει η ιστορικός Λότε Αϊσνερ στο βιβλίο της «Η δαιμονική οθόνη». Σε αυτό το κινηματογραφικό μπαρόκ, στις σκιές και τις τρομακτικές μεταμορφώσεις, τοποθετεί ο Ζίμπερμπεργκ τον πρώτο από τους τρεις πυλώνες της ταινίας του. Ο δεύτερος φτάνει πιο βαθιά, στον ρομαντισμό της «απόλυτης τέχνης» του Βάγκνερ, που η δομή της και η αρμονία της συνιστούν έναν καθρέφτη της γερμανικής ψυχής. Τρίτος πυλώνας είναι το θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ.
Στην εποχή της, η ταινία απωθήθηκε από το γερμανικό κοινό. Ο Ζίμπερμπεργκ, παρά τον χειμαρρώδη ποιητικό του λόγο, πυκνό και υπνωτιστικό, ήταν «βαρετός» για τον μέσο θεατή που θα περίμενε από αυτόν ένα έργο με πλοκή, αρχή, μέση και τέλος. Μπέρδεψε και την κριτική. Υπήρξαν συγκρατημένοι ύμνοι που μιλούσαν για επίτευγμα κινηματογραφικής αισθητικής, αλλά και αμήχανα σχόλια για την πρωτοποριακή φόρμα του Ζίμπερμπεργκ που πιθανόν να συγκαλύπτει μια λανθάνουσα έλξη προς τον ναζισμό. Πάντως, αν δει κανείς προσεκτικά την ταινία, ο Χίτλερ θεωρείται ξεκάθαρα ως υπεύθυνος για τη μεγαλύτερη δυσφήμηση της Γερμανίας και για τη μετατροπή του γερμανικού πολιτισμού σε εργαλείο χειραγώγησης των μαζών. Παρουσιάζεται ως ένας αξιολύπητος καλλιτέχνης που έγινε πολιτικός και ύστερα δήμιος στο όνομα μιας «πολιτιστικής επανάστασης ενάντια στον πύργο της νεωτερικότητας».

Γόνιμο έδαφος

Ο Ζίμπερμπεργκ διερευνά ανθρωπολογικά το γόνιμο έδαφος στο οποίο ρίζωσε και θέριεψε ο ναζισμός. «Είμαι ο θρύλος και η πραγματικότητα των ονείρων σας», κρώζει προς το πλήθος η ξύλινη μαριονέτα του Φύρερ. Η «αφύπνιση της μαγείας στη μεταχριστιανική ψυχή», συμπληρώνει ο ηθοποιός που την κινεί. Μέσα στο ημίφως της πιο αντιφατικής περιόδου του εικοστού αιώνα, ένας φασουλής, εμμονικός και ατάλαντος καλλιτέχνης, αναδείχθηκε σε σούπερ σταρ, σε εφιαλτικό «θέαμα» καταστροφής.
Το «Χίτλερ, μια ταινία από τη Γερμανία» ξανάρχεται στο προσκήνιο σε καιρούς βαθιάς οικονομικής κρίσης. Η φόρμα του ξεπεράστηκε, όχι όμως και το περιεχόμενό του, που το κάνουν επίκαιρο ο εντεινόμενος ευρωσκεπτικισμός και η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Ο Χίτλερ παραμένει απειλητικός δαίμονας, αν κρίνει κανείς και από τις έντονες συζητήσεις που έχει προκαλέσει στη Γερμανία η αναμενόμενη επανέκδοση της απαγορευμένης βίβλου του, «Ο αγών μου».

Δείτε

Χίτλερ, μια ταινία από τη Γερμανία (Hitler eine Film aus Deutschland, 1977)

Το μεγαλύτερο ρίσκο του «νέου γερμανικού κινηματογράφου» αφορά μια ταινία σχεδόν 7 ωρών γύρω από τον ναζισμό και τη συλλογική ευθύνη της γερμανικής κοινωνίας. Ο Χανς Γιούργκεν Ζίμπερμπεργκ τη γύρισε εξ ολοκλήρου σε στούντιο, σαν να νοσταλγούσε την προπολεμική εποχή κατά την οποία το γερμανικό σινεμά άνθησε στα στούντιο της UFA. «Ο Ζίμπερμπεργκ αδιαφορεί για το δράμα, τον θρίαμβο ή τη γελοιογραφία. Το μόνο που τον νοιάζει είναι να ξανακλέψει τις γραφές που χάθηκαν, ν’ αποδώσει στους νεκρούς το σώμα τους, να σχηματίσει τη σύνταξη του Απωθημένου», γράφει ο Νίκος Λυγγούρης στον Σύγχρονο Κινηματογράφο (τ. 13/14, 1977). Το «Xίτλερ, μια ταινία από τη Γερμανία» είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη: «Το δισκοπότηρο» (91΄), «Ενα γερμανικό όνειρο» (120΄), «Το τέλος μιας χειμωνιάτικης ιστορίας» (93΄), «Εμείς, τα παιδιά της κολάσεως» (100΄). Η απόδοσή της στα ελληνικά είναι πραγματικό επίτευγμα. Θα άξιζε, όμως, να τη δούμε αποκατεστημένη τεχνικά.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13-4-2014

