Η

Η τρυφερή καρδιά ενός γυναικείου γουέστερν

Το παράξενο ελεγειακό γουέστερν «Μέχρι το τέλος», με σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή τον Τόμι Λι Τζόουνς, από τους κορυφαίους της παλιότερης γενιάς Αμερικανών ηθοποιών, δεσπόζει ανάμεσα στις πρεμιέρες της νέας κινηματογραφικής εβδομάδας. Αντισυμβατική ταινία, απομυθοποιητική και χωρίς τα γνώριμα κλισέ του είδους, μοιάζει περισσότερο με φεμινιστικό δράμα απλωμένο σ’ ένα σχεδόν αρχαϊκό σκηνικό της Άγριας Δύσης, εικαστικά εξαιρετικό. Η επιβλητική εσωτερική ερμηνεία του Τζόουνς δίνει δραματουργικό βάθος στις στυλιζαρισμένες εικόνες. Το σενάριο προέρχεται από το μυθιστόρημα του Γκλέντον Σουόρθαουτ «The Homesman» (η λέξη δεν υπάρχει στα λεξικά). Το «Μέχρι το τέλος» (έτσι αποδόθηκε ο αγγλικός τίτλος) περιγράφεται σαν ένα φανταστικό ταξίδι-τομή στους αρχετυπικούς μύθους του κλασικού γουέστερν.
Στην έρημη και αχανή Νεμπράσκα, πριν ολοκληρωθεί η κατάκτηση της Δύσης από τους λευκούς, η Μαίρη Ντι Κάντι μοχθεί για να καλλιεργήσει την παρθένα γη. Οι άποικοι, ως επί το πλείστον οικογένειες, διασκορπίζονται στις «νέες περιοχές» όπου δημιουργούν αγροκτήματα και ιδρύουν πόλεις. Η Μαίρη, καλή χριστιανή, αλλά και χειραφετημένη για την εποχή της γεροντοκόρη, που προσφέρεται ως νύφη σε όποιον ελεύθερο άντρα την πλησιάσει, μια μέρα θα αναλάβει να μεταφέρει τρεις «τρελές» παντρεμένες στην Αϊόβα. Πρέπει να παραδοθούν στην εκκλησία των μεθοδιστών για να επιστραφούν στους συγγενείς τους.
Αυτό το «έπος» της κατάκτησης της Δύσης δεν σταθμίζεται με κορμιά λευκών που πέφτουν χτυπημένα από ινδιάνικα βέλη, ούτε με μυθικές μονομαχίες πιστολάδων, αλλά με παράπλευρες απώλειες γυναικών. Νεαρές γυναίκες, σύζυγοι άξεστων ανδρών, που τις αντιμετωπίζουν σαν ζώα, τρελαίνονται. Σημειωτέον, ο έρωτας έξω από τον γάμο οδηγεί στην πορνεία ή στην αυτοκτονία. Η Μαίρη, που κάποιες στιγμές νομίζεις πως έχει βγει από βιβλίο της Τζέιν Οστιν, γλιτώνει από την κρεμάλα έναν ηλικιωμένο τυχοδιώκτη και τον προσλαμβάνει ως οδηγό της. Η άμαξά τους, μια ξύλινη κιβωτός-φυλακή, θα περάσει από επικίνδυνες περιοχές.
Το «Μέχρι το τέλος» είναι μια προσεγμένη καταβύθιση στη μυθολογία της Αγριας Δύσης. Θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με τον «Νεκρό» του Τζιμ Τζάρμους. Εκεί, ο Ινδιάνος ήταν θύμα της γενοκτονίας αλλά και οδηγός του μορφωμένου λευκού (που πέφτει σαν εξωγήινος στην καρδιά της Αγριας Δύσης) στο ψυχεδελικό τελευταίο του ταξίδι. Στην ταινία του Τόμι Λι Τζόουνς, μια καλλιεργημένη γυναίκα (φανταστείτε την ηρωίδα της Τζέιν Κάμπιον στα «Μαθήματα πιάνου») διασχίζει την Αγρια Δύση με οδηγό της το κυνηγημένο ελεύθερο πνεύμα του άποικου: έναν γερασμένο λευκό λιποτάκτη του ιππικού, που άλλοτε μοιάζει με φάντασμα κι άλλοτε σαν να έχει βγει από σπαγγέτι του Λεόνε. Το ζήτημα με αυτό το… γυναικείο, μελαγχολικό και ενίοτε χιουμοριστικά μακάβριο, γουέστερν είναι ότι δύσκολα θα βρει το κοινό του.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 26-6-2014