Ζήτω η ελευθερια

Viva la liberta! Με αυτό το διαχρονικό, ευφορικό σύνθημα για τίτλο της ταινίας του, ο Ιταλός σκηνοθέτης και συγγραφέας Ρομπέρτο Αντο (το σενάριο βασίζεται στο μυθιστόρημά του «Ο άδειος θρόνος») επιχειρεί ένα πείραμα: στη θέση ενός κουρασμένου Ιταλού πολιτικού, που το κόμμα του βυθίζεται δημοσκοπικά πριν από τις εκλογές, τοποθετεί ένα σωσία του, τον «τρελό» δίδυμο αδελφό του, και αίφνης τα πράγματα αλλάζουν προς το καλύτερο -τουλάχιστον για το κόμμα.
Ο Κεντροαριστερός Ενρίκο Ολιβέρι, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πνιγμένος στους αριθμούς των δημοσκοπήσεων και χαμένος ανάμεσα σε οικονομικούς δείκτες που έχουν αντικαταστήσει πολιτικές ιδέες και αρχές, παθαίνει βραχυκύκλωμα. Μαύρα μεσάνυχτα το σκάει από τον θρόνο του, που αρχίζει να τον αισθάνεται σαν ηλεκτρική καρέκλα. Φεύγει κρυφά απ’ όλους, ακόμη κι από τη γυναίκα του, και βρίσκει καταφύγιο στο Παρίσι στο διαμέρισμα μιας παλιάς του αγαπημένης.
Στη Ρώμη, ο σύμβουλός του βρίσκει μια απίθανη για αστική Δημοκρατία λύση για να διαχειριστεί την κρίση: πείθει τον δίδυμο αδελφό του Ενρίκο, τον φιλόσοφο Τζιοβάνι, που μόλις βγήκε από το ψυχιατρείο, να πάρει τη θέση του. Ο μέχρι πρότινος καταθλιπτικός φιλόσοφος παίρνει τη θέση του πολιτικού και παραμερίζει συμβούλους και δημοσκόπους. Ο «τρελός» ξαναφέρνει τη φυσική έκφραση, το αληθινό χαμόγελο, το πάθος, αλλά και την κοινή λογική στο πρόσωπο του πολιτικού και στο επίκεντρο της πολιτικής. Αν δούμε την ταινία λιγάκι σουρεαλιστικά, ο Ενρίκο είναι σαν να έδιωξε από το πρόσωπό του τη μάσκα που του ’κοβε την ανάσα.
Στο «εργαστήριο» του Αντο η κωμωδία προκάλεσε ρήγμα στο πολιτικό αλλά και στο υπαρξιακό δράμα και το παράλογο βγήκε λυτρωτικά στον αφρό της ζωής, σαρώνοντας τις μάσκες του «ορθολογισμού» από την πολιτική. Ούτε η σωρηδόν ψυχανάλυση, αν ήταν εφικτή για τους πολιτικούς στη γείτονα χώρα, δεν θα είχε τόσο ευεργετικά αποτελέσματα. Η ιδέα γύρω από την οποία πλέκεται η ιστορία στο «Ζήτω η ελευθερία!» θυμίζει το προπέρσινο «Εχουμε Πάπα!» του Νάνι Μορέτι.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 3-4-2014

Μικρό Ψάρι

Ο Στράτος Καραμάνης, κεντρικό πρόσωπο στο «Μικρό ψάρι» του Γιάννη Οικονομίδη, είναι ένας αντιήρωας-δολοφόνος· σπάνιο είδος για τον ελληνικό κινηματογράφο, στον οποίο επίσης σπανίως ευδοκιμεί το νουάρ. Ο Στράτος φέρνει κάτι από την αύρα των ηρώων του Ζαν Πιερ Μελβίλ σε μια Ελλάδα παρακμής και εκπόρνευσης (η ταινία αφορά ολόκληρη την Ευρώπη της κρίσης, διατείνεται ο δημιουργός της). Ο Βαγγέλης Μουρίκης, που τον υποδύεται, δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας. Κρίμα που δεν βραβεύτηκε στην πρόσφατη Μπερλινάλε.
Ο Οικονομίδης βυθίζεται σε θεοσκότεινα βάθη της σύγχρονης ελληνικής ηθογραφίας επαναδιατυπώνοντας με τον γνώριμο αφηγηματικό του τρόπο το αυτονόητο: «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Η λεκτική βία, το παράλογο και το μαύρο χιούμορ είναι βασικά εργαλεία της δραματουργίας του. Ο στόχος του είναι μια νεονουάρ και ολίγον σαρκαστική ταινία περί αξιών και ηθικής. Η δράση της απλώνεται ρεαλιστικά στο μουντό και ενίοτε τραχύ φυσικό σκηνικό, στις παρυφές του λεκανοπεδίου της Αθήνας και σε αυτοκινητόδρομους.