DIE ZWEI GESICHTER DES JANUARS

Ο θαμπός και ψυχρός κόσμος της Πατρίτσια Χάισμιθ, περίπλοκος και πλήρης παθών και ψυχαναγκαστικών εμμονών, εκτίθεται για μια ακόμη φορά στο φως της Μεσογείου. Στο παρελθόν, στην αυγή της δεκαετίας του ‘60, ο νεαρός Αλέν Ντελόν τριγυρνούσε στα σοκάκια της παλιάς Ρώμης και της Νάπολης, αλλά και στις ακτές τις Ταορμίνας καθοδηγούμενος από τον Ρενέ Κλεμάν που έπλαθε τον καλύτερο μέχρι τώρα κινηματογραφικό Τομ Ρίπλεϊ (ο διασημότερος ήρωας της Χάισμιθ) στο «Γυμνοί στον ήλιο».
Σήμερα, ο Χοσεϊν Αμινί (σεναριογράφος σπουδαίων ταινιών όπως «Φτερά της Αγάπης», «Τζουντ», «Drive») μεταφέρει στην οθόνη τα «Δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου», μυθιστόρημα της Αμερικανίδας συγγραφέως όχι ιδιαίτερα γνωστό, έχοντας επιλέξει την Ελλάδα για φυσικό ντεκόρ της ταινίας του. Λίγες σκηνές της έχουν γυριστεί και στην Κωνσταντινούπολη. Το αποτέλεσμα είναι μια θαυμάσια αστυνομική ιστορία χιτσκοκικής κοπής (η μουσική του Αλμπέρτο Ιγκλέσιας έχει συμβάλει καθοριστικά στο χιτσκοκικό ύφος), με στιβαρή δραματουργία και άριστες ερμηνείες. Απολαμβάνουμε τον Βίγκο Μόρτενσεν σε μια απο τις καλύτερες στιγμές του.Ιανουάριος του 1962 Αθήνα: ο νεαρός Αμερικανός Ράινταλ, ξεναγός που κλέβει ανυποψίαστους τουρίστες, προσκολάται σε ένα παντρεμμένο ζευγάρι συμπατριωτών του, στον μεσήλικα Τσέστερ και την νεώτερή του Κολέτ, που φαίνονται εύποροι. Ενα βράδι, ανεβαίνοντας στο δωμάτιο του Τσέστερ και της Κολέτ στο ξενοδοχείο τους, βλέπει τον Τσέστερ να σέρνει στον διάδρομο το πτώμα ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, που ανακάλυψε τα ίχνη του Τσέστερ στην Αθήνα. Ο Τσέστερ, απατεώνας ολκής, καταδιώκεται από τα θύματά του. Λίγο μετά, ο Ράινταλ προσφέρεται να τον βοηθήσει να ξεμπλέξει. Οι τρεις τους θα εξαφανιστούν για λίγες ημέρες στην Κρήτη, όπου θα λάβει χώρα και δεύτερο μοιραίο συμβάν, ρίχνοντας τον φαινομενικά ανέμελο Ράινταλ σε μια δίνη.Τα «Δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου» έχουν όλα τα προσόντα για να γίνουν η επιτυχία του φετινού καλοκαιριού: μυστήριο, σασπένς και μια έξοχη ανασύνθεση της εικόνας της Ελλάδας εκείνης της εποχής.

Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ
Σκηνοθεσία: Χοσεΐν Αμινί
Ερμηνείες: Βίγκο Μόρτενσεν, Κίρστεν Ντανστ, Οσκαρ Αϊζακ

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-6-2014

Δικη μας νυχτα

Με καθυστέρηση 28 χρόνων κάνει πρεμιέρα στην Ελλάδα η «Δική μας νύχτα» (Mauvais Sang) του Γάλλου Λεό Καράξ («Οι εραστες της γέφυρας», «Holy Motors»), πολλά υποσχόμενου τότε νεαρού σκηνοθέτη, ο οποίος φαινόταν πως είχε χωνέψει καλά την γκονταρική παράδοση. Ενας γκάνγκστερ παρασύρει σε ένα κόλπο τον γιο του νεκρού φίλου του. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται όμως στις παράλληλες σχέσεις του νεαρού με δυο κοπέλες. Ερωτας με φόντο την εποχή που ο κόσμος ζούσε το πρώτο σοκ του έιτζ. Ξεπερασμένο φιλμ, αλλά και τρυφερό αν συνυπολογίσουμε την διάχυτη αγάπη του Καράξ για το φιλμ νουάρ, τον Ντέιβιντ Μπάουι και βέβαια για τον Γκοντάρ. Με Ντενί Λαβάν, Ζιλιέτ Μπινός, Ζιλί Ντελπί, Μισέλ Πικολί. Οι σινεφίλ ας μην το χάσουν.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-6-2014

Amelie

Δεκατρία χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή της, η «Αμελί», φρεσκαρισμένη ψηφιακά παρά τη νεαρή της ηλικία, ξανάρχεται σαν σίφουνας στα θερινά της Αθήνας. Η ψηφιοποίηση ταινιών, που υποστηρίζεται από ευρωπαϊκά προγράμματα, δίνει νέα δυναμική στις επανεκδόσεις.
Η «Αμελί» ήταν ο γαλλικός θρίαμβος της ρομαντικής κομεντί στην αυγή της χιλιετίας. Η φαντασία και η ευρηματικότητα του Ζαν Πιερ Ζενέ άλλαξαν την εικόνα που είχε ο μέσος μη Γάλλος θεατής για το γαλλικό σινεμά. Σημειωτέον πως ο Ζενέ είχε ήδη κερδίσει το σινεφίλ κοινό με το «Delicatessen» το 1991, φέρνοντας σε πρώτο πλάνο την αισθητική του κόμικς και την υπερβολή, διάχυτη μέχρι τότε κυρίως στον παράδοξο κόσμο του Τέρι Γκίλιαμ.
Η «Αμελί», που αγαπήθηκε όσο λίγες ευρωπαϊκές ταινίες, δεν ήταν φλύαρη ούτε αργόσυρτη, αλλά σκέτη καταιγίδα. Η Οντρέ Τοτού ταυτίστηκε σχεδόν απόλυτα με την ηρωίδα της και έγινε διάσημη, δεν κατάφερε όμως να ξεφύγει ποτέ από τη σκιά της. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον Ζενέ, που δεν ξανάζησε άλλη τόσο μεγάλη διεθνή καλλιτεχνική επιτυχία. Το διαπιστώνουμε και στον πρόσφατο «Απρόβλεπτο κύριο Σπίβετ», που θα κάνει πρεμιέρα στις αρχές Ιουλίου. Η φαντασία έγινε μανιέρα και αυτή με τη σειρά της κούφιο στυλ για να εικονογραφήσει αμήχανα την ιστορία ενός μπόμπιρα με μυαλό Λεονάρντο ντα Βίντσι, που μεγαλώνει σε μια δυσλειτουργική οικογένεια στην ορεινή Μοντάνα.

Οι ανεμόμυλοι της δυστυχίας

Ξαναβλέποντας την «Αμελί» έχεις λιγότερο θαυμασμό για τη φόρμα της, τη μείξη του γκροτέσκ με το παραμύθι και τον ξεχωριστό φρενήρη ρυθμό, καθώς οι επιμέρους εικόνες συναρμολογούνται όπως και στην βωβή κωμωδία. Απολαμβάνεις όμως περισσότερο το απόσταγμά της, την αίσθηση πως η φαντασία, με όπλο της τη σκανδαλιά, μπορεί να επιδιορθώσει τον δυσλειτουργικό μηχανισμό της ζωής και να φέρει την ευτυχία στον κόσμο. Η Αμελί ορμάει όπως ο Δον Κιχώτης στους ανεμόμυλους της ανθρώπινης δυστυχίας.
Οι εικόνες του Ζενέ άλλοτε έχουν παραμυθένια υφή κι άλλοτε μοιάζουν με παλιομοδίτικες καρτ ποστάλ. Αφηγούνται την ιστορία μιας μοναχικής κοπέλας με τραυματική παιδική ηλικία λόγω της σχολαστικότητας των υπερπροστατευτικών γονιών της. Ο ενθουσιασμός της μικρής Αμελί για το άγγιγμα του απόμακρου μπαμπά της, στρατιωτικού γιατρού, το οποίο συνέβαινε μία φορά τον μήνα στο καθιερωμένο ιατρικό της τσεκάπ, έκανε την καρδούλα της να χτυπάει σαν να θέλει να σπάσει και ο μπαμπάς απεφάνθη πως το παιδί είναι άρρωστο. Λίγο μετά ήρθε και ο απροσδόκητος θάνατος της μητέρας της – μια Καναδέζα τουρίστρια τής έπεσε στο… κεφάλι την ώρα που έβγαινε από τη Νοτρ Νταμ. Γαλλικό χιούμορ στην παράδοση του Αστερίξ και του Μικρού Νικόλα…

Οι ζωές των άλλων

Η Αμελί είναι σαν να ’χει βγει από παραμύθι, από έναν κόσμο που είχε πλάσει με τη φαντασία της στα χρόνια της απομόνωσής της στο πατρικό της. Ενήλικη πια στη Μονμάρτρη, που η εικόνα της παραπέμπει σε μια Γαλλία-αντίκα, μπαίνει αδιάκριτη και ορμητική στις ζωές των άλλων. Εχει ως σύμβουλό της έναν παράξενο γέρο ζωγράφο, που ζει σαν ερημίτης στο διαμέρισμά του προσπαθώντας να συλλάβει το μυστήριο πίσω από την ομορφιά στους πίνακες του Ογκίστ Ρενουάρ.
Την ημέρα που ο πλανήτης μαθαίνει για το δυστύχημα που στοίχισε τη ζωή της πριγκίπισσας Νταϊάνα, η Αμελί βρίσκει τυχαία πίσω από τα πλακάκια του μπάνιου της ένα τενεκεδένιο κουτάκι με άχρηστα αντικείμενα από την τρυφερή ηλικία ενός άγνωστου άντρα που έμενε στο ίδιο διαμέρισμα το 1950. Λίγο μετά περνάει από το μυαλό της μια τρελή ιδέα: θα ψάξει το Παρίσι για να τον βρει και να του παραδώσει τον θησαυρό της παιδικής του ηλικίας. Θέλει να δει αν η συγκίνηση μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο και κατ’ επέκταση τον κόσμο. Στη συνέχεια, αφού εντοπίζει τον άγνωστο και του παραδίδει το κουτάκι του, στήνει ένα παιχνίδι, σαν κυνήγι θησαυρού, για να τσεκάρει τη δύναμη του ρομαντικού έρωτα.
Σε αυτή την τρυφερή και φινετσάτη ταινία, υπερεκτιμημένη κάπως στην εποχή της, η ομορφιά είναι θαμμένη στην ψυχή τσακισμένων και μοναχικών, ευαίσθητων και ονειροπόλων ανθρώπων. Το σάουντρακ του Γιαν Τίρσεν είναι από τις πιο σημαντικές δουλειές της τελευταίας 20ετίας.

Δείτε

«Aμελί» (Le fabuleux destin d’ Amelie Poulain, 2001)

Γαλλική ρομαντική κομεντί στον αντίποδα της στυλιζαρισμένης βίας που είχε αρχίσει να κατακλύζει και τη μαύρη κωμωδία από τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Η φαντασία και η φινέτσα της έφεραν στο προσκήνιο ένα ανθρωποκεντρικό σινεμά με παραμυθένια υφή. Γυρίστηκε από τον Ζαν Πιερ Ζενέ. Παίζουν: Οντρέ Τοτού, Ματιέ Κασοβίτς, Λορέτ Κραβοτά, Σερζ Μερλέν, Τζαμέλ Ντεμπονζέ, Κλερ Μορίρ. (Στα θερινά σινεμά)

«Ο απρόβλεπτος κος Σπίβετ» (The Young and Prodigious T.S. Spivet, 2013)

O 10χρονος Τ. Σ. Σπίβετ (φωτ.), μικρός επιστήμονας και εφευρέτης μιας μηχανής αέναης κίνησης, μετά τον θάνατο του δίδυμου αδελφού του το σκάει από το ράντσο τους στην ορεινή Μοντάνα με τελικό προορισμό του το μουσείο Smithsonian στην Ουάσιγκτον. Το σενάριο βασίζεται στο βιβλίο του Ρέιφ Λάρσεν «Τhe Selected Works of T.S. Spivet». Ωραίες εικόνες, αλλά και ένας Ζαν Πιερ Ζενέ που φαντάζει να κινείται σαν εκκρεμές ανάμεσα στο κινηματογραφικό του παρελθόν και στο σινεμά του Γουές Αντερσον. (Πρεμιέρα στις 10/7)

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15-6-2014

Περασμα του Μίλερ

Το «Πέρασμα του Μίλερ» των Ιθαν και Τζόελ Κοέν ξανάρχεται στο προσκήνιο 24 χρόνια μετά την πρώτη του προβολή σε επανέκδοση. Είναι μια από τις σπουδαίες και κάπως υποτιμημένες ταινίες τους. Την εποχή της ποτοαπαγόρευσης, ο γκάνγκστερ Τομ Ρέιγκαν, τέρας ψυχρής λογικής ο οποίος δεν λερώνει ποτέ τα χέρια του με αίμα, κυκλοφορεί ανάμεσα σε ηλίθιους και ψυχρούς δολοφόνους. Ο Τομ είναι ερωτευμένος με το κορίτσι του Ιρλανδού αρχινονού της πόλης, του Λίο, στον οποίο προσφέρει και υπηρεσίες …συμβούλου σε ό,τι αφορά μαφιόζικες δουλειές και πολιτικές ισορροπίες. Σαρδόνιο χιούμορ και στιλιζάρισμα-προπομπός του «Μπάρτον Φινκ», του αριστουργήματος των Κοέν που ήρθε τον επόμενο χρόνο. Με Γκάμπριελ Μπερν, Αλμπερτ Φίνεϊ, Τζον Πολίτο, Μάρσια Γκέι Χάρντεν.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-6-2014