Καθαρό βλέμμα

Η ειρωνεία περισσεύει στην ταινία. Μαφιόζοι, νταβατζήδες και μπράβοι υποκλίνονται στον Στράτο με σεβασμό που αρμόζει σε ζωντανό θρύλο του υποκόσμου. Κατόπιν τον στριμώχνουν στη γωνία και τον λούζουν με βρισιές, προσπαθώντας να τον στρατολογήσουν.
Ο Στράτος είναι περιζήτητος. Πριν από χρόνια «καθάρισε» κάμποσους για λόγους τιμής και μπήκε στη φυλακή. Σήμερα, χωρίς τον τσαμπουκά του μάγκα, ζυμώνει τυρόπιτες σε μια βιοτεχνία. Παράλληλα, αθόρυβος σαν σκιά, εκτελεί συμβόλαια θανάτου για να εκπληρώσει ένα ηθικό χρέος του σε έναν βαρυποινίτη «νονό», τον Λεωνίδα, που του έσωσε τη ζωή όταν ήταν φυλακή. Στην πρώτη σκηνή, σε μια μάντρα όπου σαπίζουν παλιά τρόλεϊ, ξαπλώνει με μια σφαίρα στο κούτελο έναν άντρα. Την αμοιβή την παραδίδει στον Γιώργο, τον αδελφό του Λεωνίδα, που έχει φήμη λαμόγιου στον υπόκοσμο. Ο Γιώργος είναι ο εγκέφαλος ενός ριφιφί που θα καταλήξει στο κελί του Λεωνίδα. Η απόδραση έχει προϋπολογισμό χολιγουντιανής υπερπαραγωγής και έτσι ο Στράτος αραδιάζει το ένα πτώμα μετά το άλλο.
Η ειρωνεία γίνεται αντίφαση καθώς ο Οικονομίδης ανοίγει ένα δεύτερο μέτωπο. Ο μοναχικός Στράτος θα βρεθεί μπροστά στο μεγαλύτερο δίλημμα της ζωής του όταν θα πληροφορηθεί πως μια γειτόνισσα και φίλη του, που εκδίδεται για να ξεπληρώσει τα χρέη της, είναι έτοιμη να σπρώξει την ανήλικη κόρη της στην πορνεία. Ο ψυχρός δολοφόνος με το κουρασμένο πρόσωπο και το καθαρό βλέμμα είναι το μοναδικό ευαίσθητο πλάσμα ανάμεσα σε ένα ετερόκλητο πλήθος από ανθρώπους-τέρατα. Τραγική φιγούρα σε έναν βρώμικο, κυνικό κόσμο, όπου τα πάντα αγοράζονται και πωλούνται τοις μετρητοίς. Ο μελαγχολικός Στράτος, με το «ένδοξο», αν και ασαφές ως προς τις λεπτομέρειες που του χάρισαν τη δόξα, παρελθόν ανεβαίνει τον υπαρξιακό Γολγοθά του ακολουθώντας σιωπηρά την τροχιά της μοίρας.

Ολα πάνε καλά

Στο «Σπιρτόκουτο» (2003), όπου η επιθετικότητα και ο λεκτικός κανιβαλισμός καδράρονται σε γκρο πλάνο και θυμίζουν ριάλιτι της trash TV, ο Οικονομίδης περιέγραψε το Βατερλώ ενός πατέρα-αφέντη κατακαλόκαιρο σε ένα διαμέρισμα του Κορυδαλλού. Το κοσμοπολίτικο όνειρο του μικροαστού, που σαν σέρφερ προσπαθεί να ανέβει στο κύμα του lifestyle, είναι μια χίμαιρα. Η εποχή θα σαρώσει ό,τι αυθεντικό είχε απομείνει στα λαϊκά στρώματα.
Στην «Ψυχή στο στόμα» (2005) οι καταστάσεις ήταν πιο πνιγηρές και η βωμολοχία στη διαπασών. Ο διαρκής εξευτελισμός που υφίσταται ένας μικροαστός, ειδικευμένος εργάτης σε βιοτεχνία φωτιστικών, από το αφεντικό του, αλλά και τους οικείους του, είναι σαν τελετουργία που τον προετοιμάζει για τη μοιραία έκρηξή του. Η κατάρρευση των δομών στα μικροαστικά στρώματα της πόλης, η αλλοτρίωση και η αυτοκαταστροφική ανακύκλωση του συσσωρευμένου θυμού δημιουργούσαν σιγά σιγά το μελλοντικό (σημερινό) ακροατήριο των νεοναζί.
Στο «Μικρό ψάρι», ο ρόλος που πρέπει να σταθμίσουμε με ιδιαίτερη προσοχή και ακρίβεια είναι ενός «κομπάρσου»-παρατηρητή του γκροτέσκ οικογενειακού δράματος που εκτυλίσσεται στην ταινία: του αδελφού της εκδιδόμενης γειτόνισσας του Στάμου. Ενας ανθρωπάκος με παραμορφωμένο κορμί, τσαλακωμένη παζολινική φιγούρα σε αυτό το κοκτέιλ νουάρ και φάρσας του Οικονομίδη, που δικαιολογεί τα πάντα. Η ωμότητα της επιβίωσης και η αξιακή μετατόπιση στην εποχή των νεοπληβείων.