godard-programme-cover

Τώρα Γκοντάρ! Με ένα σύνθημα για τίτλο ξεκινάει το αφιέρωμα-μαμούθ στον Ζαν Λικ Γκοντάρ στην Ταινιοθήκη λίγο πριν από τη σέντρα του Μουντιάλ. Το σύνολο σχεδόν του έργου του Ελβετού δημιουργού (31 ταινίες μεγάλου μήκους, 3 μεσαίου μήκους, 7 μικρού μήκους και μια δοκιμιακή σειρά 8 επεισοδίων με τίτλο «Histoire (s) du Cinema») θα προβληθεί 5-8 Ιουνίου στην κλιματιζόμενη αίθουσα αλλά και στην ταράτσα του κινηματογράφου «Λαΐς» στο Γκάζι.
Οι διοργανωτές της ρετροσπεκτίβας, η Ταινιοθήκη και το Γαλλικό Ινστιτούτο, συμπεριέλαβαν στο πρόγραμμα και την τελευταία ταινία του 83χρονου Γκοντάρ, το τρισδιάστατο «Αντίο γλώσσα», που βραβεύτηκε πρόσφατα στις Κάννες. Μια ταινία για το τέλος του σινεμά, ή μια σαρδόνια φάρσα για το θέαμα; Κατά τον ίδιο, «η ιστορία ενός άντρα και μιας γυναίκας, που δεν μιλούν πια την ίδια γλώσσα, και ενός σκύλου που αρχίζει να… μιλάει προσπαθώντας να διευκολύνει την επαφή τους».
Το σινεμά του Γκοντάρ ήταν και παραμένει η ελευθερία της έκφρασης που σε συγκινεί για να σε παρασύρει σε γρίφους. Το σφράγισε η αυθάδικη αρρενωπότητα του Ζαν Πολ Μπελμοντό, αλλά και η ομορφιά των γυναικών του: Τζιν Σίμπεργκ, Αννα Καρίνα, Μαρίνα Βλαντί, Μπριζίτ Μπαρντό (που ήταν ήδη ένα sex symbol όταν έπαιξε στην «Περιφρόνηση»).
Το σινεμά του Γκοντάρ ήταν το ασπρόμαυρο Παρίσι του διευθυντή φωτογραφίας Ραούλ Κουτάρ, αλλά και η χρωματική του παλέτα που έχει κάτι από την ένταση του Ματίς. Ηταν βλέμμα αγάπης ενός Ευρωπαίου σινεφίλ σε Αμερικανούς ήρωες, σαν κι αυτούς στα νουάρ του Χάουαρντ Χοκς ή στις σκληρές ιστορίες του Σάμιουελ Φούλερ. Ηταν ένα παράδοξο σινεμά, γοητευμένο από τα βιβλία του Κόνραντ και από τα ταξίδια του Στίβενσον, με πυκνό προφορικό λόγο (πολιτικό και φιλοσοφικό) σαν λιμπρέτο όπερας.
Ο παλιός Γκοντάρ είναι το μοντέρνο που έγινε πια κλασικό. Ο πιο πρόσφατος, αντικομφορμιστής και ανήσυχος όπως πάντα, συνεχίζει να βλέπει τη ζωή και το σινεμά σαν εφαπτόμενες καμπύλες.

10+1 σταθμοί

«Mε κομμένη την ανάσα» (1960). Σήμα κατατεθέν της νουβέλ βαγκ. Ο Μισέλ Πουκάρ (Μπελμοντό) σκοτώνει χωρίς λόγο έναν αστυνομικό και στη συνέχεια ζει μια σύντομη περιπέτεια στο Παρίσι στο πλευρό μιας νεαρής Aμερικανίδας (Σίμπεργκ). Ο Γκοντάρ εισάγει έναν χαρακτήρα αποστασιοποιημένο από τον έξω κόσμο που θα γίνει πρότυπο αντι-ήρωα στο μετέπειτα σινεμά της περιπλάνησης.
«Ζούσε τη ζωή της» (1962). Η ελευθερία γυμνή από ψευδαισθήσεις. Μια όμορφη πωλήτρια (Καρίνα) επιλέγει με τον πιο ακραίο τρόπο να διαθέσει τον εαυτό της όπως αυτή θέλει: γίνεται πόρνη.
«H περιφρόνηση» (1963). Η πιο προσεγμένη εικαστικά ταινία του. Κατά τον ίδιο, «η ιστορία των ναυαγών του δυτικού κόσμου, που αποβιβάζονται σ’ ένα έρημο και μυστηριώδες νησί όπως οι ήρωες του Bερν και του Στίβενσον». Με Mπριζίτ Mπαρντό, Mισέλ Πικολί, Tζακ Πάλανς.
«Ο τρελός Πιερό» (1965). To αριστούργημά του. Ο Μπελμοντό, τρελός από έρωτα για την Αννα Καρίνα, περιπλανιέται μαζί της σε έναν κόσμο όπου το βλέμμα είναι πιο άμεσο και ειλικρινές από τις διφορούμενες λέξεις – γραπτές και προφορικές.
«Δυο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν» (1966). Κινηματογραφικό κολάζ με άξονα το βασικό θέμα του «Ζούσε τη ζωή της». Το «γι’ αυτήν» του τίτλου αναφέρεται στην πόλη του Παρισιού και το «δύο, ή τρία πράγματα» σε μια δημοσιογραφική έρευνα για την πορνεία. Με τη Μαρίνα Βλαντί.
«Γουίκ εντ» (1968). Η πιο πολιτική, «ασύντακτη» και κλειστή στον εαυτό της ταινία του. Ο κόσμος στο μικροσκόπιο (ο φακός της κινηματογραφικής μηχανής) παρουσιάζει μια εικόνα αποσύνθεσης και θανάτου.
«Αλφαβίλ» (1965). Στο μακρινό μέλλον, σε μια πόλη όπου κυριαρχούν ο ολοκληρωτισμός και η απόλυτη γεωμετρία στην αρχιτεκτονική της, οι λέξεις έρωτας και συνείδηση δεν υπάρχουν ούτε στα λεξικά. Με τον Εντι Κονσταντίν.
«Αρσενικό θηλυκό» (1966). Κατά τον Γκοντάρ, «μια έρευνα για τη νεολαία και το σεξ στη Γαλλία τον Δεκέμβριο του 1965». Με τον Ζαν Πιέρ Λεό και τη Σαντάλ Γκογιά.
«Ο σώζων εαυτόν σωθήτω» (1979). Η επιστροφή του Γκοντάρ στο σινεμά ύστερα από πολύχρονη απουσία. Κυνικός και απαισιόδοξος επαναλαμβάνει ένα μοτίβο σαν και αυτό που συναντάμε στον «Τρελό Πιερό».
«Ντετέκτιβ» (1985). Δοκίμιο για τη ζωή, την τέχνη και την πολιτιστική κληρονομιά με πρόσχημα μια αστυνομική έρευνα.
«Histoire (s) du cinema» (1998). Οκτώ τηλεοπτικά επεισόδια-αφηγήσεις. Νοεροί διάλογοι του Γκοντάρ με τον Αϊζενστάιν, τον Κασαβέτη, τον Ντράγιερ, τον Παζολίνι, τον Μουρνάου, τις μεγάλες βαμπ του Χόλιγουντ. Η ιστορία του σινεμά αλλά και του 20ού αιώνα κατακερματισμένη σε εκατοντάδες οπτικά και ηχητικά ντοκουμέντα.

​​ΙΝFO
H ρετροσπεκτίβα «Τώρα Γκοντάρ!» θα λάβει χώρα στην Ταινιοθήκη από 5 έως 18/6. Στις 12/6 διοργανώνονται δύο στρογγυλά τραπέζια (17.00-18.30, 19-20.30) με ελεύθερη είσοδο. Στο δεύτερο θα συμμετάσχει και ο Φαμπρίς Αρανιό, διευθυντής φωτογραφίας στο πρόσφατο «Αντίο γλώσσα». Πληροφορίες για το πρόγραμμα στο http://godard.tainiothiki.gr/

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1-6-2014

Για μια χούφτα δολάρια

Η διασημότερη ευρωπαϊκή καουμπόικη ταινία, το «Για μια χούφτα δολάρια» του Σέρτζιο Λεόνε, έκλεισε πανηγυρικά το 67ο φεστιβάλ των Καννών. Πρωτοτύπησαν οι Κάννες στο φετινό τους αντίο, αντί της καθιερωμένης παγκόσμιας πρεμιέρας μιας πολυδιαφημισμένης ταινίας από την πρόσφατη παραγωγή, προτίμησαν το ψηφιακά αποκατεστημένο έργο του Λεόνε. Πριν σβήσουν τα φώτα στο Palais, ο Κουέντιν Ταραντίνο ανέβηκε στη σκηνή για να το προλογίσει. Μεγάλη τιμή και για τον ίδιο. Το κινηματογραφικό του pulp, που άνοιξε ένα μεγάλο κεφάλαιο για τη σύγχρονη ταινία δράσης, χρωστάει πολλά στα ξεχωριστά σπαγγέτι του Λεόνε. Ο,τι αποκαλούμε σήμερα στυλιζαρισμένη βία έχει βαθιές ρίζες στις καουμπόικες ταινίες του.

Οι ντεσπεράντος του Λεόνε

Στην αυγή της δεκαετίας του ’60 τα μεγάλα γουέστερν ήταν παρελθόν για το Χόλιγουντ. Το είδος βρισκόταν σε παρακμή και η μυθολογία της Αγριας Δύσης κατατεμαχιζόταν για να γίνει τηλεοπτικό προϊόν. Η κατάσταση άλλαζε άρδην στο mainstream θέαμα. Το 1964, χρονιά που παίχτηκε το «Για μια χούφτα δολάρια» φέρνοντας στο προσκήνιο τη φιγούρα του μοναχικού καβαλάρη Κλιντ Ιστγουντ, ο Τζέιμς Μποντ του Σον Κόνερι μεσουρανούσε. Ο κοσμοπολίτης Μποντ δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά τις ιστορίες των κατασκόπων. Το ίδιο έκανε και ο Ιστγουντ με τους μύθους του Ουέστ στις ιστορίες του Λεόνε. Στην Τσινετσιτά δημιούργησαν ένα δικό τους κινηματογραφικό σύμπαν: το στυλ και η φόρμα του σπαγγέτι αναδείχτηκαν σε βασικά στοιχεία ενός λαϊκού κινηματογράφου που γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία. Οι ταινίες της τριλογίας με τον Ιστγουντ στον ρόλο του «άνθρωπου δίχως όνομα» («Για μια χούφτα δολάρια», «Μονομαχία στο Ελ Πάσο», «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος») έγιναν αρχέτυπο ενός μετα-γουέστερν, που σήμερα, αν μη τι άλλο, είναι cult.
Στην τριλογία, αλλά και στο εμβληματικό «Κάποτε στη Δύση» που ακολούθησε, συνυπάρχουν η βία, ο κυνισμός, μικρές και μεγάλες αλήθειες για τους ανθρώπους και τη ζωή (ο Λεόνε ήξερε πώς να διαχειριστεί και το μελόδραμα), αλλά και η μεγαλοπρέπεια της όπερας. «Ο Λεόνε ήταν ευφάνταστος ενήλικος με νοοτροπία παιδιού. Είχε παιδιάστικη φαντασία, που φαίνεται στις ταινίες του. Επίσης, είχε εξαιρετική αίσθηση του χώρου και ήξερε πώς να χρησιμοποιεί το κλόουζ απ» (λόγια του Ιστγουντ σε παλιά του συνέντευξη).
Στο «Για μια χούφτα δολάρια» τα πτώματα διαδέχονται το ένα μετά το άλλο σαν σε χορογραφία πάνω στο διάσημο πια μουσικό θέμα του Ενιο Μορικόνε. Ενας περιπλανώμενος καουμπόης, τυχοδιώκτης σαν τον ρόνιν του Κουροσάβα στο «Γιοζίμπο» (ο σαμουράι που δεν έχει αφεντικό), έρχεται από το πουθενά σε μια πόλη-φάντασμα στη μεθόριο Τέξας και Μεξικού, και μπαίνει σαν αντίστιξη στην παρτιτούρα μιας βεντέτας. Η συνηθισμένη αρμονία του γουέστερν οσονούπω απορρυθμίζεται. Στο τέλος, στην πόλη, που είναι πεδίο σύγκρουσης των Μπάξτερς και των Ρόχος, θα απομείνουν όρθιοι, σαν αναχρονιστικές φιγούρες του Ουέστ, ο ιδιοκτήτης του σαλούν και ο ηλικιωμένος νεκροθάφτης, ο μοναδικός άνθρωπος που εργάζεται στην πόλη. Ο Γκρίνγκο με τη μεξικανική κουβέρτα στους ώμους για παλτό, που «μόνο για σκιάχτρο κάνει», εξαφάνισε τα κοράκια. Το χιούμορ του Λεόνε τσακίζει κόκαλα.