Βαγγέλης Μουρίκης
Δείτε

«Το μικρό ψάρι» (2014)
Η καλύτερη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, με έναν συναρπαστικό Βαγγέλη Μουρίκη στον κεντρικό ρόλο. Ακόμη και για τον ανυποψίαστο θεατή, που ίσως αιφνιδιαστεί από το σκληρό ύφος (οι ήρωες βωμολοχούν σε βαθμό κακουργήματος) και την αποσπασματική αφήγηση, η ερμηνεία του Μουρίκη είναι ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της ταινίας. Η μελαγχολία του νουάρ (θυμίζει Μελβίλ στον «Σαμουράι» και στη «Δεύτερη πνοή» του), ο σαρκασμός (τύπου Σαμπρόλ) και το βιτριολικό χιούμορ γίνονται εύφλεκτο μείγμα. Αξιοσημείωτος είναι και ο τρόπος που διαχειρίζεται τους χώρους ο Οικονομίδης (το ρεαλιστικό περιαστικό τοπίο). Ο Στράτος εκτελεί συμβόλαια θανάτου. Το μεγαλύτερο μέρος από την αμοιβή του το καταθέτει στο ταμείο ενός μαφιόζου προς εκπλήρωση ενός ηθικού χρέους που τον βαρύνει. Οσο ο κύκλος του θανάτου σφίγγει γύρω του, τόσο εγκαταλείπει τη θέση του αποστασιοποιημένου σκοπευτή. Παίζουν επίσης: Πέτρος Ζερβός, Βίκυ Παλαιολόγου, Γιώργος Γιαννόπουλος, Γιάννης Αναστασάκης, Αλέκος Πάγκαλος, Πόπη Τσαπανίδου, Γιάννης Τσορτέκης

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 23-3-2014

Αισθηση αμαρτιας
Μοντέρνοι καιροί στο Σετσουάν

Λέγεται πως ο Νίτσε, ένα πρωινό του 1889 στο Τορίνο, είδε έναν αμαξά να μαστιγώνει το άλογό του, που είχε μπήξει τα πόδια του στη γη. Ο φιλόσοφος παρενέβη, αγκάλιασε κλαίγοντας το κεφάλι του ζώου, σταματώντας τη βία. Στη συνέχεια κλείστηκε στο σπίτι του και βυθίστηκε στη σιωπή. Το περιστατικό ενέπνευσε τον Ούγγρο σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ στο «Αλογο του Τορίνου». Στη σημερινή «Αίσθηση αμαρτίας» του Κινέζου Ζιά Ζανγκ Κε υπάρχουν δύο σκηνές που θυμίζουν εκείνο το περιστατικό που σημάδεψε δυσανάλογα τον Νίτσε κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του.
Στην πρώτη, ένας «ηλίθιος», ιδεαλιστής (;) που επιμένει υπέρ του συλλογικού συμφέροντος ενώ η Κίνα έχει γεμίσει από νεόπλουτους και ολιγάρχες, αδειάζει το δίκαννό του σε έναν αμαξά που μαστιγώνει βάναυσα το υποζύγιό του. Εκρηξη συσσωρευμένου θυμού και ταυτοχρόνως απονενοημένη αυτοδικία από τον «ηλίθιο» του Ζιά Ζανγκ Κε που αραδιάζει και άλλα πτώματα στο πέρασμά του. Στη δεύτερη σκηνή, ένας νεόπλουτος, κραδαίνοντας ένα μάτσο κολαριστά γουάν, «μαστιγώνει» στο πρόσωπο τη ρεσεψιονίστ ενός σπα, που του αρνείται υπηρεσίες πόρνης. Η γυναίκα, οργισμένη, αντιδρά ακαριαία όπως οι μαχητές Σαολίν. Και οι δύο σκηνές είναι κομβικές σε αυτή την τοιχογραφία της σύγχρονης Κίνας.

Η 6η γενιά

Ο Ζιά Ζανγκ Κε είναι ίσως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λεγόμενης 6ης γενιάς Κινέζων κινηματογραφιστών – της γενιάς του νέου κύματος, που εμφανίστηκε δειλά στις αρχές του ’90 μετά την «κινεζική άνοιξη» στην πλατεία Τιενανμέν. Οι ταινίες του δεν διαπνέονται από νοσταλγία για την παράδοση, ούτε συνεισφέρουν στην ανανέωση του επικού και θεαματικού σινεμά της χορογραφημένης δράσης. Είναι ανθρωποκεντρικές, ρεαλιστικές αναπαραστάσεις της καθημερινής ζωής στην Κίνα, που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Η θεματολογία τους συνδέεται στενά με τη διάλυση των παλιών κοινωνικών δομών της Κίνας και τον ραγδαίο εκμοντερνισμό της. Το ρεύμα της εσωτερικής μετανάστευσης, η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, η εγκληματικότητα, η πορνεία, η θέση της γυναίκας στην οικογένεια και στην κοινωνία, οι αλλοτριωμένες ανθρώπινες σχέσεις έλκουν το βλέμμα του Ζιά Ζανγκ Κε.
Στο «Ξιάο Γου, ο πορτοφολάς» (1997) αποτυπώνεται ρεαλιστικά μια όψη της επαρχιακής Κίνας καθώς εισβάλλει σε αυτήν ο Δυτικός τρόπος ζωής. Ενας νεαρός πορτοφολάς μπαίνει σε μια συμμορία που λυμαίνεται μια μικρή (για τα δεδομένα της χώρας) πόλη. Στις αντονιονικές «Ακίνητες ζωές» (2006), το σκηνικό είναι πραγματικό: η πόλη Φεντζί στην κοιλάδα του ποταμού Γιανγκτσέ, που είχε ιστορία δύο χιλιάδων χρόνων, βυθίζεται αργά σε μια τεχνητή λίμνη. Οι άνθρωποι, σαν μυρμήγκια, γκρεμίζουν τα κτίρια και μετατρέπουν τα ερείπια σε οικοδομικά υλικά των πόλεων του μέλλοντός τους.

Το χρήμα

Στην «Αίσθηση αμαρτίας» η εικόνα της παλιάς Κίνας εμφανίζεται περιστασιακά και στιγμιαία μέσα από κτίσματα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, αγάλματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού και χάπενινγκ για τουρίστες εμπνευσμένα από την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο. Η νέα επανάσταση, που κατά κάποιο τρόπο σηματοδοτήθηκε από τον Ντενγκ Ξιαοπίνγκ με τη φράση του «είναι ωραίο να βγάζεις χρήματα», έφερε την Κίνα στην εποχή της αφθονίας. Το χάσμα των κοινωνικών ανισοτήτων διευρύνθηκε. Σε αυτό το κενό, που αφορά και την ηθική, εστιάζει σήμερα ο Ζιά Ζανγκ Κε περιγράφοντας αποσπασματικά έναν κύκλο βίας και αίματος. Διατρέχει την Κίνα από Βορρά προς Νότο ακολουθώντας τους ήρωές του, που εναλλάσσονται σαν δρομείς σε μια μαραθώνια σκυταλοδρομία. Σε κάθε μία από τις τέσσερις επιμέρους δραματουργικές ενότητες της ταινίας το χρήμα είναι σαν μια ανεξέλεγκτη δύναμη που διαβρώνει την Κίνα, στους δρόμους της οποίας βλέπεις κυρίες με Louis Vuitton, φτωχοδιάβολους, νέους με iPhone, πανάκριβες Mazerati, αλλά και παραστάσεις παραδοσιακής όπερας.
Η «Αίσθηση αμαρτίας» κάποιες στιγμές θυμίζει το λιτό και αφαιρετικό σινεμά του Ρομπέρ Μπρεσόν για την πτώση στην αμαρτία και τη μετάνοια (που εδώ παραμένει ζητούμενο). Κάποιες άλλες φέρνει στον νου τον αποξενωμένο, μελαγχολικό και βίαιο κόσμο του Τακέσι Κιτάνο, καθώς περιγράφει τους μοντέρνους καιρούς στην Αγρια Ανατολή των κραυγαλέων αντιθέσεων. Στα τέσσερα επεισόδια–ενσταντανέ της αποτυπώνεται το αποτέλεσμα του πιο επιτυχημένου πειράματος πολιτικής και οικονομικής μετάλλαξης: το κομμουνιστικό κόμμα κρατεί τα ηνία του αλόγου που σέρνει το κάρο του καλπάζοντος καπιταλισμού.

Δείτε
«Αίσθηση αμαρτίας» (Tian zhu ding, 2013)

Ενας κύκλος αίματος, που ανοίγει σαν σπαγγέτι γουέστερν και κλείνει με μια σκηνή κινεζικής όπερας. Στο ενδιάμεσο υπάρχουν τέσσερις ιστορίες, που επικοινωνούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία, με φόντο τη σύγχρονη Κίνα του οικονομικού θαύματος, των ραγδαίων αλλαγών στον τρόπο ζωής, αλλά και των εκρηκτικών κοινωνικών αντιθέσεων.
Στην πρώτη ιστορία, ένας ανθρακωρύχος εκδικείται τους διεφθαρμένους τοπικούς άρχοντες. Στη δεύτερη, ένας άντρας δολοφονεί εν ψυχρώ έξω από μια τράπεζα για να αρπάξει την τσάντα μιας γυναίκας. Στην τρίτη, η ερωμένη ενός παντρεμένου αρνείται να γίνει πόρνη. Στην τέταρτη, ένας νεαρός δεν αντέχει στην ιδέα ότι η κοπέλα, την οποία μόλις ερωτεύτηκε, εκδίδεται. «Ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι τέσσερις ιστορίες εκτείνονται σε όλη τη χώρα, μου φέρνει στο μυαλό την παραδοσιακή κινεζική ζωγραφική τοπίων. Οι κλασικοί ζωγράφοι πάντα προσπαθούσαν να εκθέσουν πανοράματα ολόκληρης της χώρας», λέει ο Ζιά Ζανγκ Κε. Το σενάριό του βραβεύτηκε στις Κάννες.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16-3-2014