Στο μπλέντερ

Από αυτή τη φανταστική Αγρια Δύση απουσιάζουν ο αμερικανικός μύθος, ο ηρωισμός του λευκού πιονιέρου και τα ηθικά διλήμματα του επικού χολιγουντιανού γουέστερν. Η κάψα της τραχιάς και λιτής ερήμου αντικατέστησε την ομορφιά του φυσικού τοπίου. Το εκτυφλωτικό λευκό και το φωτεινό καφέ-κόκκινο (που στυλιζάρουν φωτογραφικά τις εικόνες, προσδίδοντας μη ρεαλιστική διάσταση στον θάνατο) λειτουργούν σαν φίλτρο που παρακρατεί το ίζημα του έπους. Βρώμικοι, άξεστοι και βίαιοι ήρωες, μετέωροι πάνω από το καλό και το κακό, κινούνται από απληστία και εκδίκηση. Κάποιοι από αυτούς ενίοτε βιώνουν με λανθάνοντα ρομαντισμό το παρελθόν. Στην Αγρια Δύση του Σέρτζιο Λεόνε «υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, αυτοί με το σχοινί στον λαιμό και αυτοί που το κόβουν». Χρόνια μετά, ο Ταραντίνο τούς έριξε στο δικό του μπλέντερ προσθέτοντας λέξεις όπως cool, man, fuck στον θόρυβο της καταιγιστικής βίας.

Επανέκδοση

Ο Σέρτζιο Λεόνε (1929 – 1989) στα σπαγγέτι του, στα οποία είχε πολύτιμο σύμμαχο τον συνθέτη Ενιο Μορικόνε, δημιούργησε ήρωες που δεν εξελίσσονται, με την έννοια ότι δεν αλλάζουν εσωτερικά μέσω της πλοκής, αλλά παραμένουν ίδιοι από την αρχή μέχρι το τέλος, εκπροσωπώντας τους δικούς τους κώδικες ηθικής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το «Για μια χούφτα δολάρια», αλλά και το «Κάποτε στη Δύση».
Το «Για μια χούφτα δολάρια», που θεωρείται η απαρχή του σπαγγέτι γουέστερν, παρουσιάζεται σε απαστράπτουσα μορφή στις Κάννες, μισό αιώνα μετά την πρώτη του προβολή. Αποκαταστάθηκε ψηφιακά από την Ταινιοθήκη της Μπολόνια με την αρωγή και του Film Foundation του Μάρτιν Σκορσέζε. Ελπίζουμε πως σύντομα θα το δούμε και στην Ελλάδα σε επανέκδοση, αλλά και σε αντάξια blu-ray έκδοσή του.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 24-5-2014

Wild Duck

Ελληνικό γαλάζιο προ το γκρι…

Εικόνες από μια Ελλάδα μουντή, μετέωρη ανάμεσα σε αφηγηματικές συμβάσεις όπως αυτές του θρίλερ και του γουέστερν, συνέθεσαν το ελληνικό κινηματογραφικό μπουκέτο του Μάη. Το «Wild Duck» του Γιάννη Σακαρίδη και το «Να κάθεσαι και να κοιτάς» του Γιώργου Σερβετά, ουσιαστικά ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα των ελληνικών ταινιών, που άνοιξε πέρυσι το φθινόπωρο με το ευαίσθητο «September» της Πέννυς Παναγιωτοπούλου και κορυφώθηκε λίγο πριν από τα Χριστούγεννα με το ελληνικό blockbuster της χρονιάς, τη «Μικρά Αγγλία» του Παντελή Βούλγαρη.
Στο «Να κάθεσαι και να κοιτάς» το κέντρο βάρους είναι μετατοπισμένο πίσω από τη σκιά της πρωταγωνίστριας, της Μαρίνας Συμεού, στην εκτός κάδρου αφήγηση που φέρνει στον νου την Κατερίνα Γώγου. Μια 30χρονη γυναίκα μεγαλωμένη στα ’80s, «τότε που το μέλλον είχε λέιζερ και το μοντέρνο γωνίες», αναζητάει το πλήκτρο για την επανεκκίνηση της ζωής της. Επιστρέφει, ίσως και φαντασιακά, στον γενέθλιο τόπο της, μια παραθαλάσσια κωμόπολη μπλοκαρισμένη από τον νόμο της σιωπής.
Στο «Wild Duck» οι ηθοποιοί ξεμπλοκάρουν την ταινία από τον ναρκισσισμό του στυλ. Το κάδρο γεμίζει από το πρόσωπο του Αλέξανδρου Λογοθέτη, που ζει την ωριμότερη κινηματογραφική του στιγμή. Ενας μοναχικός άντρας, καταχρεωμένος μηχανικός συστημάτων τηλεπικοινωνίας, περιφέρει το οικονομικό του χάλι ανά την Ελλάδα. Παράλληλα, κρυφακούει μέσω παγιδευμένης τηλεφωνικής γραμμής το προσωπικό δράμα μιας άγνωστης (Θέμις Μπαζάκα) που πάσχει από καρκίνο. Παραδόξως, η μελαγχολία μετατρέπεται σε ανάλαφρη αίσθηση, παρασύροντας την ταινία μακριά πέρα από το μελό. Καθαρίζει και τον ορίζοντα από την κατάθλιψη.