H ταινία Lego

Η «Ταινία Lego», ένα animation χτισμένο με τα διασημότερα τουβλάκια της βιομηχανίας παιχνιδιών, είναι ο κυρίαρχος της νέας κινηματογραφικής εβδομάδας. Η ευρηματικότητα των δημιουργών της, του Φιλ Λορντ και του Κρίστοφερ Μίλερ, είχαν ως αποτέλεσμα μια ιστορία απολαυστική για τα παιδιά, αλλά και τους γονείς – κυρίως για τους μπαμπάδες που κάποτε ανακάλυψαν στα Lego το πιο αξιόπιστο «οικοδομικό» υλικό για να κάνουν πράξη τα αρχιτεκτονικά σχέδια της φαντασίας τους.
Η Lego-ταινία είναι μια συναρπαστική ιστορία για τα παιδιά. Μια Lego-κούκλα, o Εμετ, χάνει την ισορροπία του και πέφτει σε μια τρελή περιπέτεια. Μια θηλυκή κούκλα, που έχει σχέση με μυστηριώδεις Lego-«επαναστάτες», από παρεξήγηση τον πέρασε για μεσσία. Για τους μεγάλους η ταινία είναι ένα παιχνίδι, σχεδόν σουρεαλιστικό, με τη νοσταλγία, τη δυστοπία, αλλά και τη μοντέρνα αίσθηση που είχε κάποτε το πλαστικό. Με υπερβολή και μια δόση αυθαιρεσίας, γινόμαστε θεατές μιας ευφάνταστης μείξης του μπαρόκ της φουτουριστικής μητρόπολης, του αυτοματισμού που είχε ο φαντεζί κόσμος του Ζακ Τατί και του αφρού της ποπ κουλτούρας. Ο Μπάτμαν, ο Σούπερμαν, το χελωνονιντζάκι Μικελάντζελο, ο Χαν Σόλο του «Πολέμου των άστρων», ο Γκάνταλφ του «Αρχοντα των δαχτυλιδιών», αλλά και ο Σακίλ Ο’ Νιλ του ΝΒΑ είναι δευτεραγωνιστές ή κομπάρσοι σε αυτήν την περιπέτεια-παρωδία «Μπάτμαν» και «Matrix».
Ο Εμετ, ο πιο ασήμαντος και προβλέψιμος της στρατιάς των εργατών της Lego-μητρόπολης, επωμίζεται ρόλο σωτήρα. Ο συναρμολογημένος και ασταθής Lego-κόσμος απειλείται από τον διπρόσωπο, σατανικό διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου επιχειρήσεων Οctan, τον Μοχθηρό, που στέλνει ρομπότ για να ψεκάσουν τα Lego με… logo. Ο Εμετ, ακατάλληλος για μεσσίας, θα αποδειχτεί αποτελεσματικότερος των υπερηρώων.
Στα διάκενα της δράσης υπάρχουν η διακριτική σάτιρα και τα σχόλια για τον ενήλικα, που έχει ξεχάσει πως η κανονικότητα και η ακινησία καταστρέφουν τη φαντασία.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-3-2014

απ

Μια νεαρή Βελγίδα, σύζυγος εξευρωπαϊσμένου Μαροκινού, δολοφονεί τα τέσσερα παιδιά της. Η πράξη της σύγχρονης Μήδειας, το πορτρέτο της οποίας σκιαγραφείται με εξαιρετική ακρίβεια από τον Βέλγο σκηνοθέτη Γιοακίμ Λαφός, φαινομενικά είναι χωρίς αιτία. Ο Λαφός ξεκινάει από το έγκλημα, που είναι πέρα από κάθε λογική, και στη συνέχεια επιχειρεί να συνθέσει τη ιστορία της φόνισσας αφήνοντας τον θεατή να βρει ο ίδιος λογικές απαντήσεις. Το σενάριο είναι εμπνευσμένο από αληθινό γεγονός.
Η Μύριελ, δασκάλα σε δημόσιο σχολείο μιας βελγικής πόλης, ερωτεύεται με πάθος τον Μουνίρ, που είναι υιοθετημένος από τον εύπορο γιατρό Αντρέ. Το ζευγάρι παντρεύεται και αμέσως, από το ταξίδι του μέλιτος, μπαίνει κάτω από την «κηδεμονία» του πλούσιου γιατρού. Η εξάρτηση μεταξύ πατέρα και γιου γίνεται ολοένα και πιο στενή καθώς περνούν τα χρόνια. Η Μύριελ, που έχει μετατραπεί σε μηχανή αναπαραγωγής, ασφυκτιά και φτάνει στο σημείο να ζητήσει από τον Μουνίρ να μεταναστεύσουν στο Μαρόκο και να ζήσουν μαζί με την μητέρα του.
Φαινομενικά η σύγκλιση των πολιτισμών αποδεικνύεται χίμαιρα, καταστροφική δίνη. Ο Λαφός, όμως, φιλοδοξεί κάτι πιο ουσιαστικό από στερεότυπες απαντήσεις, όταν κολλάει τον φακό του στο πρόσωπο της Εμιλί Ντεκέν. Το «Πέρα από τη λογική» είναι η λεζάντα κάτω από το πορτρέτο μιας νέας γυναίκας από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που παγιδεύτηκε στο ρόλο της συζύγου και της μητέρας και έγινε παράπλευρη απώλεια της σχέσης εξουσίας ανάμεσα στον πεθερό και τον άντρα της. Η αποξένωσή της, το προτελευταίο στάδιο της τραγωδίας της, περιγράφεται έξοχα με την αλλαγή στην εξωτερική της εμφάνιση.
Ο Λαφός κλιμακώνει αθόρυβα υπόγειες εντάσεις (σκηνοθεσία του θυμίζει τους αδελφούς Λικ και Ζαν Πιέρ Νταρντέν, αλλά και τον Ζακ Οντιάρ) κατευθύνοντας τους εξαιρετικούς πρωταγωνιστές τους: Εμιλί Ντεκέν (η Ροζέτα των Νταρντέν), Ταχάρ Ραχίμ, Νιλς Αρεστρουπ. Στην ταινία δεν υπάρχουν στερεότυπα ούτε καλοί και κακοί άνθρωποι.