Θρίλερ

Το «Wild Duck» ποντάρει στη μείξη θρίλερ και δράματος (δοκιμασμένη χημεία για συγκίνηση). Ποντάρει και στο στυλ. Σε μια μη γραμμική αφήγηση, που θα μπορούσαμε σχηματικά να την περιγράψουμε σαν τους επάλληλους κύκλους των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που εκπέμπονται από κεραίες, ή σαν τον κυματισμό που διαταράσσει ξαφνικά την ηρεμία μιας λίμνης. Καθώς εκτείνεται η περιφέρεια του κύκλου, και πληθαίνουν οι πληροφορίες γύρω από την υπόθεση, το σήμα που εκπέμπει η ταινία γίνεται ολοένα και πιο καθαρό.
Ο Δημήτρης, εξπέρ στα δίκτυα επικοινωνιών, ζει το σύγχρονο δράμα του μικρομεσαίου. Η επιχείρησή του χρεοκοπεί και οι τοκογλύφοι ζητούν τα κέρδη τους. Ο Νίκος, επιστήθιος φίλος του και πρώην συνάδελφός του σε εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, τού προσφέρει σωσίβιο για τις δύσκολες πρώτες ώρες του ναυαγίου. Αν παίξει για λίγο τον ντετέκτιβ, και εντοπίσει το σημείο από το οποίο γίνονται υποκλοπές στο δίκτυο κεραιών της εταιρείας του, θα αμειφθεί καλά. Ο Δημήτρης αποδέχεται την πρόταση και ανακαλύπτει την «τρύπα» διαρροής πληροφοριών από το δίκτυο σε ένα διαμέρισμα πολυκατοικίας, στο οποίο η εταιρεία λειτουργεί παράνομα μια κεραία. Ακριβώς πάνω από το διαμέρισμα-σκηνικό του θρίλερ των υποκλοπών βρίσκεται το σκηνικό ενός προσωπικού δράματος. Σε ένα ρετιρέ με θέα μέχρι την Αίγινα, η καρκινοπαθής Παναγιώτα προσπαθεί με αξιοπρέπεια να σταθεί όρθια στη ζωή. Το δράμα της και η αξιοπρέπειά της θα αλλάξουν εσωτερικά τον Δημήτρη.
Το γαλάζιο στον ουρανό του «Wild Duck» δεν έχει τον γνώριμο ελληνικό του τόνο, φαντάζει σαν μια φωτεινή εκδοχή του γκρίζου. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Σακαρίδης οφείλει πολλά στον Λογοθέτη, αλλά και στον διευθυντή φωτογραφίας Γιαν Φόγκελ.

Γουέστερν

Στο «Να κάθεσαι και να κοιτάς» η εικόνα της ελληνικής επαρχίας φαντάζει σαν σκηνικό σύγχρονου γουέστερν. Καμένη γη, λεηλατημένη από το όνειρο της «αρπαχτής». Χωρίς δέντρα, «που ’κρυβαν την ορατότητα κάνοντας παγίδες τους δρόμους» ή την αισθαντικότητα που έχει το ελληνικό φως. Ολα γκρίζα και απειλητικά σε μια κωμόπολη που πια μόνον «Αλβανοί και Πακιστανοί έρχονται». Η Αντιγόνη, μια γυναίκα με τσαγανό, καθηγήτρια αγγλικών, αφήνει την Αθήνα, προφανώς λόγω οικονομικής κρίσης, και επιστρέφει στη γενέτειρά της όπου κάνει κουμάντο ένας σκληρός «άντρας».
Ο Σερβετάς μιλάει για την αδιαφορία και την απάθεια που γίνονται γόνιμο έδαφος για καταπιεστικές εξουσίες. Για το «πού να μπλέκεις τώρα…», που ενίοτε είναι πιο καταστροφικό και από την ωμή βία. Ο λόγος του, όμως, γίνεται ξύλινος γιατί συχνά είναι σχηματικός ή επιτηδευμένος. Διασώζεται ο κακός της ιστορίας, o Nίκος Γεωργάκης.

Δείτε
Wild Duck (2013)

Ζεύξη πολιτικού θρίλερ και δράματος από τον Γιάννη Σακαρίδη. Ενας χρεοκοπημένος επιχειρηματίας, μηχανικός, αναλαμβάνει να ρίξει φως σε μια υπόθεση υποκλοπών στο δίκτυο μιας εταιρείας κινητής τηλεφωνίας. Παράλληλα, υποκλέπτει τις τηλεφωνικές συνομιλίες μιας ώριμης γυναίκας που πάσχει από καρκίνο. Η φωτογραφία είναι του Γιαν Φόγκελ και η μουσική του Χρήστου Παπαγεωργίου. Παίζουν: Αλέξανδρος Λογοθέτης, Θέμις Μπαζάκα, Γιώργος Πυρπασόπουλος.