Αισθηση αμαρτιας

Η «Αίσθηση αμαρτίας» βραβεύτηκε στις Κάννες για το σενάριό της, που είναι εμπνευσμένο από αληθινά περιστατικά βίας. Πρόκειται για τοιχογραφία της σύγχρονης Κίνας από τον Ζιά Ζανγκ Κε, κορυφαίο εκπρόσωπο της λεγόμενης 6ης γενιάς Κινέζων σκηνοθετών. Η 6η γενιά εμφανίστηκε στο προσκήνιο μετά τα γεγονότα στην πλατεία Τιενανμέν το 1989. Η θεματολογία και το στυλ του Ζιά Ζανγκ Κε συνδέονται στενά με τη διάβρωση ή διάλυση των παλιών δομών της κοινωνίας και με τον επιταχυνόμενο εκμοντερνισμό της. Οι ταινίες του, (νεο)ρεαλιστικές, απομακρυσμένες από το επικό υπερθέαμα χορογραφημένης δράσης, φαντάζουν σαν καθρέφτης του μεγαλύτερου εργοτάξιου της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Η «Αίσθηση αμαρτίας» είναι απόσταγμα βίας, που προέρχεται από το τεράστιο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, ανήσυχης πολιτικής σκέψης, αλλά και σινεφίλ αναφορών. Ο Ζιά Ζανγκ Κε χρησιμοποιεί ως πρόσχημα τέσσερις επιμέρους ιστορίες για ένα σχόλιο για το ανθρώπινο κόστος, που βρίσκεται πίσω από δείκτες που μετρούν οικονομικά θαύματα.
Στην πρώτη ιστορία, ένας θυμωμένος άντρας αυτοδικεί. Σκορπίζει τον θάνατο όπως οι εκδικητές στα σπαγγέτι γουέστερν, απηυδισμένος από τη διαφθορά τοπικών αρχόντων και γραφειοκρατών, αλλά και από την προκλητική εμφάνιση ενός αναδυόμενου Κροίσου. Στη δεύτερη, όπου προσμετριέται παγερά η τιμή της ανθρώπινης ζωής, ένας φτωχοδιάβολος πυροβολεί εν ψυχρώ για μια χούφτα γουάν. Στην τρίτη, που ξεκινάει σαν μοντέρνο ερωτικό δράμα, μια νεαρή γυναίκα αντιδρά στην απαίτηση ενός νεόπλουτου να γίνει πόρνη και γίνεται φονική σαολίν. Στην τέταρτη ιστορία, ένας ερωτευμένος νεαρός μπαίνει σε ένα μοιραίο αδιέξοδο.
Η προηγούμενη ταινία του Ζιά Ζανγκ Κε, οι «Ακίνητες ζωές», φάνταζε σαν μελόδραμα σε αλλόκοτο σκηνικό: στην κοιλάδα του ποταμού Γιανγκτσέ, που έγινε τεχνητή λίμνη, οι άνθρωποι σαν στρατός από μυρμήγκια γκρεμίζουν τα σπίτια τους για να τα κάνουν οικοδομικά υλικά. Η σημερινή θα μπορούσε να ιδωθεί και σαν απόπειρα μυθοπλασίας με αφορμή τις αποσπασματικές εικόνες ενός ντοκιμαντέρ για την Κίνα των κραυγαλέων αντιθέσεων και αντιφάσεων. Ο Ζιά Ζανγκ Κε τη διατρέχει από Βορρά προς Νότο με κάθε μέσο, με δίκυκλο, με ποταμόπλοιο, με λεωφορείο, πεζή, για να καταλήξει στην υπαίθρια σκηνή μιας παραδοσιακής όπερας.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13-3-2014

Grand Budapest Hotel

Η Ευρώπη ανάμεσα στην μπελ επόκ και στο σκοτάδι

Το «Ξενοδοχείο Grand Budapest» του Αμερικανού Γουές Αντερσον, διαδραματίζεται σ’ ένα φανταστικό κρατίδιο στην καρδιά της Ευρώπης, στη Δημοκρατία της Ζουμπρόφκα, σε δύο κομβικές εποχές: Σε ενεστώτα χρόνο το 1968 (χρονιά που τα σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Πράγα) και σε παρελθόντα χρόνο το 1932 (χρονιά ραγδαίας ανόδου του ναζισμού).Ο Αντερσον, όπως λέει ο ίδιος, εμπνεύστηκε την ιστορία του από από τα γραπτά του Στέφαν Τσβάιχ και από το δοκίμιο της φιλοσόφου Χάνα Αρεντ «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ, η κοινοτοπία του κακού».
Σε μια λουτρόπολη της Ζουμπρόφκα στις Αλπεις ορθώνεται το Grand Budapest Hotel – σήμα κατατεθέν μιας ξεχασμένης αριστοκρατικής Ευρώπης. Ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, ο μελαψός Ζίρο Μουσταφά, αφηγείται τη ζωή του σε έναν επίδοξο συγγραφέα. Το 1932 ο Ζίρο ήρθε στην Ευρώπη ως πρόσφυγας, προσλήφθηκε ως θυρωρός στο Grand Budapest Hotel και τέθηκε υπό την κηδεμονία του σχολαστικού διευθυντή του ξενοδοχείου, Γκουστάβ Χ. Λίγο μετά έζησαν μαζί μια περιπέτεια που θα τη ζήλευαν ο Κάφκα και ο Μπάστερ Κίτον, ίσως και ο Τζέιμς Μποντ. Ο Γκουστάβ Χ. κληρονομεί μια εκκεντρική αριστοκράτισσα και γίνεται στόχος των συγγενών της, ενώ ο Ζίρο ερωτεύεται την ψυχοκόρη ενός ζαχαροπλάστη. Παράλληλα, οι ναζί στήνουν τα μπλόκα τους στην καταρρέουσα Δημοκρατία της Ζουμπρόφσκα.
Και σε αυτήν την ταινία του Αντερσον η γεωμετρία και τα παστέλ χρώματα δίνουν τόνο σε έναν ρετρό, αλλά και παράδοξο κόσμο. Η εικόνα της Κεντρικής Ευρώπης είναι φαντασιακή, ανάμεσα στη νοσταλγία (μια αίσθηση μπελ εποκ) και στον καφκικό εφιάλτη (η σκοτεινιά του ναζισμού, αλλά και τα check point του Ψυχρού Πολέμου).
Το «Ξενοδοχείο Grand Budapest» είναι μια νοσταλγικά μελαγχολική, βαθιά ανθρώπινη και υπαρξιακή ταινία για το όνειρo ενός μελαψού (μη Αρειου) και για «το βάρβαρο σφαγείο που ονομάζεται ανθρωπότητα».

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-3-2014

Blog Stats

  • 72,198 hits

Αρχείο

Απριλίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

13η τροποποίηση αμερικανικού συντάγματος Beasts of the southern wild Blancanieves Blockbuster CIA cult Jeune & Jolie Killer Joe Killing them softly Les Miserables New Age Paradies Liebe September Αλφρεντ Χίτσκοκ Αμερικανικός εμφύλιος Αννα Καρένινα Βωβό σινεμά Γκορ Βερμπίνσκι Εμίλ Ζολά Επιστημονική φαντασία Ζακ Γαλιφιανάκης Ζαν Λικ Γκοντάρ Η ωραία της ημέρας Κάθριν Μπίγκελοου Κίρα Νάιτλι Κουέντιν Ταραντίνο Κουβενζανέ Γουόλις Λέων Τολστόι Λίνκολν Λαρς φον Τρίερ Λεονάρντο Ντι Κάπριο Μαργκαρέτε Τίζελ Ματ Ντέιμον Μπάρμπα Θωμάς Μπεν Αφλεκ Μπεν Ζέιτλιν Μπραντ Πιτ Μυθικά πλάσματα του Νότου Νανά Ντάνιελ Ντέι Λιούις Οσα Παίρνει ο άνεμος Οσκαρ 2013 Πάμπλο Μπερχέρ Παιχνίδια Εξουσίας Πολ Τόμας Αντερσον Ράσελ Κρόου Σπάικ Λι Στίβεν Σπίλμπεργκ Τζέσικα Τσάστεϊν Τζο Ράιτ Τζόνι Ντεπ Τομ Στόπαρντ Τομ Χούπερ Φρανσουά Οζόν Χαβιέ Μπαρδέμ Χιονάτη Χιου Τζάκμαν Χοακίν Φίνιξ Χολιγουντιανή κωμωδία Χόλιγουντ Ψυχώ αμερικανική κωμωδία αμερικανικός κινηματογράφος γαλλική νουβέλ βαγκ γαλλικός κινηματογράφος γαλλικό σινεμά γουέστερν ελληνικός κινηματογράφος ερωτισμός στον κινηματογράφο μιούζικαλ πολιτικό θρίλερ πορνογραφία σπαγγέτι γουέστερν σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος ταινίες καταστροφής

Twitter Updates

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 25 other followers