Να κάθεσαι και να κοιτάς (2013)
Η 30χρονη Αντιγόνη επιστρέφει στη μικρή πόλη όπου γεννήθηκε. Στον έρημο σιδηροδρομικό σταθμό αντικρίζει έναν ηλικιωμένο άνδρα, αλλόκοτο σαν φάντασμα. Στη συνέχεια, συναντάει μια παλιά της φίλη (που είναι εξαρτημένη από τον παντρεμένο εραστή της), και τον πρώην φίλο της, που δεν την ακολούθησε στη φυγή της από το χωριό στην Αθήνα στο παρελθόν. Τις επόμενες μέρες θα συνδεθεί ερωτικά με έναν νεαρό, που βρίσκεται κάτω από την επιρροή του εραστή της φίλης της. Γυρίστηκε από τον Γιώργο Σερβετά. Παίζουν: Μαρίνα Συμεού, Γιώργος Καφετζόπουλος, Νίκος Γεωργάκης.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11-5-2014

Στον «Σωσία» του Βρετανού Ρίτσαρντ Αγιοάντε μην περιμένετε έναν ήρωα με υπαρξιακό βάθος αντάξιο του λογοτεχνικού Γκολιάτκιν (ο ήρωας στο βιβλίο του Ντοστογιέφσκι), αλλά μια ανθρώπινη φιγούρα που ταιριάζει κουτί στο «μοντέρνο σινεμά» του καιρού μας.Ο Σάιμον Τζέιμς, κινηματογραφικό είδωλο του Γκολιάτκιν, κολυμπάει στον αφρό μιας ταινίας, στην οποία η μαγική λέξη είναι η μείξη.
Το εύρημα του μυθιστορήματος (η φυγή ενός ανθρωπάκου σε έναν φανταστικό κόσμο και η ταύτισή του με τον «υπεράνθρωπο» σωσία του) ήταν πρόσχημα για ένα απολαυστικό remix. Στο φανταστικό πικάπ του Αγιοάντε κάνουν στροφές το παράλογο του Κάφκα και οι εφιάλτες του Οργουελ, οι γρίφοι του Σπάικ Τζόνζι και του Τσάρλι Κάουφμαν («Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς», «Αdaptation»), ο παράδοξα ρετρό κόσμος του Γουές Αντερσον, ο μινιμαλισμός του Πίτερ Γκρίναγουεϊ, ο σαρκασμός του Μπίλι Γουάιλντερ σε λανθάνουσα μορφή («Η γκαρσονιέρα»).
Ο Σάιμον Τζέιμς, υπάλληλος πολυεθνικής εταιρείας, είναι ερωτευμένος με τη Χάνα, συνάδελφό του στο γραφείο. Δειλός και ασήμαντος φαντάζει πως είναι γεννημένος για να χάνει. Μια μέρα προσλαμβάνεται στην εταιρεία ο σωσίας του, ο Τζέιμς Σάιμον, που έχει υψηλό βαθμό αυτοεκτίμησης και άνεση όταν πλησιάζει γυναίκες.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15-5-2014

ο «Μυστικό της Μέιζι» των Ντέιβιντ Σίγκελ και Σκοτ Μακ Γκι έμεινε κοντά ένα χρόνο στα ράφια του διανομέα του. Η πρωταγωνίστριά του, η εξάχρονη (όταν γυρίστηκε το φιλμ) Ονέιτα Απρίλε, είναι για έπαινο. Το βλέμμα της, άλλοτε απορημένο κι άλλοτε θλιμμένο, είναι το σημείο στο οποίο ισορροπεί το χαμηλότονο δράμα. Το σενάριο βασίζεται στο μυθιστόρημα του Χένρι Τζέιμς «Τι ήξερε η Μέιζι», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1897.
Το βιβλίο εκτυλίσσεται στη βικτωριανή Αγγλία θέτοντας ζητήματα γύρω από τη θέση της γυναίκας και τη συνοχή της οικογένειας. Η ταινία περιγράφει την κατάρρευση μιας μοντέρνας οικογένειας με φόντο τη σημερινή Νέα Υόρκη. Οι γονείς, εγωιστές μέχρι εκεί που δεν παίρνει, διαλύουν τον δυσλειτουργικό γάμο τους και στη συνέχεια χρησιμοποιούν το παιδί, τη μικρή Μέιζι, άλλοτε σαν όπλο και άλλο σαν ασπίδα στον μεταξύ τους πόλεμο. Δίνουν προτεραιότητα στην καριέρα τους και στις καινούργιες τους σχέσεις, στις οποίες φαίνεται πως έχουν επενδύσει πολλά. Σκηνοθεσία και ερμηνείες ούτε στιγμή δεν αφήνουν την ταινία να γίνει μελό.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22-5-2014

Blog Stats

  • 74,124 hits

Αρχείο

Σεπτεμβρίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιουν    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

13η τροποποίηση αμερικανικού συντάγματος Beasts of the southern wild Blancanieves Blockbuster CIA cult Killer Joe Killing them softly Les Miserables New Age Paradies Liebe Αλφρεντ Χίτσκοκ Αμερικανικός εμφύλιος Αννα Καρένινα Βωβό σινεμά Γκορ Βερμπίνσκι Εμίλ Ζολά Επιστημονική φαντασία Ζακ Γαλιφιανάκης Ζαν Λικ Γκοντάρ Ζιλί Ντελπί Κάθριν Μπίγκελοου Κίρα Νάιτλι Κουέντιν Ταραντίνο Κουβενζανέ Γουόλις Λέων Τολστόι Λίνκολν Λαρς φον Τρίερ Λεονάρντο Ντι Κάπριο Μαργκαρέτε Τίζελ Ματ Ντέιμον Μπάρμπα Θωμάς Μπεν Αφλεκ Μπεν Ζέιτλιν Μπραντ Πιτ Μυθικά πλάσματα του Νότου Νανά Ντάνιελ Ντέι Λιούις Ο νεκρός Οσα Παίρνει ο άνεμος Οσκαρ 2013 Πάμπλο Μπερχέρ Παιχνίδια Εξουσίας Πολ Τόμας Αντερσον Ράσελ Κρόου Σπάικ Λι Στίβεν Σπίλμπεργκ Τζέσικα Τσάστεϊν Τζιμ Τζάρμους Τζο Ράιτ Τζόνι Ντεπ Τομ Στόπαρντ Τομ Χούπερ Τόμι Λι Τζόουνς Φρανσουά Οζόν Χαβιέ Μπαρδέμ Χιονάτη Χιου Τζάκμαν Χοακίν Φίνιξ Χολιγουντιανή κωμωδία Χόλιγουντ Ψυχώ αμερικανικός κινηματογράφος γαλλική νουβέλ βαγκ γαλλικός κινηματογράφος γαλλικό σινεμά γουέστερν ελληνικός κινηματογράφος ερωτισμός στον κινηματογράφο μιούζικαλ πολιτικό θρίλερ πορνογραφία σπαγγέτι γουέστερν σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος ταινίες καταστροφής

Twitter Updates

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers